Skip to main content

Θεματική Ενότητα: Δικαιοσύνη

Τοποθέτηση Γ. Παπαηλιού για τα άρθρα 29, 60, 73,77, 78, 79, 81 & 82 στην Επιτροπή Αναθεώρησης Συντάγματος

Κατά τη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος (εκ των πραγμάτων επί της κυβερνητικής πρότασης, της μόνης θεσμικά υποβληθείσας, λόγω της υπογραφής της από τον προβλεπόμενο βάσει του Κανονισμού της Βουλής αριθμό βουλευτών), ο Βουλευτής Αρκαδίας και Τομεάρχης Δικαιοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία Γιώργος Παπαηλιού, ως μέλος της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, είπε για τα συζητηθέντα  υπό αναθεώρηση άρθρα 29, 60, 73-77, 78-79 81-82) τα εξής: 

 Α) (Άρθρο 29) : Τα πολιτικά κόμματα είναι τα κύτταρα της δημοκρατίας. Μέσω αυτών διεξάγεται ο διάλογος και εκτυλίσσεται η αντιπαράθεση ιδεών, απόψεων,  θέσεων.  Η δυσφήμηση των πολιτικών κομμάτων και η προσπάθεια αποβολής-εξοβελισμού τους από πεδία όπου η πολιτική αντιπαράθεση αναπτύσσεται, είναι αντιδημοκρατική και υποκρύπτει τις μύχιες επιθυμίες και τους ανομολόγητους  σκοπούς αυτών που τις διατυπώνουν.

Χωρίς κόμματα, που συμπυκνώνουν ιδέες και συμφέροντα,  δεν υπάρχει δημοκρατία.  

Εν προκειμένω, η κυβερνητική πρόταση αναθεώρησης (του άρθρου 29)   εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο της αναθεώρησης του Συντάγματος, έτσι όπως το επέλεξε η κυβέρνηση, για να εξυπηρετήσει μικροπολιτικές σκοπιμότητες και το προπαγανδιστικό οπλοστάσιό της ενόψει των επερχόμενων εκλογών.   

Στην κυβερνητική πρόταση ελλοχεύει ο κίνδυνος εκτροπής από  την ελεύθερη δράση των κομμάτων.  Με την  κυβερνητική πρόταση επιχειρείται η μετατόπιση από την αρχή της ελευθερίας ίδρυσης και δράσης των πολιτικών κομμάτων προς ένα καθεστώς αυξημένης κρατικής εποπτείας. Στην προτεινόμενη νέα διατύπωση δημιουργείται ένα ευρύτερο και περισσότερο αόριστο πεδίο κρατικής παρέμβασης.

Προτείνεται η δυνατότητα καθορισμού προϋποθέσεων ίδρυσης και λειτουργίας τους με νόμο και η ανάθεση στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του ελέγχου των προϋποθέσεων συμμετοχής τους στις εκλογές. 

Θα μπορεί μια κυβερνητική πλειοψηφία να επιβάλει τους κανόνες εσωκομματικής οργάνωσης αλλά και τους τρόπους δράσης  που θα ευνοούν συγκεκριμένα  κόμματα και θα δυσχεραίνουν την πολιτική δράση μικρότερων άλλων σχηματισμών; που δεν αντιστοιχούν στις ανάγκες λειτουργίας τους.

Η πρόταση παραπέμπει στη γερμανικού τύπου «μαχόμενη δημοκρατία», χωρίς όμως να συνοδεύεται από τις θεσμικές ασφαλιστικές δικλίδες του γερμανικού συνταγματισμού.

Υπάρχει ο κίνδυνος, ο αποκλεισμός κομμάτων από τις εκλογές να μετατραπεί από εξαιρετικό μέτρο προστασίας της δημοκρατίας σε εργαλείο πολιτικής διαχείρισης «ενοχλητικών» πολιτικών δυνάμεων και εν τέλει αλλαγής του συσχετισμού των κοινοβουλευτικών δυνάμεων κατά το δοκούν.

Η εμπειρία της τελευταίας δεκαετίας δείχνει ότι η ποινική καταστολή εγκληματικών οργανώσεων μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά, χωρίς να απαιτείται συνταγματική καθιέρωση-διεύρυνση των εξουσιών αποκλεισμού κομμάτων.

Η μεταφορά κρίσιμων πολιτικών αποφάσεων στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο ενέχει τον κίνδυνο δικαστικοποίησης της πολιτικής ζωής.

Οι δικαστές θα καλούνται να αποφασίζουν ποιοί πολιτικοί σχηματισμοί θα μπορούν να συμμετέχουν στην εκλογική διαδικασία, αναλαμβάνοντας αποστολή-ευθύνη που κανονικά ανήκει στο εκλογικό σώμα.

Η μ΄ αυτό τον τρόπο  προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος θα μπορούσε να είναι θεμιτή μόνον υπό αυστηρές εγγυήσεις αναλογικότητας και δικαστικής ασφάλειας, καθώς διαφορετικά ελλοχεύει ο κίνδυνος, η δημοκρατία να περιορίσει τον ίδιο τον πλουραλιστικό χαρακτήρα της. 

Για την προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος από μορφώματα που στρέφονται εναντίον του, χρειάζονται αυστηρές εγγυήσεις αναλογικότητας και δικαστικής ασφάλειας  χωρίς όμως να μετατρέπεται η δικαστική εξουσία σε κεντρικό ρυθμιστή της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η παρατήρηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό το πρίσμα της ανάθεσης αυξημένων αρμοδιοτήτων στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο.

Υπογραμμίζεται, ότι η πατρίδα μας δεν βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μία αφηρημένη θεσμική πρόκληση, αλλά με μία βαθιά κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς: Οι πολίτες αμφισβητούν τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, τη διαφάνεια στη δημόσια διοίκηση, την αποτελεσματικότητα του κοινοβουλευτικού ελέγχου και τη δυνατότητα του πολιτικού συστήματος να λογοδοτεί πραγματικά.

Όλα αυτά  αποτυπώνονται στο βίο και την πολιτεία της ΝΔ, στην εκ μέρους της καταπάτηση, τόσο του συνταγματικού κειμένου, όσο και του Κανονισμού της Βουλής.  

Το ερώτημα  είναι, αν οι προτεινόμενες αλλαγές ενισχύουν πραγματικά τη δημοκρατία ή αν παραμένουν περιορισμένες σε έναν θεσμικό εξωραϊσμό χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα.

Όσον αφορά τις προτεινόμενες διατάξεις για την ενίσχυση του ρόλου του βουλευτή: Πρόκειται για υποκρισία, δεδομένου ότι η κυβέρνηση της ΝΔ τον έχει απαξιώσει.    

Το ελληνικό κοινοβουλευτικό σύστημα έχει εξελιχθεί τις τελευταίες δεκαετίες σε ένα σύστημα εξαιρετικά συγκεντρωτικό. Η εκτελεστική εξουσία κυριαρχεί επί της νομοθετικής. Η κυβέρνηση συχνά καθορίζει μονομερώς την πολιτική «ατζέντα» και η Βουλή περιορίζεται σε ρόλο επικύρωσης ειλημμένων αποφάσεων.

Πόσες φορές δεν έχουμε δει κρίσιμες αποφάσεις, να ανακοινώνονται πρώτα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και μετά στη Βουλή;

Πόσες φορές δεν έχουμε δει υπουργούς να αγνοούν ερωτήσεις βουλευτών ή να απαντούν αλλ΄ αντ΄ άλλων ;

Πόσες φορές δεν έχουμε δει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία να λειτουργεί αποκλειστικά ως μηχανισμός κομματικής πειθαρχίας;

Αυτή η πραγματικότητα δεν οφείλεται στην έλλειψη συνταγματικών διατάξεων, οφείλεται στην πολιτική πρακτική της κυβέρνησης της ΝΔ, οφείλεται στη σταδιακή μετατόπιση εξουσιών από τη Βουλή προς το κυβερνητικό κέντρο.

B) (Άρθρο 60) Προκειμένου να ενισχυθεί ο ρόλος του βουλευτή, πρέπει να καθιερωθούν ουσιαστικές εγγυήσεις και να χορηγηθούν ενισχυμένα δικαιώματα στην αντιπολίτευση.

Πρέπει να καθιερωθεί η λειτουργία των  εξεταστικών επιτροπών, χωρίς την έγκριση της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Πολύ περισσότερο, που οι εξεταστικές επιτροπές συνιστούν μέσα κοινοβουλευτικού ελέγχου.

Πρέπει να επιβληθούν κυρώσεις, όταν η κυβέρνηση αρνείται να παράσχει στοιχεία στη Βουλή, και να καθιερωθούν πραγματικοί μηχανισμοί λογοδοσίας.

Και αυτό, διότι η (κοινοβουλευτική) δημοκρατία δεν εξαντλείται στη διατύπωση γενικών αρχών. Απαιτούνται θεσμικά αντίβαρα, που απουσιάζουν από την προτεινόμενη αναθεώρηση.

Γ) (Άρθρα 73-77): Εκτός από τη  νομοθέτηση καθ΄ εαυτή, πάσχει και ο τρόπος νομοθέτησης, όπου συχνά ψηφίζονται εκατοντάδες σελίδες νομοθεσίας εντός ολίγων ωρών, και τροπολογίες άσχετες με το κύριο αντικείμενο ενός νομοσχεδίου κατατίθενται την τελευταία στιγμή.

Έτσι ακόμη και οι εφαρμοστές του δικαίου δυσκολεύονται να γνωρίζουν ποιο είναι το ισχύον νομοθετικό καθεστώς.

Δεν πρόκειται για διοικητικό πρόβλημα, αλλά για  πρόβλημα δημοκρατίας, αφού έτσι χάνεται η δυνατότητα ελέγχου της εξουσίας.

Όταν η νομοθέτηση γίνεται βιαστικά, περιορίζεται η δημόσια διαβούλευση και  δεν αξιολογούνται οι συνέπειες των νόμων, αναπαράγονται τα ίδια λάθη.

Υπό αυτή την έννοια, η συνταγματική κατοχύρωση της διαβούλευσης, της αξιολόγησης εφαρμογής των νόμων και της κωδικοποίησης της νομοθεσίας κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση παραμένει μόνον τύπος, «ένα πουκάμισο αδειανό». 

Το πρόβλημα είναι η έλλειψη πολιτικής βούλησης να εφαρμοστούν οι κανόνες.

Γι’ αυτό και η επιτυχία της συγκεκριμένης αναθεώρησης θα κριθεί όχι από το συνταγματικό κείμενο αλλά από την καθημερινή κοινοβουλευτική πρακτική.

Αν συνοδευθεί από πραγματική διαφάνεια, θα είναι ένα βήμα προόδου.

Αν παραμείνει μια ακόμη διακήρυξη χωρίς συνέπειες για όσους την παραβιάζουν, δεν θα υπάρξει αλλαγή.

Όταν η νομοθέτηση γίνεται βιαστικά, περιορίζεται η δημόσια διαβούλευση.

Όταν δεν αξιολογούνται οι συνέπειες των νόμων, αναπαράγονται τα ίδια λάθη.

Υπό αυτή την έννοια, η συνταγματική κατοχύρωση της διαβούλευσης, της αξιολόγησης εφαρμογής των νόμων και της κωδικοποίησης της νομοθεσίας κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Δεν πρέπει να είναι μόνον τύπος , «ένα πουκάμισο αδειανό». 

Υπάρχει όμως και εδώ ένα κρίσιμο ερώτημα.

Γιατί δεν εφαρμόζονται οι κανόνες που ήδη υπάρχουν, αφού η χώρα διαθέτει εδώ και χρόνια νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση.

Και όμως, οι εξαιρέσεις έχουν γίνει κανόνας.

Οι επείγουσες διαδικασίες έχουν γίνει ρουτίνα.

Οι τροπολογίες της τελευταίας στιγμής έχουν γίνει καθεστώς.

Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι μόνο η έλλειψη κανόνων.

Το πρόβλημα είναι η έλλειψη πολιτικής βούλησης να εφαρμοστούν οι κανόνες.

Γι’ αυτό και η επιτυχία της συγκεκριμένης αναθεώρησης θα κριθεί όχι από το συνταγματικό κείμενο αλλά από την καθημερινή κοινοβουλευτική πρακτική.

Η κυβερνητική πρόταση εισάγει τη δυνατότητα προληπτικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων πριν από τη δημοσίευσή τους.

Έτσι, ένας νόμος, πριν ακόμη τεθεί σε ισχύ, θα μπορεί να παραπέμπεται στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο ώστε να κριθεί, αν είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα.

Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη ρύθμιση ως εργαλείο ασφάλειας δικαίου.

Και πράγματι, υπάρχει ένα επιχείρημα υπέρ της.

Ουδείς επιθυμεί να εφαρμόζονται νόμοι, οι οποίοι αργότερα κρίνονται αντισυνταγματικοί, ουδείς επιθυμεί ανασφάλεια δικαίου.

Όμως πρέπει να εξεταστούν και οι συνέπειες μιας τέτοιας επιλογής για τη λειτουργία της δημοκρατίας.

Η ελληνική συνταγματική παράδοση βασίζεται στον διάχυτο δικαστικό έλεγχο, με κάθε δικαστή να μπορεί να εξετάσει αν ένας νόμος παραβιάζει το Σύνταγμα.

Πρόκειται για μια παράδοση που διαχέει τη συνταγματική προστασία σε ολόκληρο το δικαστικό σύστημα.

Η εισαγωγή ενός ισχυρού προληπτικού ελέγχου μετατοπίζει το κέντρο βάρους προς τα ανώτατα δικαστήρια.

Εν προκειμένω, το πολιτικό ερώτημα που τίθεται είναι, ποιός πρέπει να έχει τον τελευταίο λόγο στις μεγάλες κοινωνικές αντιθέσεις και  συγκρούσεις;

Οι δημοκρατικά εκλεγμένοι αντιπρόσωποι ή οι δικαστές;

Την απάντηση δίδουν, οι νομικοί, οι δικαστές, οι κοινωνικοί φορείς, οι πολίτες.

Η ανεξαρτησία της  Δικαιοσύνης αποτελεί πυλώνα του κράτους δικαίου.

Όμως η δημοκρατία προϋποθέτει και μία ισορροπία, προϋποθέτει να μη μεταφέρονται όλες οι κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις εκτός του πεδίου της λαϊκής αντιπροσώπευσης.

Και αυτό, διότι υπάρχει κίνδυνος, ο δημόσιος διάλογος να αντικατασταθεί με δικαστικές ερμηνείες και οι πολιτικές διαφωνίες να μετασχηματιστούν  σε δικαστικές υποθέσεις.

Και σ΄ αυτό το πλαίσιο, να ενισχυθεί μία μορφή τεχνοκρατικού συνταγματισμού εις βάρος της δημοκρατικής συμμετοχής.

Δεν αποτελούν λύση, ούτε η ανεξέλεγκτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία ούτε η ανεξέλεγκτη δικαστική εξουσία. 

Απαιτείται να βρεθεί η σωστή ισορροπία.

Η κυβερνητική πρόταση δεν  απαντά πειστικά σε αυτό το ερώτημα, αφού η δημοκρατία δεν ενισχύεται μόνον με καλύτερες διαδικασίες.

Ενισχύεται όταν οι θεσμοί λειτουργούν δίκαια, όταν η νομοθέτηση είναι διαφανής, όταν η Βουλή ελέγχει ουσιαστικά την κυβέρνηση, .όταν η Δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη και αξιόπιστη, όταν ουδείς βρίσκεται υπεράνω ελέγχου και η πολιτική εξουσία λογοδοτεί.

Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα της συνταγματικής αναθεώρησης.

Και αυτό είναι το κριτήριο με το οποίο πρέπει να αξιολογηθεί κάθε προτεινόμενη αλλαγή.

Δ) (Άρθρο 78): Η προτεινόμενη αναθεώρηση του άρθρου 78 φαίνεται εκ πρώτης όψεως τεχνική. Στην πραγματικότητα όμως αφορά τον πυρήνα του κοινωνικού ζητήματος, που περιλαμβάνει και την κοινωνική σύγκρουση περί την φορολογία.

Με την πρόταση προβλέπεται, αφενός η πλήρης απαγόρευση κάθε αναδρομικής φορολογικής επιβάρυνσης και αφετέρου η δυνατότητα παροχής σταθερού φορολογικού καθεστώτος σε στρατηγικές επενδύσεις.

Ο χαρακτηρισμός μιάς επένδυσης ως στρατηγικής είναι πολιτικός, αφού εξαρτάται από το παραγωγικό υπόδειγμα και την ασκούμενη οικονομική πολιτική. 

Η κυβερνητική επιχειρηματολογία ομιλεί για ασφάλεια δικαίου και επενδυτική και φορολογική σταθερότητα. Πάντως απ΄ αυτήν απουσιάζει η φορολογική δικαιοσύνη. Παρότι υπάρχει το άρθρο 4 παρ. 5 που ορίζει , ότι «οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους».  

Όμως η πραγματική πολιτική συζήτηση είναι διαφορετική:

Ποιος προστατεύεται από αυτή τη συνταγματική εγγύηση; Ο εργαζόμενος στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα,  ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας, ο ελεύθερος επαγγελματίας, ο  αγρότης, ο συνταξιούχος; Όχι βέβαια.

Προστατεύονται οι επιχειρηματικοί όμιλοι, οι μεγάλοι οικονομικοί φορείς που αποκτούν πρόσθετη θεσμική ασφάλεια έναντι του ενδεχόμενου μελλοντικών δημοκρατικών επιλογών από τους πολίτες.

Σ΄ αυτό το πλαίσιο, το Σύνταγμα δεν είναι ουδέτερο έναντι των οικονομικών και  κοινωνικών ανισοτήτων. Υπ΄  αυτό το πρίσμα, η φορολογία δεν είναι απλώς μηχανισμός είσπραξης δημοσίων εσόδων. Είναι εργαλείο αναδιανομής οικονομικής και κοινωνικής ισχύος.

Ελευθερία χωρίς κοινωνική ισότητα οδηγεί σε κυριαρχία των οικονομικά ισχυρών επί των υπολοίπων. Επομένως, κάθε φορολογική μεταβολή πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Και αυτό, διότι το ελληνικό Σύνταγμα δεν κατοχυρώνει μόνον την οικονομική ελευθερία αλλά και την κοινωνική λειτουργία της ιδιοκτησίας και των επενδύσεων και επιπλέον την υποχρέωση του κράτους να παρεμβαίνει για τη μείωση των ανισοτήτων.

Η συνταγματική κατοχύρωση ειδικών φορολογικών εγγυήσεων υπέρ επενδυτικών σχημάτων οδηγεί σε μία νέα μορφή «ασύμμετρης συνταγματικής προστασίας», βάσει της οποίας τα δικαιώματα του κεφαλαίου ενισχύονται περισσότερο από τα κοινωνικά δικαιώματα. Παρότι το Σύνταγμα πρέπει να λειτουργεί ως πλαίσιο ισορροπίας μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής συνοχής. Η συνταγματοποίηση συγκεκριμένων οικονομικών πολιτικών επιλογών ενδέχεται να περιορίσει τη δυνατότητα μελλοντικών δημοκρατικών πλειοψηφιών να εφαρμόσουν διαφορετικές πολιτικές.

Η συζήτηση λοιπόν δεν είναι τεχνική, είναι βαθιά πολιτική.

Απαιτείται ένα Σύνταγμα που θα διευκολύνει την αναδιανομή, όταν η κοινωνία το απαιτεί ή ένα Σύνταγμα που θα καθιστά δυσκολότερη κάθε μεταβολή της εν γένει οικονομικής και ειδικότερα της φορολογικής πολιτικής;

Η δημοκρατία δεν πρέπει επ΄ ουδενί να ακινητοποιείται, με τρόπο που να θωρακίζονται συνταγματικά οι ισχυροί, παρακαμπτόμενης  της φορολογικής δικαιοσύνης. 

(Άρθρο  79): Με την προτεινόμενη αναθεώρηση του άρθρου 79 εισάγεται η συνταγματική υποχρέωση, ο προϋπολογισμός να διασφαλίζει τη δημοσιονομική ισορροπία και τη βιώσιμη δημοσιονομική λειτουργία.

Αυτή η πρόβλεψη παραπέμπει ευθέως στους κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας που κυριαρχούν στην Ευρώπη μετά την κρίση χρέους.

Όμως εν προκειμένω δεν πρέπει να επιβάλλονται με απόλυτο τρόπο οι λογιστικοί κανόνες.

Το ερώτημα που τίθεται είναι από ποιόν αποφασίζεται η οικονομική πολιτική.

Η δημοκρατία δεν μπορεί να περιορίζεται από υπερβολικές συνταγματικές δεσμεύσεις που αφαιρούν κρίσιμες επιλογές από τη λαϊκή κυριαρχία.

Αν το Σύνταγμα επιβάλλει εκ των προτέρων συγκεκριμένο οικονομικό προσανατολισμό, τότε μειώνεται το περιθώριο επιλογής των πολιτών μέσω των εκλογών. Πρόκειται για περιορισμό της δημοκρατίας.

Η οικονομική πολιτική παύει να είναι αντικείμενο δημοκρατικής διαμάχης και μετατρέπεται σε συνταγματική επιταγή.

Αυτό ακριβώς έχει συμβεί στην Ευρώπη των τελευταίων πολλών χρόνων .

Η λιτότητα έχει παρουσιαστεί ως τεχνική αναγκαιότητα. (Δεν υπάρχει εναλλακτική-there is no alternative (tina)).

Πρόκειται για πολιτική επιλογή. Όταν το Σύνταγμα κατοχυρώνει κανόνες ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, το κοινωνικό κράτος παύει να αποτελεί προτεραιότητα και μετατρέπεται σε μεταβλητή που προσαρμόζεται στις απαιτήσεις των αγορών και της δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Σ΄ αυτό το πλαίσιο, προκαλείται κίνδυνος μετατόπισης ή μάλλον μετατοπίζεται από τη δημοκρατική εξουσία των πολιτικών οργάνων προς τεχνοκρατικούς και οικονομικούς μηχανισμούς. 

Αυτό συμβαίνει και με τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης , που έχουν μετατραπεί σε «αφεντικά» της διεθνούς οικονομίας     

Η μνημονιακή εμπειρία, και η συνταγματική κατοχύρωση δημοσιονομικών κανόνων ενισχύει ακριβώς αυτή τη λογική.

Ο προϋπολογισμός όμως δεν είναι απλή λογιστική πράξη.

Είναι η υπέρτερη πολιτική πράξη ενός κράτους.

Η δημοσιονομική σταθερότητα μπορεί να αποτελεί θεμιτό στόχο, όμως δεν μπορεί να αναγορεύεται σε υπέρτατη συνταγματική αρχή εις βάρος των κοινωνικών δικαιωμάτων.

Το Σύνταγμα δεν είναι ο καταστατικός χάρτης της αγοράς, αλλά ο καταστατικός χάρτης της δημοκρατικής πολιτείας.

Με την κυβερνητική πρόταση συνταγματοποιείται ένα συγκεκριμένο οικονομικό δόγμα. Υπηρετείται η συνταγματική θωράκιση των ισχυρών και όχι η φορολογική-η κοινωνική δικαιοσύνη. 

Οι προϋπολογισμοί πρέπει να είναι βιώσιμοι, όμως   ταυτόχρονα πρέπει να είναι και κοινωνικά δίκαιοι.

Και η τελική κρίση γι’ αυτό πρέπει να ανήκει στη δημοκρατία και όχι σε έναν συνταγματικό «δημοσιονομικό κόφτη».

Ε) (΄Αρθρο 81) : Η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, με τον τρόπο που αποφασίστηκε να προωθηθεί, παραμένει αδιάφορη για το λαό-την κοινωνία. Ουδείς ενδιαφέρεται, ουδείς ασχολείται, πλην ημών, και αυτό με αποκλειστικά ευθύνη της κυβερνώσας πλειοψηφίας της ΝΔ.

Η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση θα έπρεπε να αφορά τον πυρήνα του δημοκρατικού πολιτεύματος, του ποιός ασκεί και ποιός ελέγχει την εξουσία.

Θα έπρεπε να αφορά, το αν το κράτος θα λειτουργεί προς όφελος της κοινωνίας ή αν η κοινωνία θα καλείται απλώς να επικυρώνει αποφάσεις που λαμβάνονται ερήμην της.

Το Σύνταγμα δεν είναι ένα ουδέτερο νομικό κείμενο.

Είναι το αποτέλεσμα κοινωνικών αγώνων, ιστορικών συγκρούσεων, δημοκρατικών κατακτήσεων, ακόμη και οπισθοδρόμησης, όπως αυτή αποτυπώνεται στην κυβερνητική πρόταση  .

Γι’ αυτό και κάθε συνταγματική αναθεώρηση πρέπει να απαντά σε ένα θεμελιώδες ερώτημα:

Διευρύνει ή περιορίζει τη δημοκρατία;

Ενισχύει τη λαϊκή κυριαρχία ή ενισχύει την (υπερ) συγκέντρωση της εξουσίας (στο πρόσωπο του πρωθυπουργού);

Υπ΄ αυτό πρίσμα, με αυτό το κριτήριο πρέπει να  εξεταστούν και τα άρθρα 81 και 82.

Το άρθρο 81 αφορά τη σύνθεση της κυβέρνησης, ρυθμίζοντας τη θέση των υπουργών, των αναπληρωτών υπουργών και των υφυπουργών.

Εκ πρώτης όψεως πρόκειται για μία οργανωτική διάταξη.

Όμως  δεν υπάρχουν ουδέτερες οργανωτικές διατάξεις.

Ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται η κυβέρνηση αντανακλά μία συγκεκριμένη αντίληψη για τη δημοκρατία.

Το μεταπολιτευτικό Σύνταγμα και η σχετική συνταγματική  παράδοση στηρίχθηκε στην ιδέα της συλλογικής κυβερνητικής ευθύνης.

Οι υπουργοί δεν ήταν-δεν είναι  διευθυντές τμημάτων μιάς εταιρείας.

Ήταν-είναι πολιτικά πρόσωπα υπεύθυνα έναντι της Βουλής και του λαού.

Η κυβέρνηση δεν ήταν-δεν είναι ένας μηχανισμός εκτέλεσης εντολών.

Ήταν-είναι συλλογικό πολιτικό όργανο.

Όμως τις τελευταίες δεκαετίες επήλθε σταδιακά μία βαθιά μεταβολή.

Η εξουσία μετακινήθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο προς το πρωθυπουργικό γραφείο, από τους υπουργούς προς τους συμβούλους, από τα συλλογικά όργανα προς κλειστούς μηχανισμούς.

Η κορύφωση αυτής της εξέλιξης ήταν-είναι το λεγόμενο «επιτελικό κράτος», που εμφανίστηκε ως εκσυγχρονισμός και ως αποτελεσματικότητα, ως θεραπεία των παθογενειών της δημόσιας διοίκησης.

Όμως το πραγματικό αποτέλεσμα ήταν-είναι η πρωτοφανής συγκέντρωση εξουσιών.

Η δημοκρατία δεν μετράται μόνον με την αποτελεσματικότητα.

Η δημοκρατία δεν υπάρχει για να είναι απλώς αποτελεσματική, υπάρχει, όταν είναι ελεγχόμενη

Σ΄ αυτό  το πλαίσιο, το άρθρο 81 δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται  ως τεχνική οργανωτική  λεπτομέρεια.

Το ερώτημα που τίθεται είναι, αν υπάρχει κυβέρνηση ή πρωθυπουργικό γραφείο, αν υπάρχουν υπουργοί με πολιτική ευθύνη ή διαχειριστές αποφάσεων, αν υπάρχει  συλλογικότητα ή μονοπρόσωπη εξουσία.

Σ΄ αυτό το πλαίσιο, εντάσσεται και η κυβερνητική πρόταση για το ασυμβίβαστο βουλευτή-υπουργού, με τη μορφή των «περιστρεφόμενων θυρών»-των «μουσικών καρεκλών», η οποία είναι φαιδρή. Εκτός του ότι είναι αμφίβολης συνταγματικότητας, ισχυροποιεί σε υπέρτατο βαθμό  τη θέση του πρωθυπουργού, ο οποίος μ΄ αυτό τον τρόπο μπορεί να διαμορφώνει, κατά το δοκούν, τη σύνθεση της Βουλής, τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς και τη σύνθεση-την ισορροπία της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, παραβιάζοντας την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και ακυρώνοντας τη λαϊκή εντολή.       

(Άρθρο 82): Στο άρθρο 82 αναφέρεται ότι η κυβέρνηση καθορίζει και κατευθύνει τη γενική πολιτική της χώρας.

Η διατύπωση είναι σαφής, δεν λέει ο πρωθυπουργός, ο οποίος εξασφαλίζει την ενότητα της κυβέρνησης και κατευθύνει τις ενέργειές της, αλλά  η κυβέρνηση.

Ο συνταγματικός νομοθέτης  ήταν-είναι απολύτως σαφής: Ήθελε κοινοβουλευτική κυβέρνηση, όχι πρωθυπουργικό καθεστώς, όχι ένα συγκεντρωτικό σύστημα εξουσίας.

Όμως, άλλη κατεύθυνση  ακολούθησε-ακολουθεί η ελληνική πολιτική ζωή.

Η συλλογική λειτουργία της κυβέρνησης έχει υποχωρήσει σημαντικάκαι στην πράξη η γενική πολιτική της χώρας διαμορφώνεται όλο και περισσότερο από το πρωθυπουργικό κέντρο (το Μέγαρο Μαξίμου). 

Αυτή η μετατόπιση συνοδεύεται από την κρίση των θεσμικών αντίβαρων, την αποδυνάμωση της Βουλής και τη δυσπιστία των πολιτών έναντι των θεσμών.

Εμφανίζονται χαρακτηριστικά ακραίας πρωθυπουργοποίησης, αφού ο πρωθυπουργός επιλέγει, συντονίζει, κατευθύνει, έχοντας συγκεντρώσει όλες της κρίσιμες αρμοδιότητες.

Αυτό δεν είναι συμβατό με το πνεύμα του άρθρου 82, με το  Σύνταγμα εν γένει, το οποίο  κατοχυρώνει τη λειτουργία συλλογικών θεσμών και όχι την κυριαρχία ενός προσώπου.

Συνεπώς υπάρχει ανάγκη ενίσχυσης των θεσμικών εγγυήσεων και των ανεξάρτητων μηχανισμών ελέγχου, διότι η κρίση του κράτους δικαίου δεν θεραπεύεται με περισσότερη συγκέντρωση εξουσίας αλλά με ισχυρότερα αντίβαρα και μεγαλύτερη διαφάνεια .

Οι δημοκρατικοί θεσμοί χρειάζονται ενίσχυση, όχι υποβάθμιση, η λογοδοσία χρειάζεται διεύρυνση, όχι περιορισμό.

Βάσει αυτών, χρειάζονται ισχυρή Βουλή, ισχυρός κοινοβουλευτικός έλεγχος, ενισχυμένος ρόλος των συλλογικών κυβερνητικών οργάνων, θεσμοί κοινωνικού διαλόγου με πραγματικές αρμοδιότητες, αποκέντρωση εξουσιών, συμμετοχή των πολιτών και  διαφάνεια στη λήψη αποφάσεων.

Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι ανάμεσα στην αποτελεσματικότητα και τη δημοκρατία.

Το πραγματικό δίλημμα είναι ανάμεσα στην ανεξέλεγκτη εξουσία και τη δημοκρατικά ελεγχόμενη εξουσία.

Η μεγάλη πρόκληση είναι να επανέλθει η δημοκρατία στο κέντρο της πολιτικής ζωής, με αξιόπιστους  θεσμούς, με  τους πολίτες συμμέτοχους και με τη λογοδοσία ενεργή.

Δ. Καλαματιανός: Η ΝΔ προβαίνει σε κοινοβουλευτική εκτροπή για να συγκαλύψει το σκάνδαλο των υποκλοπών || Δήλωση on camera, στο περιστύλιο της Βουλής

Δήλωση on camera, του Γραμματέα της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Διονύση Καλαματιανού, στο περιστύλιο της Βουλής

Η κυβερνητική πλειοψηφία προχώρησε σε μία ακόμη κατάφωρη παραβίαση του Κανονισμού της Βουλής, σε μία ακόμη κοινοβουλευτική εκτροπή για να συγκαλύψει το σκάνδαλο των υποκλοπών.

Αρνήθηκαν την ακρόαση του κ. Ντίλιαν και του κ. Δημητριάδη από την αρμόδια Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας.

Είναι προφανές ότι δεν θέλουν φως, αλήθεια και δικαιοσύνη για το σκάνδαλο. Είναι προφανές ότι ομολογούν την ενοχή τους.

Όσο και αν προσπαθούν,  οι υπεύθυνοι αποκαλύπτονται και οι ευθύνες θα αποδοθούν όσο ψηλά και αν βρίσκονται τα εμπλεκόμενα πρόσωπα. 

Θ. Ξανθόπουλος: Η κυβέρνηση παρακάμπτει το Σύνταγμα και τον Κανονισμό της Βουλής – Δεν καλεί, ως οφείλει, τους Δημητριάδη και Ντίλιαν στην Επιτροπή Θεσμών για το σκάνδαλο των υποκλοπών – Να αλλάξουν οι διατάξεις που φαλκιδεύουν τα πολιτικά δικαιώματα των δημοσίων υπαλλήλων

Επίθεση στη κυβέρνηση της ΝΔ για την υποκριτική στάση απέναντι στη Βουλή και την εργαλειοποίηση του Συντάγματος και των  θεσμών,  προκειμένου να εξυπηρετήσει τα δικά της μικροκομματικά συμφέροντα, εξαπέλυσε ο βουλευτής Δράμας και Ειδικός Αγορητής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Θ. Ξανθόπουλος, μιλώντας στη Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος.

“Αύριο  έρχεται στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής το αίτημα των δύο πέμπτων της αντιπολίτευσης για την κλήση του κυρίου Δημητριάδη και του κυρίου Ντίλιαν για το σκάνδαλο των υποκλοπών. Και μολονότι σύμφωνα με τον Κανονισμό της Βουλής είναι αυτοδίκαια η κλήση τους, ο Πρόεδρος της Επιτροπής  την συγκαλεί για να αποφασίσουμε. Δηλαδή και στα πλέον προφανή βρίσκετε τρόπο παράκαμψης της ρητής διάταξης για να εξυπηρετήσετε την πολιτική συγκυρία που σας ευνοεί”, τόνισε χαρακτηριστικά.

Ο κ. Ξανθόπουλος εξέφρασε την αντίθεση του κόμματός του στην τροποποίηση του άρθρου 29 του Συντάγματος για τη λειτουργία των πολιτικών κομμάτων το οποίο όπως είπε θεσπίστηκε στο Σύνταγμα του 1975 σε μια περίοδο τομή για τη σύγχρονη ιστορία μας, μετά την  νομιμοποίηση του επί δεκαετίες παράνομου κομμουνιστικού κόμματος, με την πίεση του λαϊκού παράγοντα, ο οποίος αντιλήφθηκε ότι η καχεκτική δημοκρατία της προδικτατορικής περιόδου τελικώς υπήρξε το θερμοκήπιο της εκτροπής της συνταγματικής και της επιβολής της δικτατορίας. Διατύπωσε όμως τον έντονο προβληματισμό του για την παράγραφο 3 του άρθρου. “Υποβαθμίζεται το δικαίωμα ενός τεράστιου αριθμού πολιτών να εκφράζονται πολιτικά εξαιτίας της επαγγελματικής τους επαγγελματικής τους και μόνον. Είναι λογικό να μην μπορούν να τοποθετούνται πολιτικά οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι υπάλληλοι των ΟΤΑ; Πρέπει να ανοίξει μια συζήτηση κατά πόσον η παράγραφος 3 συνάδει με τη σύγχρονη μορφή δημοκρατίας και δεν φαλκιδεύει, δεν στερεί τα πολιτικά δικαιώματα μεγάλου αριθμού πολιτών, δεκάδων χιλιάδων πολιτών, των οποίων η επαγγελματική ιδιότητα υπερτερεί αυτής του πολίτη”, υπογράμμισε.

Για την τροποποίηση του άρθρου 60, αναρωτήθηκε γιατί το ισχύον Σύνταγμα εμποδίζει, κατά την άποψη της πλειοψηφίας, τον βουλευτή στην άσκηση της νομοθετικής και ελεγκτικής αρμοδιότητας. “Ο Κανονισμός της Βουλής και η συνείδησή μας είναι επαρκές πλαίσιο για να ασκήσουμε τον ελεγκτικό μας ρόλο. Είναι επαρκώς κατοχυρωμένος και οχυρωμένος ο ρόλος του βουλευτή. Αυτό που υποβαθμίζει και υπονομεύει την ελεγκτική του αρμοδιότητα είναι η αυταρχική αντίληψη της κυβέρνησης και η συμπεριφορά των μελών της κυβέρνησης”. επισήμανε και θύμισε την εμπειρία από την σύσταση των Εξεταστικών επιτροπών με πρωτοβουλία της αντιπολίτευσης.

Ο κ. Ξανθόπουλος παρατήρησε επίσης ότι ως βουλευτής από το 2019, δεν έχει ψηφίσει ένα νομοσχέδιο με τις προβλέψεις του Κανονισμού της Βουλής σε ό, τι αφορά τις προθεσμίες καθώς τα εκατοντάδες νομοθετήματα είχαν όλα το χαρακτήρα του κατεπείγοντος. Δήλωσε ακόμη τη διαφωνία του και με τη πρόταση της ΝΔ για το άρθρο 77, σχετικά με τη δυνατότητα παραπομπής νόμου για λόγους αντισυνταγματικότητας στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, καθώς όπως είπε αποτελεί μια εκ πλαγίου παραβίαση της αρχής του διάχυτου ελέγχου συνταγματικότητας από ένα δικαστήριο που δεν προβλέπεται ούτε στη συνταγματική μας παράδοση, αλλά ούτε και στην έννομη τάξη. Ζήτησε τέλος να τεθούν αυστηρές διατάξεις για τις λεγόμενες εκπρόθεσμες τροπολογίες και επανέλαβε ότι η  κυβέρνηση έχει ευθύνη γιατί ουδέποτε έφερε εφαρμοστικό νόμο για την πρόβλεψη του Συντάγματος σχετικά με τον θεσμό της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας.

Έκτακτη συζήτηση στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την παρακολούθηση του Στέλιου Κούλογλου – Δεκτό το αίτημα Αρβανίτη

Τη διεξαγωγή έκτακτης συζήτησης στην Ολομέλεια με θέμα την παρακολούθηση του Στέλιου Κούλογλου κατά την περίοδο που ήταν ευρωβουλευτής και μέλος της Ειδικής Εξεταστικής Επιτροπής για τα κατασκοπευτικά λογισμικά (PEGA) αποφάσισε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. 

Μετά από σχετική επιστολή του Αντιπροέδρου της LEFT Κώστα Αρβανίτη στην Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και τους επικεφαλής των Πολιτικών Ομάδων του δημοκρατικού τόξου, κινήθηκαν οι διαδικασίες και κατατέθηκε αίτημα  των πολιτικών ομάδων της LEFT και των Πρασίνων για τη διεξαγωγή ειδικής συνεδρίασης με θέμα “Υπεράσπιση της ευρωπαϊκής δημοκρατίας και της ακεραιότητας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου υπό το φως των αποκαλύψεων ότι ένας ευρωβουλευτής υπήρξε στόχος παρακολούθησης μέσω παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού.”

Στην έναρξη της Συνόδου της Ολομέλειας, που διεξάγεται στο Στρασβούργο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφάσισε πριν λίγο με ψήφους 221 υπέρ και 213 κατά, τη διεξαγωγή έκτακτης συζήτησης για την παρακολούθηση του πρώην Ευρωβουλευτή με λογισμικό PEGASUS, όπως αποκάλυψε έρευνα διεθνών και εγχώριων ΜΜΕ σε συνεργασία με το CITIZEN LAB. 

Η συζήτηση θα διεξαχθεί την Τετάρτη από τις 8 ως τις 9 μ.μ.  (Ώρα Ελλάδος)

Δήλωση on camera του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Σωκράτη Φάμελλου: «Ο Μητσοτάκης θέλει να κουκουλώσει το σκάνδαλο των υποκλοπών με νέο κοινοβουλευτικό πραξικόπημα»

Δήλωση on camera του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Σωκράτη Φάμελλου

Ο κ. Μητσοτάκης φοβάται την αλήθεια για το σκάνδαλο των υποκλοπών και κάνει ό,τι μπορεί για να αποφύγει τις ευθύνες του.

Ενημερωθήκαμε σήμερα ότι αντί να κληθούν στη Βουλή οι Ντίλιαν και Δημητριάδης για το σκάνδαλο των υποκλοπών, παρότι υπάρχει το απαιτούμενο αίτημα των 2/5 των βουλευτών της Επιτροπής, προγραμματίζεται μία δήθεν “συζήτηση και λήψη απόφασης” στην Επιτροπή Θεσμών της Βουλής.

Το σχέδιο Μητσοτάκη είναι ξεκάθαρο.

Θέλει να κουκουλώσει το σκάνδαλο των υποκλοπών, παραβιάζοντας τον Κανονισμό της Βουλής.

Με ποιο δικαίωμα θα απαγορεύσει την κλήση Δημητριάδη, ο οποίος ομολόγησε ότι “ανέλαβε την πολιτική ευθύνη του σκανδάλου για το καλό της παράταξης”;

Με ποιο δικαίωμα θα απαγορεύσει την κλήση Ντίλιαν, που σύμφωνα με δημοσιεύματα, δηλώνει ότι έχει σύμφωνο συνεργασίας με την ΕΥΠ για το Predator;

Και ενώ υπάρχει και η νέα συγκλονιστική αποκάλυψη ότι παγιδεύτηκε ακόμα και ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ το 2022, Στέλιος Κούλογλου όταν ερευνούσε, ως μέλος τη επιτροπής PEGA του Ευρωκοινοβουλίου, το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων.

Προειδοποιούμε τον κ. Μητσοτάκη:

Δεν θα σας αφήσουμε να μεθοδεύσετε ακόμη ένα κοινοβουλευτικό πραξικόπημα, όπως κάνετε κάθε φορά που θέλετε να μπαζώσετε τα σκάνδαλα της κυβέρνησής σας.

Οι υπεύθυνοι θα αποκαλυφθούν, όσο ψηλά και αν βρίσκονται. Και οι ευθύνες θα καταλογιστούν, πρώτα απ’ όλα από τον Ελληνικό λαό.

ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ: Να διερευνηθεί άμεσα η παρακολούθηση του Στέλιου Κούλογλου με το Pegasus – Να σταματήσει η συγκάλυψη από τη ΝΔ

Ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ

Οι νέες, επικίνδυνες για τη δημοκρατία, αποκαλύψεις, για την επανειλημμένη μόλυνση του κινητού τηλεφώνου του πρώην ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και δημοσιογράφου, Στέλιου Κούλογλου, με το κατασκοπευτικό λογισμικό Pegasus, είναι ένα νέο πλήγμα για το κράτος δικαίου και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.  

Πρωτοφανή πρόκληση για τις δημοκρατικές διαδικασίες συνιστά το γεγονός ότι ο Στέλιος Κούλογλου έπεσε θύμα της παράνομης παρακολούθησης όντας μέλος της Εξεταστικής Επιτροπής PEGA του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που διερευνούσε την παράνομη χρήση κατασκοπευτικών λογισμικών και τις υποκλοπές σε κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι μολύνσεις έλαβαν χώρα σε Ελλάδα και Βέλγιο.

Απαιτείται η συντονισμένη διερεύνηση από τις αρμόδιες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές των δύο χωρών, καθώς και από τα αρμόδια ευρωπαϊκά όργανα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ζητά την πλήρη αποκάλυψη της αλήθειας.

Όλα συνηγορούν ότι πίσω από τις παράνομες παρακολουθήσεις, υπάρχει ένα καθεστώς με χαρακτηριστικά παρακράτους που οδηγεί στο Μέγαρο Μαξίμου.

Για αυτό και η κυβέρνηση της ΝΔ εξακολουθεί να εμποδίζει την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, αρνούμενη κάθε προσπάθεια πλήρους διαφάνειας και λογοδοσίας με την κλήση των πρωταγωνιστών του σκανδάλου στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας.

Ξανά συγκάλυψη, ξανά αποφυγή ελέγχου.

Και την ίδια ώρα, παρά τις αποκαλύψεις, η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου προχωρά με απαράδεκτες καθυστερήσεις στη διερεύνηση της υπόθεσης.

Η πλήρης διαλεύκανση της υπόθεσης αποτελεί υποχρέωση απέναντι στους πολίτες, στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και στη δημοκρατία.

Καμία σκιά δεν πρέπει να μείνει αναπάντητη.

Γ. Γαβρήλος: Οι προτάσεις της ΝΔ για τις αλλαγές στο Άρθρο 86 είναι προπέτασμα καπνού, υποκριτικές και θεσμικά υστερόβουλες

Κατά τη συζήτηση στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος και σχετικά με το Άρθρο 86, περί ευθύνης υπουργών, τοποθετήθηκε ο Γιώργος Γαβρήλος, εισηγητής εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ

Οι προτάσεις της ΝΔ για τις αλλαγές στο Άρθρο 86 είναι λαϊκίστικες, υστερόβουλες και υποκριτικές

«Η ιστορική συγκυρία που συζητάμε την αναθεώρηση του άρθρου 86 είναι αρνητική για το πολιτικό σύστημα. Η Κυβέρνηση Μητσοτάκη, 7 χρόνια τώρα, έχει καταφέρει να απαξιώσει πλήρως το πολιτικό σύστημα, τους θεσμούς ακόμη και την άποψη που έχουν οι πολίτες για την Δικαιοσύνη.

Η ΝΔ εργαλειοποίησε συστηματικά το Σύνταγμα, τους Νόμους ακόμη και τον Κανονισμό της Βουλής για να κρύψει τα συνεχόμενα σκάνδαλα και τις ευθύνες της. Σήμερα εργαλειοποιεί και την κορυφαία διαδικασία της Αναθεώρησης του Συντάγματος. Σαν να λέει σε όλους μας ότι έφταιγε το Σύνταγμα που έμειναν στο απυρόβλητο και δεν ελέγχθηκαν όπως θα έπρεπε οι Υπουργοί της για το μεγάλο έγκλημα των Τεμπών ή για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ ή για τις παρακολουθήσεις και το Predator.»

«Η σημερινή πρόταση της ΝΔ κάνει ακόμη χειρότερα τα πράγματα αναφορικά με το πως θα πρέπει να ελέγχονται οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι. Επιλέγει να σύρει την συζήτηση σε έναν λαϊκισμό, υιοθετώντας μια άκρως προκλητική στάση που ουσιαστικά δεν αλλάζει τίποτα προς την κατεύθυνση της διαφάνειας, του ελέγχου και της λογοδοσίας.

Την ώρα που ο κόσμος φωνάζει για Δικαιοσύνη και για πολλαπλά συστήματα ελέγχου της εξουσίας, η ΝΔ προτείνει την κατάργηση της δικαιοδοσίας της Βουλής στην διερεύνηση ευθυνών για πολιτικά πρόσωπα. Πάει δηλαδή στο άλλο άκρο και καταργεί τον ρόλο του Κοινοβουλίου, ως θεσμικό αντίβαρο, αναφορικά με το άρθρο 86. Λες και για ό,τι ντροπιαστικό έχει συμβεί μέχρι τώρα, με αποκορύφωμα το περσινό καλοκαίρι και το κοινοβουλευτικό πραξικόπημα της ΝΔ, που οι βουλευτές της δεν ήξεραν τι είχαν ψηφίσει αναφορικά με την παραπομπή των γαλάζιων Υπουργών, φταίει η ίδια η Βουλή ή το Σύνταγμα και το συγκεκριμένο άρθρο.

Έχουμε φτάσει σήμερα στο σημείο να συζητάμε αν ο αναθεωρητικός ή ο συντακτικός νομοθέτης είχε στο μυαλό του να σώσει τον Βορίδη και τον Αυγενάκη. Όχι, κύριοι της ΝΔ, δεν είχε σκοπό να σώσει τα σκάνδαλά σας. Γιατί εμείς θα σας θυμίσουμε ότι ακόμη και στα επαναστατικά Συντάγματα προβλέπονταν μία συμμετοχή της Βουλής, στον έλεγχο των πολιτικών προσώπων. Επίσης θα σας θυμίσουμε ότι η χώρα μας έχει παράδοση στα Συντάγματα του ελεύθερου κράτους με την πρόβλεψη του ρόλου της Βουλής που σήμερα εσείς θέλετε να καταργήσετε».

Ζητήσαμε και φέρατε με καθυστέρηση τον εκτελεστικό Νόμο που συνδέεται με την Αναθεώρηση του 2019. Τα θεσμικά αντίβαρα υπήρχαν

«Γιατί η πλειοψηφία αρνούνταν να φέρει τον εκτελεστικό νόμο σε σχέση τα περί ευθύνης υπουργών; Γιατί ακόμη δεν έχουν κατοχυρωθεί οι προτάσεις για την λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία ή για την ισότητα των δικαστών των στρατιωτικών και πολιτικών δικαστών;

Η ΝΔ οφείλει να απαντήσει τι άλλαξε και δεν της αρέσουν οι αναθεωρητικές προτάσεις του 2019 που προέβλεπαν να ξεκινάει η διαδικασία από την Βουλή, να κάνει την προανάκριση και μετά μέσω του δικαστικού Συμβουλίου, όποιος πράγματι είχε εις βάρος του αποχρώσες ενδείξεις, να παραπέμπεται έως το Ειδικό Δικαστήριο προκειμένου να ελεγχθεί από έναν δικαστή. Όλες αυτές οι μέριμνες υπήρχαν, γιατί δεν τις εφάρμοσε η Κυβέρνηση;

Προφανώς γιατί μιλάμε για μια Κυβέρνηση που δια στόματος κ. Άδωνη Γεωργιάδη είπε τότε πως όσο θα κατέχουμε αυτή την πλειοψηφία μέσα στη Βουλή, κανένας υπουργός δεν πρόκειται να ελεγχθεί. Ακόμη και αν υπήρχε ολόκληρος φάκελος σχηματισμένος από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία; Η ΝΔ νιώθει άτρωτη παίζοντας θεσμικά παιχνίδια στην πλάτη του Πολιτεύματος, του Συντάγματος και του Ελληνικού λαού».

Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ

«Εμείς θεωρούμε ότι η αναθεώρηση πρέπει να επιφυλάξει έναν ρόλο για τη Βουλή. Με 20-30 βουλευτές θα μπορεί η υπόθεση να ξεκινάει από την Βουλή και στην συνέχεια να πηγαίνει σε ένα τριμελές συμβούλιο δικαστών, οι οποίοι θα κάνουν όλη την ανάκριση και όλον τον έλεγχο για κάποιον υπουργό ή υφυπουργό. Και μετά η υπόθεση να παίρνει τον δρόμο της δικαιοσύνης.

Σε καμία περίπτωση δεν δεχόμαστε να γυρνάει πάλι η πρόταση πίσω στην Βουλή για να γίνει ονομαστική ψηφοφορία όπως πρότεινε η ΝΔ.

Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει ανεχτή η κάθε προσπάθεια από την πλευρά της Κυβέρνησης να ρίχνει στάχτη στα μάτια του κόσμου, αποφεύγοντας τις ευθύνες της για όλη αυτή την κατάσταση παρακμής των θεσμών και της δυσπιστίας του κόσμου, ειδικά προς την Δικαιοσύνη».

Φ. Τσικλιάς: Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ θα είναι παρών στα πολιτικά πράγματα την επόμενη μέρα, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο

Σημεία από τις παρεμβάσεις του αν. εκπροσώπου Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ,  Φοίβου Τσικλιά, στην εκπομπή «Αποδελτίωση» της ΕΡΤ3 (25/6) με τον δημοσιογράφο Ίωνα Τσώχο

Για τις αποφάσεις των οργάνων του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και τη στάση του κόμματος

Συνεχίζουμε το κάλεσμα για να υπάρξει ένα ενωτικό ψηφοδέλτιο των προοδευτικών δυνάμεων στο δρόμο προς τις εκλογές, και προς την πλευρά της ΕΛΑΣ και του Αλέξη Τσίπρα. Η παρουσία του θεωρούμε ότι αναδιατάσσει τα δεδομένα και έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων.

Η σημερινή του δήλωση ήταν ξεκάθαρη. Η διαφορά όμως του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ με άλλα κόμματα, είναι ότι είναι ένα δημοκρατικό κόμμα της Αριστεράς. Έχουμε όργανα κι έχουμε διαδικασίες. Και εγώ προσωπικά, εκτός από αναπληρωτής εκπρόσωπος Τύπου, που ορίστηκα πριν από έναν χρόνο, εκλέχθηκα στην Κεντρική Επιτροπή εκπροσωπώντας τα μέλη μας από την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας που μου έκαναν την τιμή να με εκλέξουν. Λοιπόν, τα όργανα μας θα συνεδριάσουν για να αξιολογήσουν τα νέα δεδομένα.

Σε εύλογο χρονικό διάστημα θα συνεδριάσει και η Κεντρική Επιτροπή για να αξιολογήσει την πορεία των αποφάσεων. Το ενωτικό μας κάλεσμα είναι διαρκές και είναι σε ισχύ. Ταυτόχρονα όμως έχουμε δηλώσει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ δεν κατεβάζει τον γενικό διακόπτη. Δεν κατεβάζει ρολά, δεν κλείνει και δεν αυτοδιαλύεται. Στόχος μας είναι να είμαστε παρόντες στις επόμενες εθνικές εκλογές μέσα από ένα μεγάλο ενωτικό ψηφοδέλτιο, το οποίο θα καταφέρει να κερδίσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Όμως η διαδρομή του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ δεν κλείνει.

Ο ΣΥΡΙΖΑ γεννήθηκε για να φέρει την πολιτική αλλαγή, για να διεκδικήσει μια άλλη κοινωνία. Όταν κυβέρνησε 4,5 χρόνια κατάφερε να βελτιώσει κατά πολύ τις συνθήκες ζωής του ελληνικού λαού. Και το θυμούνται οι Έλληνες, πως ζούσαν το 2019 και πως ζούμε το 2026, μετά από επτά χρόνια καταστροφικής θητείας Μητσοτάκη. Αυτόν τον στόχο επιτελεί ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και αυτόν τον στόχο θα συνεχίσει να επιτελεί και θα είναι παρών στα πολιτικά πράγματα την επόμενη μέρα, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.

Το πρωτεύον ζήτημα είναι να βρούμε τον τρόπο για να απαλλαγεί η χώρα από την καταστροφική κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Το πώς θα γίνει αυτό, κάντε λίγη υπομονή και θα το βρούμε. Έχουμε όργανα, έχουμε διαδικασίες. Θα ακούσουμε τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, θα ακούσουμε τους ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι μέλη στο κόμμα μας, αλλά προσβλέπουν στην κοινωνική αλλαγή και αυτή θα υπηρετήσουμε στις επόμενες εκλογές. Την ανάγκη για αλλαγή, η οποία εμείς θέλουμε να είναι ενωτική. Διότι θεωρούμε ότι μόνο μία ενωτική απάντηση του προοδευτικού χώρου και της Αριστεράς απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη μπορεί να είναι επιτυχημένη. Κανείς μόνος του δεν μπορεί. Και εμείς θέλουμε να μπορέσουμε. Θέλουμε να φέρουμε την αλλαγή με όποιο τρόπο αυτή είναι δυνατή, αλλά σεβόμενοι τις αρχές και τις αξίες της Αριστεράς για συλλογικότητα και δημοκρατία.

Για την ακρίβεια και τις προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ώστε να αντιμετωπιστεί

Είναι πολιτικό σχέδιο της κυβέρνησης το να συγκεντρώνει τα υπερκέρδη και την υπεραπόδοση από τον ΦΠΑ και να τα κάνει μασούρι. Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, το οποίο είναι κοστολογημένο και μιλάει για μηδενισμό του ΦΠΑ στα είδη πρώτης κατανάλωσης, για επαναφορά 13ης και 14ης σύνταξης, για επαναφορά 13ου και 14ου μισθού στο Δημόσιο, για μείωση του Ενιαίου Φόρου Κατανάλωσης στα χαμηλότερα ευρωπαϊκά όρια και για ανακούφιση των καταναλωτών με παράλληλη στήριξη των μισθών, είναι κοστολογημένο στα 1,3 δισ. ευρώ.  

Η υπεραπόδοση των εσόδων, το υπερπλεόνασμα για το προηγούμενο έτος ήταν 6,5 δισεκατομμύρια. Από τα 6,5 δισεκατομμύρια έχει επιστρέψει μέχρι τώρα η Νέα Δημοκρατία στους πολίτες τα 800 εκατομμύρια. Τώρα -γιατί δεν είχαν άλλα όπως μας λέγανε- ο κ. Μητσοτάκης θα βρει σε ένα μαγικό σακούλι άλλα τρία δισεκατομμύρια για τη ΔΕΘ. Κάπως βγαίνουν τα νούμερα για τη Νέα Δημοκρατία, δεν βγαίνουν για όλους τους υπόλοιπους.

Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ θα είναι παρών στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Και για να στηρίξει την έκθεση ως ένα κομβικό γεγονός για την πόλη μας, αλλά και για να παρουσιάσει τις προτάσεις του, οι οποίες είναι κοστολογημένες, ρεαλιστικές και εφαρμόσιμες και οι οποίες αλλάζουν την πραγματικότητα για τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία. Διότι για εμάς επίκεντρο δεν είναι οι αριθμοί. Για τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ επίκεντρο είναι ο άνθρωπος.

Για τις υποθέσεις της Άννας Μισέλ Ασημακοπούλου και του Δημήτρη Αβραμόπουλου

Η κ. Ασημακοπούλου καταδικάστηκε από την ελληνική Δικαιοσύνη για παραβίαση προσωπικών δεδομένων των εκλογέων της ομογένειας. Άρα, μπορεί για τη Νέα Δημοκρατία να έχει γίνει πλέον μια καθημερινότητα στελέχη της να σέρνονται στα δικαστήρια για πάσης φύσεως αδικήματα, αλλά για τον ελληνικό λαό δεν θα πρέπει να γίνει κανονικότητα οι πολιτικοί να παραβιάζουν το νόμο.

Σε κάθε περίπτωση πρέπει να αρθεί η ασυλία του κ. Αβραμόπουλου. Οι χθεσινές του δηλώσεις είναι αηδιαστικές, θα μου επιτρέψετε να πω. Ότι «δεν απολογούμαι σε κανέναν κερατά» και «είναι μπούρδες αυτά που μου προσάπτουν». Γι’ αυτά που σας προσάπτουν κ. Αβραμόπουλε θα απολογηθείτε και θα ακολουθηθεί η οδός που είναι να ακολουθηθεί. Όλες οι υπόλοιπες οι ψευτομαγκιές να λείπουν.

Tο θέμα της καταρράκωσης του ήθους της πολιτικής, στον βούρκο στον οποίον το οδηγεί η Νέα Δημοκρατία, είναι αυτό το οποίο δημιουργεί την τοξικότητα. Είναι αυτό το οποίο απωθεί τους νέους και τους οδηγεί στην αποχή από την πολιτική και αυτό θα έχει πολύ αρνητικά αποτελέσματα στο μέλλον. Γι’ αυτό και πρέπει να σταματήσει. Και ένας τρόπος υπάρχει μόνο για να σταματήσει. Με τις εκλογές.

ΑΝΟΧΥΡΩΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ – ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ ΣΕ ΚΡΙΣΗ: Σφοδρή κριτική στον καθεστωτισμό και κάλεσμα για προοδευτική διέξοδο

Από τη διάβρωση των θεσμών και τα ζητήματα λογοδοσίας, μέχρι την ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και τις αντιφάσεις της Ευρώπης απέναντι στις παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Έντονος προβληματισμός και αιχμηρή κριτική για την κατάσταση του κράτους δικαίου, τη λειτουργία των θεσμών, την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων εκφράστηκε στην εκδήλωση «ΑΝΟΧΥΡΩΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ – ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ ΣΕ ΚΡΙΣΗ», που πραγματοποιήθηκε στο Πάρκο Ελευθερίας (πρ. ΕΑΤ–ΕΣΑ), με πρωτοβουλία της Left και του Αντιπροέδρου της, Κώστα Αρβανίτη.

Η εκδήλωση μετέφερε στην Αθήνα τη συζήτηση που άνοιξε στις Βρυξέλλες μετά την υπερψήφιση της Έκθεσης για το Κράτος Δικαίου 2025 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με εισηγητή τον Κώστα Αρβανίτη. Οι πιέσεις στους θεσμούς, τα ζητήματα λογοδοσίας, οι υποκλοπές, οι επιθέσεις στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, η προστασία των δικαιωμάτων διεθνώς και η κατάσταση στα Προσφυγικά βρέθηκαν στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου.

Στη συζήτηση συμμετείχαν ο πρώην Πρόεδρος της ΑΔΑΕ και επίτιμος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Χρήστος Ράμμος, ο Δήμαρχος Αθηναίων Χάρης Δούκας, η Ομότιμη Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου του ΑΠΘ Ιφιγένεια Καμτσίδου, η δικηγόρος και πρώην μέλος της Ολομέλειας της ΑΔΑΕ Κατερίνα Παπανικολάου και ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης.

Την εκδήλωση άνοιξε η Ελένη Κωστοπούλου, μητέρα του Ζακ Κωστόπουλου, η οποία αναφέρθηκε στη βιωμένη εμπειρία της μέσα στις δικαστικές αίθουσες μετά τη δολοφονία του παιδιού της, θέτοντας κρίσιμα ερωτήματα για τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, την προστασία των θυμάτων και την ανάγκη ισονομίας.  «Φαίνεται πως δεν υπάρχει όριο ή κόκκινες γραμμές, στο δικαστήριο για να υπερασπιστεί ενας δικηγόρος τον πελάτη του τόνισε χαρακτηριστικά».

Η Ελένη Κωστοπούλου υπογράμμισε ότι η εμπιστοσύνη στους θεσμούς δεν μπορεί να οικοδομηθεί χωρίς σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, χωρίς ουσιαστική λογοδοσία και χωρίς ένα δικαστικό σύστημα που να λειτουργεί με όρους διαφάνειας, ευπρέπειας και ίσης μεταχείρισης. Αναφέρθηκε στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι οικογένειες των θυμάτων μέσα στη δικαστική διαδικασία, στην ανάγκη προστασίας της μνήμης των νεκρών και στην υποχρέωση των θεσμών να εγγυώνται ότι κανείς δεν βρίσκεται πάνω από τον νόμο.

Στην εισαγωγική του τοποθέτηση, ο Κώστας Αρβανίτης τόνισε ότι η κρίση του κράτους δικαίου δεν είναι ένα αφηρημένο θεσμικό ζήτημα, αλλά αποτυπώνεται στην καθημερινότητα των πολιτών, συνδέοντάς την με την ακρίβεια, τη στεγαστική κρίση, τη διεύρυνση των ανισοτήτων και τη γενικευμένη ανασφάλεια.

Όπως σημείωσε, «η δημοκρατία, το κράτος δικαίου και η θεσμική ευρυθμία απαξιώνονται σταθερά και μεθοδευμένα», υποστηρίζοντας ότι η αποδυνάμωση των θεσμικών εγγυήσεων και της λογοδοσίας οδηγεί σε βαθιά κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών προς το πολιτικό σύστημα. Όπως σημείωσε χαρακτηριστικά, «η απαξίωση των θεμελιακών αρχών υπήρξε πάντα κεντρική πολιτική προτεραιότητα και επιλογή των απανταχού καθεστωτικών».

Αναφερόμενος στην πολιτική κατάσταση στη χώρα, έκανε λόγο για ένα μοντέλο διακυβέρνησης που, όπως είπε, «οι ιστορικοί του μέλλοντος θα περιγράψουν», ενώ οι συνέπειές του βιώνονται ήδη από τους πολίτες. «Σήμερα στην Ελλάδα έχουμε Νέα Δημοκρατία, δεν έχουμε Δημοκρατία», τόνισε.

Παράλληλα υπογράμμισε ότι η απάντηση στην κρίση δημοκρατίας και θεσμών βρίσκεται στη συγκρότηση μιας ισχυρής προοδευτικής εναλλακτικής. Όπως ανέφερε, «η απάντηση δεν μπορεί να είναι η επιστροφή στις εργοστασιακές ρυθμίσεις που μας έφεραν εδώ», αλλά η συσπείρωση της Αριστεράς και των δημοκρατικών δυνάμεων γύρω από ένα σχέδιο με κοινωνική δικαιοσύνη, διαφάνεια και πραγματική προστασία των δικαιωμάτων.

Αναφερόμενος στην Έκθεση για το Κράτος Δικαίου 2025 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της οποίας υπήρξε ο εισηγητής, υπογράμμισε ότι η σημασία της δεν βρίσκεται μόνο στις διαπιστώσεις της για τη Δικαιοσύνη, τη διαφθορά, την ελευθερία του Τύπου και τα θεμελιώδη δικαιώματα, αλλά και στο γεγονός ότι αποτέλεσε προϊόν ευρείας δημοκρατικής συναίνεσης των πολιτικών δυνάμεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Ο Αντιπρόεδρος της Left σημείωσε ότι η διαδικασία που οδήγησε στην υπερψήφιση της Έκθεσης απέδειξε πως οι προοδευτικές δυνάμεις μπορούν να συγκροτήσουν κοινό μέτωπο υπεράσπισης της δημοκρατίας, των δικαιωμάτων και των θεσμών απέναντι στις τάσεις αυταρχισμού και οπισθοδρόμησης.

Όπως ανέφερε, η Έκθεση αποτέλεσε «μια έμπρακτη απόδειξη ότι στις προοδευτικές δυνάμεις υπάρχει σφυγμός, ωριμότητα και δυνατότητα να γείρουν την πλάστιγγα» απέναντι στην υποχώρηση των δημοκρατικών εγγυήσεων.

Χαιρετισμό μέσω βίντεο απηύθυνε η ευρωβουλεύτρια Έλενα Κουντουρά, η οποία τόνισε ότι η ασφάλεια των πολιτών στις μετακινήσεις τους συνδέεται άμεσα με τη λειτουργία του κράτους δικαίου και πρέπει να αποτελεί αντικείμενο ουσιαστικού και συστηματικού ελέγχου και δράσης. Υπογράμμισε ότι έχει αποδειχθεί πως στην Ελλάδα παραβιάζονται πέντε ευρωπαϊκοί κανονισμοί και δύο ευρωπαϊκές οδηγίες για τη σιδηροδρομική ασφάλεια, αναδεικνύοντας την ανάγκη για πλήρη διαφάνεια, λογοδοσία και ουσιαστική προστασία της ζωής των πολιτών.

Ο Χρήστος Ράμμος, πρώην Πρόεδρος της ΑΔΑΕ και επίτιμος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, υπογράμμισε ότι η σημερινή κατάσταση του κράτους δικαίου δημιουργεί λόγους έντονης ανησυχίας, καθώς «η δημοκρατία δεν είναι στα καλύτερά της» και η γενικότερη εικόνα είναι τέτοια που «χτυπούν συναγερμοί».

Αναφερόμενος στην υπόθεση των υποκλοπών, χαρακτήρισε την απόφαση του Αρείου Πάγου για τη μη περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης ως «ακατανόητη» και σημείωσε ότι αποτελεί συνέχεια μιας σειράς εξελίξεων που έχουν προκαλέσει απογοήτευση για τη λειτουργία της Δικαιοσύνης. Όπως τόνισε, «η ελληνική Δικαιοσύνη δεν καταφέρνει να ανταποκριθεί σε αυτό που ζητά το λειτούργημά της» όταν κρίνονται υποθέσεις μείζονος δημοκρατικού ενδιαφέροντος.

Ο κ. Ράμμος υπογράμμισε ότι η δυσανεξία απέναντι σε αποφάσεις που δεν είναι αρεστές στους κυβερνώντες υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς, ενώ αναφέρθηκε και στον κίνδυνο της απαξίωσης της δημοκρατίας και της διάδοσης ενός μισαλλόδοξου λόγου απέναντι στους αδύναμους και στις ευάλωτες ομάδες.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις υποκλοπές, επισημαίνοντας ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο την ίδια την παρακολούθηση, αλλά και το γεγονός ότι τεράστιος όγκος προσωπικών δεδομένων πολιτών βρίσκεται σε άγνωστα χέρια, γεγονός που δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους για τη δημοκρατική λειτουργία.

Τέλος, υπογράμμισε ότι χωρίς κράτος δικαίου, κοινωνική συνοχή και εμπιστοσύνη στους θεσμούς, μια χώρα οδηγείται σε κοινωνικές εντάσεις και σε ένα μοντέλο όπου κυριαρχεί η διαφθορά αντί της δημοκρατικής λογοδοσίας.

Ο δήμαρχος Αθηναίων, Χάρης Δούκας, με τη σειρά του, αναφέρθηκε ιδιαίτερα στην υπόθεση των Προσφυγικών και στη δραματική κατάσταση του απεργού πείνας Αριστοτέλη Χαντζή, τονίζοντας την ανάγκη οι λύσεις να προκύπτουν μέσα από τον διάλογο και τη συμμετοχή της ίδιας της κοινότητας. Όπως σημείωσε, η δημοκρατία δεν είναι μόνο θεσμοί, αλλά και καθημερινή πράξη: η προστασία της στέγης, των δημόσιων αγαθών, της κοινωνικής συνοχής και της αξιοπρέπειας των ανθρώπων. Μίλησε για τη «δημοκρατία της καθημερινότητας», που δοκιμάζεται στη γειτονιά, στο σχολείο, στον δημόσιο χώρο και στις υπηρεσίες που επηρεάζουν τη ζωή των πολιτών.

Αναφερόμενος στις μεγάλες προκλήσεις της εποχής, υπογράμμισε την ανάγκη να μπουν όροι κοινωνικής δικαιοσύνης και βιωσιμότητας στην τεχνολογική ανάπτυξη, σημειώνοντας ότι πρέπει να τεθεί το ερώτημα «ποιος θα βάλει φρένο στους ολιγάρχες που ελέγχουν τα data centers» και να διασφαλιστεί ότι η ψηφιακή μετάβαση δεν θα γίνεται εις βάρος του περιβάλλοντος και της κοινωνίας.

Η Ιφιγένεια Καμτσίδου, Ομότιμη Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου του ΑΠΘ, ανέδειξε τη σύνδεση του κράτους δικαίου με την προστασία των δικαιωμάτων, την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και τη δημοκρατική αρχή. Όπως τόνισε, η ελληνική Δικαιοσύνη βρίσκεται σε κρίση, με υποθέσεις όπως οι υποκλοπές και ο ΟΠΕΚΕΠΕ να πλήττουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς. Αναφερόμενη στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, σημείωσε χαρακτηριστικά ότι «η κυρία Κοβέσι προσπαθεί να κάνει το έργο που ίσως δεν θα χρειαζόταν να κάνει, αν το έκανε κάποιος εγχώριος δικαστικός λειτουργός».

Η κα. Καμτσίδου υπογράμμισε ότι «βρισκόμαστε σε μια οριακή στιγμή», καθώς η υπονόμευση του κράτους δικαίου αποδυναμώνει τη δημοκρατία και ευνοεί την άνοδο ακροδεξιών και αυταρχικών αντιλήψεων. Παράλληλα, πρότεινε θεσμικές παρεμβάσεις για την ενίσχυση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, την αναμόρφωση του συστήματος ευθύνης υπουργών και την ενδυνάμωση της συμμετοχής των πολιτών στη δημοκρατική διαδικασία.

Κλείνοντας, κάλεσε τις προοδευτικές δυνάμεις να παρουσιάσουν ένα συνεκτικό σχέδιο δημοκρατικής ανασυγκρότησης της χώρας.

Η Κατερίνα Παπανικολάου, δικηγόρος και πρώην μέλος  της Ολομέλειας της ΑΔΑΕ, κινήθηκε στο ίδιο μήκος κύματος, επισημαίνοντας πως δεν μπορεί να γίνει ο επιβεβλημένος αμοιβαίος έλεγχος μεταξύ των θεσμών, εξαιτίας της παντοδυναμίας της πολιτικής εξουσίας. Αναφερόμενη στη σωρεία σκανδάλων, υπογράμμισε πως η πλειοψηφία δεν μπορεί να αρνείται να κληθούν μάρτυρες επειδή «δεν τους θεωρεί κρίσιμους» ενώ τόνισε πως «δεν είναι τυχαίο που οι πολίτες δεν εμπιστεύονται τη δικαιοσύνη».

Ολοκληρώνοντας, η κα. Παπανικολάου εξέφρασε την άποψη της, πως οι κυβερνητικές πρακτικές του διορισμού της ηγεσίας της δικαιοσύνης έχουν κλονίσει ανεπανόρθωτα την εμπιστοσύνη των πολιτών σε αυτή.

Ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης αναφέρθηκε στη δική του εμπειρία από την υπόθεση των υποκλοπών, υπογραμμίζοντας τον κρίσιμο ρόλο των θεσμικών αντιβάρων. Όπως ανέφερε, όταν προσέφυγε στην ΑΔΑΕ ζητώντας ενημέρωση για ενδεχόμενη παρακολούθησή του, στις 12 Αυγούστου 2020, η παρακολούθηση διακόπηκε την ίδια ημέρα.

Αναφερόμενος στους χειρισμούς της υπόθεσης, σημείωσε ότι η κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στη Δικαιοσύνη και τους θεσμούς έχει γίνει πλέον αντιληπτή από την κοινωνία, ενώ τόνισε ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τις παρακολουθήσεις, αλλά και τα δεδομένα που συλλέχθηκαν και παραμένουν σε άγνωστα χέρια. Παράλληλα, υπογράμμισε τη σημασία της δημοσιογραφικής έρευνας και της κοινωνικής πίεσης στην αποκάλυψη της υπόθεσης.

Κλείνοντας, άσκησε κριτική στον τρόπο σύνταξης των ετήσιων εκθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το κράτος δικαίου, σημειώνοντας ότι βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε στοιχεία που παρέχουν οι ίδιες οι κυβερνήσεις και όχι σε μια ανεξάρτητη αποτύπωση της πραγματικότητας από την κοινωνία των πολιτών και τους θεσμούς ελέγχου.

Ο Νίκος Κολοκοτρώνης, δικηγόρος και γεωγράφος και μέλος της Επιτροπής για την ανάδειξη και υπεράσπιση της Κοινότητας των Προσφυγικών και της συλλογικής τους μνήμης αναφέρθηκε στο ζήτημα των Προσφυγικών και την κινητοποίηση κομμάτων, φορέων και απλών πολιτών στην διατήρηση τους και τη στήριξη τους στο αγώνα του Α. Χαντζή.

Ο κ. Κολοκοτρώνης υπογράμμισε πως στα Προσφυγικά κατοικούν περισσότεροι από τετρακόσιοι άνθρωποι από είκοσι επτά χώρες και οποίοι, όπως υποστηρίζει αντιμετωπίζονται με καταστολή από τις αστυνομικές αρχές, προληπτικές προσαγωγές και βιαιότητα, ακόμη και ενάντια σε παιδιά ενώ αποκάλυψε πως για το θέμα των Προσφυγικών έχει ήδη παρέμβει ειδικός εισηγητής του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για θέματα παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων και το δικαίωμα στη στέγη.

Τις ομιλίες έκλεισε ο κ. Δήμος Καραβόλτσης, κάτοικος των Προσφυγικών, ο οποίος δήλωσε χαρακτηριστικά πως « παίρνουμε ρίσκα για μεγάλες επενδύσεις, όχι όμως για την κοινωνική πολιτική» ενώ στην ενδεχόμενη βίαιη «αντεπίθεση» της κυβέρνησης στο ζήτημα, επέμεινε πως «επίθεση στα Προσφυγικά είναι επίθεση στην ίδια την  αστική δημοκρατία».

Σύντομες παρεμβάσεις κατέθεσαν η Λούκα Κατσέλη, Ομ.Καθηγήτρια ΕΚΠΑ και πρώην υπουργός και ο Θεόδωρος Μαντάς, Αντιπρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

Οι ομιλητές ανέδειξαν τα κρίσιμα ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία των θεσμών, την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, τη διαφάνεια, τη λογοδοσία της εξουσίας, τις υποκλοπές, την ελευθερία του Τύπου και την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στην εκδήλωση παραβρέθηκαν, μεταξύ άλλων, ο Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Σωκράτης Φάμελλος, η Αντιπρόεδρος της Βουλής Όλγα Γεροβασίλη, η πρώην Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου, καθώς και βουλευτές, στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, της Νέας Αριστεράς και του ΠΑΣΟΚ, εκπρόσωποι της αυτοδιοίκησης, της νομικής κοινότητας και της κοινωνίας των πολιτών.

Θ. Ξανθόπουλος: Προσχηματική και εργαλειακή χρήση της συνταγματικής αναθεώρησης από την κυβέρνηση της ΝΔ για εξυπηρέτηση των μικροκομματικών της προτεραιοτήτων-Δεν δίνουμε καμία συναίνεση, καμία λευκή επιταγή

Νέα επίθεση στη ΝΔ για την στάση της στη συνταγματική αναθεώρηση, εγκαλώντας την ότι χρησιμοποιεί το Σύνταγμα και την διαδικασία αναθεώρησης για να εξυπηρετήσει τους δικούς της μικροκομματικούς σχεδιασμούς, εξαπέλυσε ο βουλευτής Δράμας και Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Θεόφιλος Ξανθόπουλος, μιλώντας στην Επιτροπή Συνταγματικής Αναθεώρησης.

“Μιλάμε για προσχηματική αναθεώρηση, για εργαλειακή χρήση της διαδικασίας. Και κάθε συνεδρίαση αυτή η πεποίθηση μας ενισχύεται ακόμη περισσότερο. Εκτίμησή μας είναι ότι δεν υπάρχει ουσιαστικό ενδιαφέρον από την κυβέρνηση για την αναθεώρηση ώστε ο καταστατικός χάρτης να αποτελέσει την κατεύθυνση της χώρας για τα επόμενα χρόνια, αλλά είναι μια άσκηση επί χάρτου ώστε να εξυπηρετήσετε τις μικροκομματικές σας προτεραιότητες και με αυτή την έννοια αισθανόμαστε δικαιωμένοι που δεν σας δίνουμε λευκή επιταγή  στην διαδικασία αυτή”, υπογράμμισε.

Αναφερόμενος στο υπό συζήτηση άρθρο 30 για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας (ΠτΔ), επισήμανε μεταξύ άλλων: “Ζητά η ΝΔ να εκλέγεται για μια θητεία. Δεν μπορείτε να υιοθετείτε την αρχιτεκτονική του Συντάγματος του 1975 και τα βασικά στοιχεία του να μεταλλάσσονται τόσο πολύ που να υποβαθμίζονται ως μη υπάρχοντα. Η απομείωση του κύρους του θεσμού του ΠτΔ είναι πολύ σοβαρό ζήτημα για να το αφήσουμε σε συγκυριακή πλειοψηφία. Η υπόθεση της εκλογής του ΠτΔ μετά την συνταγματική αναθεώρηση του 2019 πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Το βήμα προς τη φθορά, το επεκτείνετε τώρα με τη μια θητεία, 6ετούς διάρκειας και ελάχιστες δυνατές ψήφους. Σας καλώ να δείτε πώς ξεκίνησε το 1975 και πώς καταλήγει το 2030 ο θεσμός”.

“Πιστεύετε ότι με μια θητεία ενισχύεται αυτός ο ενοποιητικός ρόλος του θεσμού του ΠτΔ; Μετά την υφαρπαγή, την αλλαγή πορείας που κάνατε στην αναθεωρητική Βουλή το 2019, ενισχύσατε την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος; Ο ΠτΔ με τις πολύ λίγες ψήφους που θα εκλέγεται και που ουσιαστικά θα είναι άμεσα εξαρτώμενος από την εκάστοτε, ούτε καν πλειοψηφία, μπορεί να επιτελέσει το ρόλο του; Και γιατί παίρνετε την ευθύνη να μην ανανεώνετε την θητεία ενός επιτυχημένου προέδρου;”, ήταν τα κρίσιμα και αναπάντητα ερωτήματα που απηύθυνε προς την κυβερνητική πλειοψηφία.

Όσον αφορά το άρθρο 41 παρ. 2 του Συντάγματος για προκήρυξη εκλογών με επίκληση εθνικού θέματος, ο κ. Ξανθόπουλος τόνισε χαρακτηριστικά: “Δεν είναι ένα προνόμιο του πρωθυπουργού, πέραν των παραδεδεγμένων, κατά τη κρίση του να μπορεί να προκηρύσσει εκλογές, επικαλούμενος εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας, το οποίο μπορεί να είναι η κατάσταση της οικονομίας; Και αυτό το άρθρο σε ένα αμιγώς πρωθυπουργικό σύστημα δεν ενισχύει υπέρμετρα τα προνόμια του πρωθυπουργού και υπονομεύει την φερεγγυότητα και σοβαρότητα των συνταγματικών διατάξεων”.

Για το άρθρο 44 σχολίασε μεταξύ άλλων: “Με βάση την χθεσινή καταδίκη της κ. Άννας Μισέλ Ασημακοπούλου, θεωρείτε ότι το ψηφιακό δημοψήφισμα είναι μια αυθεντική έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας; Θεωρείτε ότι στις συνθήκες που βιώνει η χώρα, με φαινόμενα που έχουν και ποινικές διαστάσεις, μπορούμε να περάσουμε σε συνθήκες ψηφιακού δημοψηφίσματος;” Και μιλώντας για τον θεσμό του δημοψηφίσματος λαϊκής πρωτοβουλίας, παρατήρησε: “Αδιαφορήσατε προκλητικά για αυτή τη δυνατότητα που δίνει το Σύνταγμα. Πώς να δεχτούμε ότι είστε καλών προθέσεων όταν αυτή την ευχέρεια που είχατε να θεσμοθετήσετε το δημοψήφισμα λαϊκής πρωτοβουλίας, την αφήσατε στα αζήτητα. Και δεν το κάνατε γιατί διακατέχεστε από βαθιά συντηρητική αντίληψη και φοβάστε τη δυναμική που μπορεί να αναπτύξει ένα λαϊκό αίτημα και κάνατε σαν μην υπάρχει”, συνέχισε.

Κατέθεσε τέλος τη πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ για ρητή κατοχύρωση του θεσμού του δημοψηφίσματος μετά από λαϊκή πρωτοβουλία, σύμφωνα με την οποία ο ΠτΔ προκηρύσσει δημοψήφισμα για κρίσιμο κοινωνικό ζήτημα εφόσον έχει υποβληθεί αίτημα από 100.000 εκλογείς.

Η τοποθέτηση του Βουλευτή Αρκαδίας και Τομεάρχη Δικαιοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία, Γιώργου Παπαηλιού, ως μέλους της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος

Κατά τη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος (εκ των πραγμάτων επί της κυβερνητικής πρότασης, της μόνης θεσμικά υποβληθείσας, λόγω της υπογραφής της από τον προβλεπόμενο βάσει του Κανονισμού της Βουλής αριθμό βουλευτών), ο Βουλευτής Αρκαδίας και Τομεάρχης Δικαιοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία Γιώργος Παπαηλιού, ως μέλος της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, είπε για τα συζητηθέντα υπό αναθεώρηση άρθρα τα εξής:   

Α) Η συνταγματική ιστορία του ελληνικού λαού και οι συνταγματικοί αγώνες του για Ελευθερία, Δημοκρατία, Δικαιώματα και Κοινωνικό Κράτος αποτυπώνονται διαχρονικά στα Συντάγματα, και στο ισχύον Σύνταγμα, η θεμελίωση και η εφαρμογή του οποίου γίνονται «στο όνομα του ελληνικού λαού».

Στο πλαίσιο αναθεώρησης του Συντάγματος, είναι αναγκαίες ευρείες συναινέσεις. Όμως στην παρούσα φάση δεν είναι δυνατόν αυτές να διαμορφωθούν και λόγω του περιεχομένου της πρότασης της κυβερνητικής πλειοψηφίας, αλλά και λόγω της απουσίας οποιασδήποτε προεργασίας και του ασφυκτικού χρονικού διαστήματος για τη συζήτησή της που επεβλήθη από την κυβερνώσα πλειοψηφία.

Υπό τις σημερινές συνθήκες, η Συνταγματική Αναθεώρηση εργαλειοποιείται, έχοντας ενταχθεί στο προεκλογικό οπλοστάσιο της ΝΔ.

Επιπλέον, μέσω της Συνταγματικής Αναθεώρησης επιδιώκεται ο αποπροσανατολισμός από τα ζέοντα ζητήματα που απασχολούν τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία, ορισμένα εκ των οποίων, θα μπορούσαν να τύχουν συνταγματικής  κάλυψης. 

Το Σύνταγμα δεν είναι απλώς ένα νομικό κείμενο, μέσω του οποίου ρυθμίζεται η λειτουργία των κρατικών θεσμών και κατοχυρώνονται οι ελευθερίες των πολιτών. Σ΄αυτό αποτυπώνεται ένας συγκεκριμένος ιστορικός και κοινωνικός συσχετισμός δυνάμεων, εκφράζονται θεμελιώδεις πολιτικές επιλογές και καθορίζονται τα όρια,εντός των οποίων εξελίσσεται η δημοκρατική ζωή και αναπτύσσονται οι δημοκρατικές λειτουργίες.

Για το λόγο αυτό,  η συνταγματική αναθεώρηση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια τεχνική διαδικασία βελτίωσης των κρατικών λειτουργιών, αλλά ως πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης, για το ποιο κράτος επιδιώκεται να οικοδομηθεί.

Β) (Άρθρα 5-5Α ή 5Β, 14, 15): Η δημοκρατία και η συνταγματική παράδοση έχουν ιστορικά συνδεθεί με την κατοχύρωση και την ελεύθερη άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων και την προστασία τους έναντι της εκτελεστικής εξουσίας-της κυβέρνησης .

Η καταπολέμηση των διακρίσεων, πλέον των όσων ήδη αναφέρονται στο ισχύον Σύνταγμα, και λόγω φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού, εθνοτικής καταγωγής ή αναπηρίας, της προστασίας των προσωπικών δεδομένων και της αντιμετώπισης των προκλήσεων της ψηφιακής εποχής αποτελούν κεντρικά ζητήματα.

Με την κυβερνητική πρόταση εισάγεται συνταγματική αναφορά στην τεχνητή νοημοσύνη, με τη θετική διατύπωση ότι η ΑΙ οφείλει να υπηρετεί την ελευθερία του ατόμου και την ευημερία της κοινωνίας.

Όμως  η διαχείριση της τεχνολογικής εξέλιξης δεν είναι ουδέτερη.

Η ουσιαστική συνταγματική πρόκληση δεν είναι να δηλωθεί ότι η τεχνητή νοημοσύνη «πρέπει να υπηρετεί την κοινωνία», αλλά να κατοχυρωθούν:

  • το δικαίωμα του πολίτη να γνωρίζει πότε αξιολογείται από αλγόριθμο,
  • το δικαίωμα ανθρώπινης επανεξέτασης αυτοματοποιημένων αποφάσεων,
  • η απαγόρευση αλγοριθμικών διακρίσεων,
  • η προστασία των εργαζομένων από συστήματα ψηφιακής επιτήρησης,
  • ο κοινωνικός και δημοκρατικός έλεγχος των μεγάλων ψηφιακών πλατφορμών.

Η  πραγματική απειλή δεν προέρχεται από την τεχνολογία καθαυτή αλλά από τον τρόπο που οι «κυρίαρχοι» κύκλοι την διαχειρίζονται, από τη συγκέντρωση δεδομένων και ισχύος σε κράτη και πολυεθνικές επιχειρήσεις.

Επομένως, ένα προοδευτικό Σύνταγμα, εκτός από την ενδυνάμωση του κοινοβουλευτικού ελέγχου και του ελέγχου από τις Ανεξάρτητες Αρχές, που η λειτουργία τους υπονομεύεται από τη σημερινή  κυβέρνηση, θα έπρεπε να αντιμετωπίζει ευθέως τις νέες μορφές ψηφιακής εξουσίας.

Η δημοκρατία σήμερα δεν απειλείται μόνον από αυταρχικές κρατικές-κυβερνητικές πρακτικές, αλλά και από την υπερσυγκέντρωση οικονομικής δύναμης σε πανίσχυρα ιδιωτικά συμφέροντα. Όταν μεγάλοι οικονομικοί παράγοντες-όμιλοι εταιρειών μπορούν να επηρεάζουν δυσανάλογα τη δημόσια σφαίρα, τα μέσα ενημέρωσης ή τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, πρέπει να αντιμετωπίζονται με συνταγματικές προβλέψεις που ενισχύουν τον κοινωνικό έλεγχο στρατηγικών τομέων της οικονομίας, προστατεύουν τα δημόσια αγαθά και επιτρέπουν στο κράτος να παρεμβαίνει υπέρ του γενικού συμφέροντος.

Γ) (Άρθρο 15): Στην πρόταση, για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στα οποία πρέπει να περιλαμβάνονται και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν υφίσταται πρόβλεψη για την πλήρη διασφάλιση της διαφάνειας και την προαγωγή της πολυφωνίας στην ενημέρωση. 

Πρέπει να προβλέπονται εξειδικευμένα μέτρα και περιορισμοί, που να συνδέονται με τρόπους ελέγχου και τήρησής τους. Είναι αναγκαίες η απαγόρευση υψηλής συγκέντρωσης ιδιοκτησίας, η διαπλοκή οικονομικής και μιντιακής ισχύος, η εξάρτηση από την κρατική διαφήμιση και η επισφαλής εργασία των δημοσιογράφων.

Σε μια προοδευτική  αναθεώρηση θα μπορούσαν να προταθούν ενδεικτικά συνταγματικές εγγυήσεις πολυφωνίας, αυστηρότεροι περιορισμοί στη συγκέντρωση μέσων ενημέρωσης, διαφάνεια στην ιδιοκτησία των ΜΜΕ, ενίσχυση της συντακτικής ανεξαρτησίας, προστασία των δημοσιογράφων από τον εργοδότη τους-την ιδιοκτησία των ΜΜΕ και από στρατηγικές αγωγές φίμωσης (slapps).

Οι κυρώσεις για την παραβίαση των εν λόγω προβλέψεων μπορεί να φθάνουν μέχρι την ανάκληση της άδειας ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού ή την απαγόρευση σύναψης ή την ακύρωση των σχετικών συμβάσεων.

Στην πρόταση της ΝΔ προβλέπεται, η αφαίρεση λεπτομερειακών διατυπώσεων που δεν ταιριάζουν στο Σύνταγμα. Μήπως αυτή η διατύπωση δείχνει το δρόμο για την απάλειψη ακόμη και αυτών των όρων-περιορισμών.

Δ) (Άρθρο 16): Η ΝΔ «κόπτεται» εδώ και χρόνια για την κατάργηση του άρθρου 16 («κοιμάται και ξυπνάει» μ΄ αυτό τον καημό), η ρητή και απολύτως σαφής διατύπωση του οποίου επιβάλλει, η ανώτατη εκπαίδευση να παρέχεται αποκλειστικά από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και να απαγορεύεται να παρέχεται από ιδιώτες.

Το εν λόγω άρθρο έχει παραβιαστεί από την κυβέρνηση της ΝΔ, με τη συνέργεια της Δικαιοσύνης, μέσω της γνωστής απόφασης του Σ.τ.Ε.

Το Σύνταγμα δεν είναι ουδέτερο ως προς την εκπαίδευση.

Ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 δεν περιορίστηκε στην κατοχύρωση ενός ατομικού δικαιώματος στην (ανώτατη) εκπαίδευση. Διαμόρφωσε ένα συγκεκριμένο θεσμικό πρότυπο οργάνωσής της.

Σ΄ αυτό το πλαίσιο, η παροχή της δεν συνιστά εμπόρευμα, αλλά κοινωνικό αγαθό που δεν υπάγεται στη λογική-στους όρους της αγοράς-του κέρδους.

Όμως, την ομιλία του εισηγητή και των ομιλητών της ΝΔ διατρέχουν η αντίληψη αγοράς για την ανώτατη εκπαίδευση (ο όρος- η λέξη «αγορά» διατρέχει το σύνολο της τοποθέτησής τους), χωρίς να περιέχουν τίποτα για το περιεχόμενο των σπουδών. 

Ποιο πρόβλημα της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης επιλύεται με την αναθεώρηση του άρθρου 16;

Δεν έχει δοθεί μέχρι στιγμής πειστική απάντηση.

Οι χαμηλές δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση δεν οφείλονται στο άρθρο 16.

Η υποστελέχωση των πανεπιστημίων δεν οφείλεται στο άρθρο 16.

Η έλλειψη φοιτητικών εστιών δεν οφείλεται στο άρθρο 16.

Οι περιορισμένες ερευνητικές χρηματοδοτήσεις δεν οφείλονται στο άρθρο 16.

Η φυγή νέων επιστημόνων στο εξωτερικό δεν οφείλεται στο άρθρο 16.

Όλα τα παραπάνω αποτελούν πεδία άσκησης δημόσιας-κυβερνητικής πολιτικής.

Κατά συνέπεια, η συνταγματική αναθεώρηση δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο της κυβερνητικής πολιτικής.

Το Σύνταγμα αντιμετωπίζει το άρθρο 16 ως θεσμική εγγύηση, διατηρώντας τον δημόσιο χαρακτήρα της παιδείας ως δημόσιου κοινωνικού αγαθού.

Ακούγεται συχνά το επιχείρημα ότι τα κατ΄ ευφημισμόν μη κρατικά πανεπιστήμια, στην πραγματικότητα ιδιωτικά, θα είναι μη κερδοσκοπικά.

Ακόμη και αν υποτεθεί,  ότι αυτό ισχύει, το ερώτημα παραμένει.

Ποιος εγγυάται, ότι σε βάθος χρόνου δεν θα αναπτυχθούν μηχανισμοί οικονομικής διαφοροποίησης;

Ποιος εγγυάται, ότι η πρόσβαση σε αυτά τα ιδρύματα δεν θα εξαρτάται από την οικονομική δυνατότητα των οικογενειών;

Ποιος εγγυάται ότι δεν θα μεταφέρονται  προτεραιότητες και πόροι από το δημόσιο προς το μη κρατικό σύστημα, όπως θα λέγεται κατ΄ ευφημισμόν, το ιδιωτικό σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης;

Τι θα απογίνουν τα περιφερειακά πανεπιστήμια;

Η δημόσια πανεπιστημιακή εκπαίδευση στην Ελλάδα δεν υπήρξε  απλώς ένας εκπαιδευτικός θεσμός.

Λειτούργησε ως μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας.

Υπήρξε το μέσον, με το οποίο παιδιά αγροτών, εργατών, υπαλλήλων και μικρομεσαίων οικογενειών απέκτησαν πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση και συνακόλουθα στην επιστήμη και στην κοινωνική ανέλιξη.

Αυτή η ιστορική λειτουργία του δημόσιου πανεπιστημίου δεν είναι άσχετη με το άρθρο 16, που αποτελεί μία από τις σημαντικότερες δικαιολογητικές βάσεις της συνταγματικής του προστασίας.

Γι’ αυτό και η σημερινή συζήτηση δεν είναι τεχνική.

Είναι έντονα πολιτική.

Το ερώτημα δεν είναι, αν μπορεί να υπάρξει ένα καλό μη κρατικό πανεπιστήμιο.

Το ερώτημα είναι, αν θα εγκαταλειφθεί η συνταγματική αρχή ότι η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται ισότιμα προς όλους αποκλειστικά από δημόσια ιδρύματα.

Δεν έχει αποδειχθεί ότι μία τέτοια εγκατάλειψη είναι αναγκαία.

Η χώρα έχει ανάγκη από περισσότερη επένδυση στο δημόσιο πανεπιστήμιο, περισσότερη έρευνα, περισσότερες υποτροφίες, περισσότερες εστίες και περισσότερους διδάσκοντες.

Η απάντηση στις αδυναμίες του δημόσιου πανεπιστημίου δεν είναι η συνταγματική υποχώρηση του δημόσιου χαρακτήρα της ανώτατης εκπαίδευσης. Είναι η ενίσχυση και η αναβάθμισή του.

Η Βουλή πρέπει να απορρίψει την πρόταση αναθεώρησης του άρθρου 16 και να μην αποδεχθεί την κήρυξή του ως αναθεωρητέου.

Ε) (Άρθρο 17)

Το άρθρο 17 αφορά την προστασία της ιδιοκτησίας και αποτελεί έναν από τους πυλώνες του ελληνικού συνταγματικού φιλελευθερισμού.

Η προοδευτική  κριτική δεν αμφισβητεί την ανάγκη προστασίας της ατομικής ιδιοκτησίας. Υποστηρίζει όμως ότι η ιδιοκτησία δεν είναι απόλυτο δικαίωμα αλλά θεσμός με κοινωνική διάσταση.

Επομένως, μια προοδευτική αναθεώρηση θα μπορούσε να ενισχύσει: την κοινωνική λειτουργία της ιδιοκτησίας, την προστασία της πρώτης κατοικίας, τη δυνατότητα κοινωνικών απαλλοτριώσεων για λόγους δημοσίου συμφέροντος, την προστασία των φυσικών πόρων από αμιγώς κερδοσκοπική εκμετάλλευση.

Το Σύνταγμα οφείλει να προστατεύει όχι μόνο τον ιδιοκτήτη αλλά και όσους αποκλείονται από την πρόσβαση σε βασικά αγαθά, όπως η κατοικία και η γη.

Τα δημόσια αγαθά, το νερό και η ενέργεια πρέπει να τελούν υπό τον άμεσο και απόλυτο έλεγχο του κράτους.

ΣΤ) (Άρθρο 21) Η αναθεώρηση του άρθρου 21 του Συντάγματος αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη δοκιμασία για τον κοινωνικό χαρακτήρα της επικείμενης συνταγματικής μεταρρύθμισης. Και αυτό διότι το άρθρο 21 δεν είναι μια οποιαδήποτε συνταγματική διάταξη. Είναι το θεμέλιο του κοινωνικού κράτους δικαίου. Είναι η διάταξη που προστατεύει την οικογένεια, την υγεία, τα άτομα με αναπηρία, τη μητρότητα, την παιδική ηλικία και, μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2019, το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα. Πρέπει να προστεθεί και η ύπαιθρος χώρα (η περιφέρεια), η οποία ερημώνει.

Συνιστά γενική ρήτρα, η συγκεκριμενοποίηση  της οποίας γίνεται με το ισχύον άρθρο 106 για την ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας και την περιφερειακή ανάπτυξη, τις ορεινές και νησιωτικές περιοχές.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι, αν η συνταγματική κατοχύρωση όλων αυτών των στοιχείων δημιουργεί πραγματικές υποχρεώσεις για το κράτος και αγώγιμες αξιώσεις για τους πολίτες ή αν αυτή περιορίζεται σε ένα συμβολικό και  διακηρυκτικό χαρακτήρα.

Με την κυβερνητική πρόταση προτείνεται η προσθήκη δύο νέων στοιχείων: της κρατικής μέριμνας για προσιτή στέγη και της αρχής της διαγενεακής δικαιοσύνης και αλληλεγγύης κατά το σχεδιασμό των δημόσιων πολιτικών. Πρόκειται ασφαλώς για ζητήματα που ανταποκρίνονται σε υπαρκτές κοινωνικές ανάγκες. Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι, αν οι όροι αυτοί είναι θετικοί. Αλλά αν η συνταγματική τους κατοχύρωση δημιουργεί πραγματικές υποχρεώσεις για το κράτος ή αν περιορίζεται σε έναν συμβολικό και διακηρυκτικό χαρακτήρα.

Η διαφορά είναι έντονα πολιτική. Άλλο πράγμα είναι η κρατική μέριμνα και άλλο η κατοχύρωση ενός κοινωνικού δικαιώματος. Η πρώτη αφήνει ευρύτατη διακριτική ευχέρεια στον κοινό νομοθέτη. Η δεύτερη δημιουργεί θεσμικές δεσμεύσεις και καθιστά το κράτος υπόλογο έναντι των πολιτών.

Τα κοινωνικά δικαιώματα αποκτούν αξία μόνον όταν παράγουν συγκεκριμένες υποχρεώσεις για την κρατική εξουσία. Αν όχι,υπάρχει κίνδυνος να λειτουργήσουν περισσότερο ως πολιτικό σύνθημα παρά ως συνταγματικός κανόνας.

Ιδιαίτερα προβληματική είναι η απουσία πρόβλεψης για τη συνταγματική κατοχύρωση του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Η πανδημία απέδειξε, ότι η δημόσια υγεία αποτελεί βασική προϋπόθεση κοινωνικής συνοχής και δημοκρατικής ανθεκτικότητας. Παρ’ όλα αυτά, η κυβερνητική πρόταση δεν φαίνεται να αναβαθμίζει συνταγματικά το ΕΣΥ.

Η κρίση των σύγχρονων δημοκρατιών συνδέεται άμεσα με τη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Στην Ελλάδα του 2026 η στεγαστική κρίση, η επισφάλεια των νέων εργαζομένων και η γήρανση του πληθυσμού δεν αποτελούν απλώς κοινωνικά προβλήματα. Αποτελούν προκλήσεις για την ίδια τη δημοκρατική νομιμοποίηση των θεσμών.

Γι’ αυτό και η μεγάλη αδυναμία της προτεινόμενης κυβερνητικής αναθεώρησης είναι, ότι αντιμετωπίζει τα κοινωνικά δικαιώματα περισσότερο ως πεδίο κρατικής μέριμνας παρά ως πεδίο συνταγματικά εγγυημένων αξιώσεων των πολιτών. Η κατοικία εμφανίζεται ως αντικείμενο πολιτικής φροντίδας και όχι ως δικαίωμα. Η υγεία-το ΕΣΥ παραμένει χωρίς ειδική συνταγματική θωράκιση. Η διαγενεακή δικαιοσύνη εισάγεται χωρίς σαφές κανονιστικό περιεχόμενο.

Το άρθρο 21 θα μπορούσε να μετατραπεί από διάταξη κρατικής μέριμνας σε διάταξη κοινωνικής εγγύησης.αποτελώντας ιστορική ευκαιρία για την αναβάθμιση του κοινωνικού κράτους στην εποχή της στεγαστικής κρίσης, της δημογραφικής συρρίκνωσης και των νέων ανισοτήτων..

Ζ) Άρθρο  24

Το άρθρο 24 του Συντάγματος αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες του ελληνικού συνταγματικού οικοδομήματος. Από τη θέσπισή του το 1975 και ιδίως μετά την αναθεώρηση του 2001, κατοχύρωσε την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος ως συνταγματική υποχρέωση του κράτους και δικαίωμα των πολιτών. Τίθενται φραγμοί στην άναρχη δόμηση, στην καταστροφή των δασών και στην υποβάθμιση των κοινών φυσικών αγαθών.

Η παράκαμψη παγίων εγγυήσεων περιβαλλοντικής προστασίας θα μπορούσε να οδηγήσει σε εκτεταμένη υποβάθμιση των ελεύθερων χώρων και των κοινών αγαθών.

Πρέπει να ενισχυθούν οι εγγυήσεις για το περιβάλλον και τη στέγη. Να αποτραπεί η εργαλειοποίηση της συνταγματικής προστασίας τους προς όφελος ισχυρών οικονομικών συμφερόντων.

Η συζήτηση που διεξάγεται σήμερα για νέα αναθεώρηση του άρθρου 24 προκαλεί εύλογες ανησυχίες. Αν και οι υποστηρικτές της προβάλλουν ως στόχο την επιτάχυνση των επενδύσεων, την αντιμετώπιση της γραφειοκρατίας και την καλύτερη αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, η ουσία των προτεινόμενων αλλαγών φαίνεται να μετατοπίζει τη συνταγματική ισορροπία υπέρ της οικονομικής εκμετάλλευσης και εις βάρος της περιβαλλοντικής προστασίας.

Χαρακτηριστική περίπτωση, η εγκατάσταση ΑΠΕ  οπουδήποτε, χωρίς να εξαιρούνται οι περιοχές που χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας, οι περιοχές natura, η γη υψηλής παραγωγικότητας. 

Το περιβάλλον δεν αποτελεί εμπόδιο για την ανάπτυξη αλλά προϋπόθεση μιάς βιώσιμης και κοινωνικά δίκαιης ανάπτυξης. Η κλιματική κρίση, οι πυρκαγιές, οι πλημμύρες και η απώλεια βιοποικιλότητας καθιστούν αναγκαία την ενίσχυση, και όχι την αποδυνάμωση, των συνταγματικών εγγυήσεων. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι τα κράτη που υποβάθμισαν τους μηχανισμούς περιβαλλοντικού ελέγχου αντιμετώπισαν μακροπρόθεσμα υψηλότερο οικονομικά και κοινωνικά κόστος.

Η κυβερνητική πρόταση φαίνεται να ενισχύει την αντίληψη σύμφωνα με την οποία το περιβάλλον πρέπει να υποχωρεί όταν συγκρούεται με επενδυτικές επιδιώξεις.

Αυτό αφορά και τα δάση και τις δασικές εκτάσεις. Η ελληνική εμπειρία έχει αποδείξει ότι κάθε χαλάρωση των συνταγματικών φραγμών συνοδεύεται από πιέσεις για αλλαγή χρήσεων γης, νομιμοποίηση αυθαιρεσιών και επέκταση της οικοδομικής δραστηριότητας. Τα δάση δεν αποτελούν μόνον οικολογικό κεφάλαιο, αλλά και κρίσιμη υποδομή προστασίας έναντι της κλιματικής κρίσης. Συγκρατούν νερά, μειώνουν τις θερμοκρασίες, προστατεύουν τη βιοποικιλότητα και λειτουργούν ως φυσικές ασπίδες απέναντι σε ακραία καιρικά φαινόμενα. Η συνταγματική προστασία τους δεν μπορεί να εξαρτάται από πρόσκαιρες αναπτυξιακές επιδιώξεις.

Η σχετική συζήτηση φαίνεται να στηρίζεται σε ένα ψευδές δίλημμα: είτε περιβαλλοντική προστασία είτε ανάπτυξη. Στην πραγματικότητα, οι σύγχρονες οικονομίες που επενδύουν στην πράσινη μετάβαση, στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στην κυκλική οικονομία και στην ανθεκτικότητα έναντι της κλιματικής αλλαγής αναπτύσσονται βιώσιμα.

Συμπερασματικά, η προτεινόμενη αναθεώρηση του άρθρου 24 εγείρει σοβαρά ζητήματα ως προς την κατεύθυνση της συνταγματικής προστασίας του περιβάλλοντος. Το ζητούμενο δεν είναι η χαλάρωση των εγγυήσεων προς όφελος της ταχύτερης εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων και της γης, αλλά η προσαρμογή του Συντάγματος στις προκλήσεις της εποχής της κλιματικής κρίσης.