Επίθεση στη κυβέρνηση της ΝΔ για την υποκριτική στάση απέναντι στη Βουλή και την εργαλειοποίηση του Συντάγματος και των θεσμών, προκειμένου να εξυπηρετήσει τα δικά της μικροκομματικά συμφέροντα, εξαπέλυσε ο βουλευτής Δράμας και Ειδικός Αγορητής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Θ. Ξανθόπουλος, μιλώντας στη Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος.
“Αύριο έρχεται στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής το αίτημα των δύο πέμπτων της αντιπολίτευσης για την κλήση του κυρίου Δημητριάδη και του κυρίου Ντίλιαν για το σκάνδαλο των υποκλοπών. Και μολονότι σύμφωνα με τον Κανονισμό της Βουλής είναι αυτοδίκαια η κλήση τους, ο Πρόεδρος της Επιτροπής την συγκαλεί για να αποφασίσουμε. Δηλαδή και στα πλέον προφανή βρίσκετε τρόπο παράκαμψης της ρητής διάταξης για να εξυπηρετήσετε την πολιτική συγκυρία που σας ευνοεί”, τόνισε χαρακτηριστικά.
Ο κ. Ξανθόπουλος εξέφρασε την αντίθεση του κόμματός του στην τροποποίηση του άρθρου 29 του Συντάγματος για τη λειτουργία των πολιτικών κομμάτων το οποίο όπως είπε θεσπίστηκε στο Σύνταγμα του 1975 σε μια περίοδο τομή για τη σύγχρονη ιστορία μας, μετά την νομιμοποίηση του επί δεκαετίες παράνομου κομμουνιστικού κόμματος, με την πίεση του λαϊκού παράγοντα, ο οποίος αντιλήφθηκε ότι η καχεκτική δημοκρατία της προδικτατορικής περιόδου τελικώς υπήρξε το θερμοκήπιο της εκτροπής της συνταγματικής και της επιβολής της δικτατορίας. Διατύπωσε όμως τον έντονο προβληματισμό του για την παράγραφο 3 του άρθρου. “Υποβαθμίζεται το δικαίωμα ενός τεράστιου αριθμού πολιτών να εκφράζονται πολιτικά εξαιτίας της επαγγελματικής τους επαγγελματικής τους και μόνον. Είναι λογικό να μην μπορούν να τοποθετούνται πολιτικά οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι υπάλληλοι των ΟΤΑ; Πρέπει να ανοίξει μια συζήτηση κατά πόσον η παράγραφος 3 συνάδει με τη σύγχρονη μορφή δημοκρατίας και δεν φαλκιδεύει, δεν στερεί τα πολιτικά δικαιώματα μεγάλου αριθμού πολιτών, δεκάδων χιλιάδων πολιτών, των οποίων η επαγγελματική ιδιότητα υπερτερεί αυτής του πολίτη”, υπογράμμισε.
Για την τροποποίηση του άρθρου 60, αναρωτήθηκε γιατί το ισχύον Σύνταγμα εμποδίζει, κατά την άποψη της πλειοψηφίας, τον βουλευτή στην άσκηση της νομοθετικής και ελεγκτικής αρμοδιότητας. “Ο Κανονισμός της Βουλής και η συνείδησή μας είναι επαρκές πλαίσιο για να ασκήσουμε τον ελεγκτικό μας ρόλο. Είναι επαρκώς κατοχυρωμένος και οχυρωμένος ο ρόλος του βουλευτή. Αυτό που υποβαθμίζει και υπονομεύει την ελεγκτική του αρμοδιότητα είναι η αυταρχική αντίληψη της κυβέρνησης και η συμπεριφορά των μελών της κυβέρνησης”. επισήμανε και θύμισε την εμπειρία από την σύσταση των Εξεταστικών επιτροπών με πρωτοβουλία της αντιπολίτευσης.
Ο κ. Ξανθόπουλος παρατήρησε επίσης ότι ως βουλευτής από το 2019, δεν έχει ψηφίσει ένα νομοσχέδιο με τις προβλέψεις του Κανονισμού της Βουλής σε ό, τι αφορά τις προθεσμίες καθώς τα εκατοντάδες νομοθετήματα είχαν όλα το χαρακτήρα του κατεπείγοντος. Δήλωσε ακόμη τη διαφωνία του και με τη πρόταση της ΝΔ για το άρθρο 77, σχετικά με τη δυνατότητα παραπομπής νόμου για λόγους αντισυνταγματικότητας στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, καθώς όπως είπε αποτελεί μια εκ πλαγίου παραβίαση της αρχής του διάχυτου ελέγχου συνταγματικότητας από ένα δικαστήριο που δεν προβλέπεται ούτε στη συνταγματική μας παράδοση, αλλά ούτε και στην έννομη τάξη. Ζήτησε τέλος να τεθούν αυστηρές διατάξεις για τις λεγόμενες εκπρόθεσμες τροπολογίες και επανέλαβε ότι η κυβέρνηση έχει ευθύνη γιατί ουδέποτε έφερε εφαρμοστικό νόμο για την πρόβλεψη του Συντάγματος σχετικά με τον θεσμό της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας.