Skip to main content

Θεματική Ενότητα: Δικαιοσύνη

Γιώργος Παπαηλιού: Σε περιόδους έντασης, κρίσης και πολέμου αξιοποιείται η έννοια της τρομοκρατίας ως εργαλείου διεύρυνσης της καταστολής

Σημεία των ομιλιών του βουλευτή Αρκαδίας, Τομεάρχη Δικαιοσύνης και Ειδικού Αγορητή του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στην αρμόδια Επιτροπή και στην Ολομέλεια της Βουλής κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης «Κύρωση του Πρωτοκόλλου του Συμβουλίου της Ευρώπης για την τροποποίηση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την καταστολή της τρομοκρατίας»

1) Η τρομοκρατία, ως (νομικός) όρος, δεν έχει ένα γενικά αποδεκτό περιεχόμενο.

Η αντίληψη γι΄ αυτήν, διαφοροποιείται, ανάλογα με τη χρονική περίοδο και τις συνθήκες τις οποίες καλύπτει.

Επικρατεί η αντίληψη των κυρίαρχων τάξεων.

Σε αυτό το πλαίσιο, η νοηματοδότησή της είναι απροσδιόριστη και υποκειμενική.

Μάλιστα προκαλείται (σκόπιμη) σύγχυση με τη δράση εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων ή κοινωνικών εξεγέρσεων.

Τα παραδείγματα είναι πολλά.

Οι επαναστάτες  του 1821 χαρακτηρίζονταν από την Ιερά συμμαχία τρομοκράτες, το ίδιο και η plo του Γιασέρ Αραφάτ, μέχρις ότου αναγνωριστούν ως αγωνιστές της Εθνικής Απελευθέρωσης και Ελευθερίας  

Τα τελευταία χρόνια ο όρος έχει επεκταθεί και έχει εισαχθεί στην τρέχουσα πολιτική ορολογία.    

Υπάγουν στην έννοια της τρομοκρατίας και δράσεις απλής διαμαρτυρίας, προκειμένου να τεθεί εκποδών-να δυσφημιστεί ο ριζοσπαστικός λόγος και η ριζοσπαστική δράση, απόψεις και κινήσεις που δεν συνάδουν με το κυρίαρχο αφήγημα.   

Πάντως στην ακροτελεύτια διάταξη του Συντάγματος άρθρο 120 παρ. 4 προβλέπεται ότι η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσον εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία. 

2) Η συζήτηση του σχετικού κυρωτικού νομοσχεδίου διεξάγεται σε ένα ιδιαίτερα φορτισμένο θεσμικό και πολιτικό περιβάλλον στο εσωτερικό και πολεμικό διεθνώς.

Η κυβέρνηση επιλέγει, για μία φορά ακόμη, να αρνηθεί τη διερεύνηση σοβαρών υποθέσεων που άπτονται της διαφάνειας και της λογοδοσίας.

Τα μέχρι τώρα πεπραγμένα της σε τέτοιου είδους σχετικά θέματα, πρόσφατα, η εκ μέρους της άρνηση σύστασης προανακριτικής επιτροπής για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, σε συνδυασμό με τη συνολικότερη στάση της έναντι αιτημάτων για τη σύσταση εξεταστικών επιτροπών για το σκάνδαλο των υποκλοπών, αποκαλύπτει τη  βαθύτερη πολιτική επιλογή της, να αποφευχθεί η ουσιαστική διερεύνηση υποθέσεων μείζονος σημασίας για την ασφάλεια της χώρας και  διαφθοράς στις οποίες εμπλέκονται κορυφαία στελέχη της.  

Η κυβερνητική επιχειρηματολογία επιχειρεί να μετατοπίσει τη συζήτηση. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, η αντιπολίτευση «θέλει να συζητάμε για εξεταστικές και προανακριτικές» αντί για την οικονομία και την εξωτερική πολιτική.

Λες και οι υποθέσεις των υποκλοπών- της παρακολούθησης ανώτατων αξιωματούχων των Ενόπλων Δυνάμεων και της κυβέρνησης αλλά και της διασπάθισης δημοσίων πόρων είναι ελάσσονα ζητήματα  και δεν επηρεάζουν την ασφάλεια και την οικονομία της χώρας.

Όμως το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο: Μπορεί να υπάρξει αξιόπιστη πολιτική για την ασφάλεια-τη διεθνή θέση και την οικονομία της χώρας, όταν υπονομεύονται οι ίδιοι οι μηχανισμοί ελέγχου και λογοδοσίας;

Και αυτό διότι η δημοκρατία δεν λειτουργεί επιλεκτικά. Δεν μπορεί να γίνεται  επίκληση του κράτους δικαίου, όταν συζητούνται διεθνείς συμβάσεις και ταυτόχρονα αυτό να παρακάμπτεται,  όταν πρόκειται για τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας στο εσωτερικό της χώρας.

Σε περιόδους έντασης, κρίσης και πολέμου αξιοποιείται  η έννοια της τρομοκρατίας ως εργαλείου διεύρυνσης της καταστολής.

Νομικές ρυθμίσεις που εισάγονται με σκοπό την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας συχνά επεκτείνονται πέραν αυτού του πεδίου, επηρεάζοντας πολιτικά δικαιώματα, κοινωνικές κινητοποιήσεις και μορφές διαμαρτυρίας. Η λεγόμενη «ασφαλειοποίηση» της πολιτικής ζωής οδηγεί στη μετατόπιση από την προστασία της κοινωνίας προς την ενίσχυση μηχανισμών ελέγχου και επιτήρησης.

Σε αυτό το πλαίσιο, ανακύπτει ο κίνδυνος η έννοια και η επίκληση της τρομοκρατίας να λειτουργεί ως «ομπρέλα» κάτω από την οποία εντάσσονται ετερογενείς συμπεριφορές, κυρίως εκείνες που συνδέονται με πολιτική δράση ή κοινωνική διαμαρτυρία, ενισχύοντας πρακτικές προληπτικής καταστολής.

Η ανάγκη αποτελεσματικής αντιμετώπισης της τρομοκρατίας, δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην καταστολή. Απαιτείται κυρίως η αντιμετώπιση των κοινωνικών, πολιτικών και γεωπολιτικών συνθηκών που ευνοούν την εμφάνιση και την αναπαραγωγή της.

Μία δημοκρατική πολιτεία οφείλει να είναι ιδιαίτερα προσεκτική, ώστε η επίκληση της ασφάλειας να μην οδηγεί σε περιορισμό των ελευθεριών και σε διάβρωση του κράτους δικαίου. Εν τέλει, η υπεράσπιση της δημοκρατίας δεν μπορεί να επιτευχθεί με μέσα που την υπονομεύουν.

Δεν μπορεί να οδηγεί σε αποδοχή ενός πλαισίου, όπου η ασφάλεια καθίσταται υπέρτερη και σχεδόν απόλυτη αξία, εις βάρος της ελευθερίας, της νομικής ασφάλειας και της αναλογικότητας.

Το Πρωτόκολλο, με τις ρυθμίσεις του, επιχειρεί μια σημαντική διεύρυνση του πεδίου των «τρομοκρατικών αδικημάτων». Η έννοια της τρομοκρατίας δεν περιορίζεται πλέον σε πράξεις βίας με ιδεολογικό ή πολιτικό σκοπό, αλλά επεκτείνεται και σε συμπεριφορές που μπορεί να ερμηνευθούν με ευρύτητα και ευελιξία.

Επεκτείνεται η ποινική ευθύνη σε στάδια προπαρασκευαστικά ή έμμεσης συμμετοχής, όπως η «υποστήριξη» ή η «διευκόλυνση». Με τη μετατόπιση αυτή από την τιμώρηση συγκεκριμένων πράξεων προς την τιμώρηση της πρόθεσης, της συμμετοχικής εγγύτητας ή ακόμη και της υποψίας, δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο. Το ποινικό δίκαιο παύει να είναι δίκαιο των πράξεων και μετατρέπεται σταδιακά σε δίκαιο της πιθανότητας και της εκτίμησης κινδύνου.

Όταν τα όρια του ποινικού κολασμού διευρύνονται υπέρμετρα, τότε αυξάνεται αναπόφευκτα και ο κίνδυνος αυθαίρετης ή δυσανάλογης εφαρμογής.

Διευκολύνονται οι διαδικασίες έκδοσης και ενισχύεται η δυνατότητα χρήσης του Πρωτοκόλλου της Σύμβασης ως αυτόνομης νομικής βάσης. Έτσι περιορίζεται ουσιαστικά ο ρόλος των εθνικών δικαστικών αρχών και αποδυναμώνεται η δυνατότητα ουσιαστικού ελέγχου των προϋποθέσεων έκδοσης.

Σε αυτό το πλαίσιο, η μείωση της δικαστικής διακριτικής ευχέρειας και η τάση προς αυτοματοποιημένες διαδικασίες δημιουργούν εύλογους κινδύνους για την αρχή της δίκαιης δίκης.

Ακόμη και οι προβλεπόμενες εγγυήσεις, βάσει των οποίων απαγορεύεται η έκδοση σε περιπτώσεις κινδύνου βασανιστηρίων ή θανατικής ποινής, δεν είναι απόλυτες. Εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από διπλωματικές διαβεβαιώσεις και εκτιμήσεις των εμπλεκόμενων κρατών.

Επιπλέον, εισάγεται ένα σύστημα διμερών και πολυμερών συμφωνιών, το οποίο, αν και παρουσιάζεται ως στοιχείο ευελιξίας, στην πράξη οδηγεί σε ένα κατακερματισμένο καθεστώς προστασίας των δικαιωμάτων.

Δημιουργείται έτσι μια Ευρώπη πολλών ταχυτήτων στο πεδίο του ποινικού δικαίου, όπου τα θεμελιώδη δικαιώματα δεν απολαμβάνουν ενιαίας και ισότιμης προστασίας.

Η μετατόπιση κρίσιμων αρμοδιοτήτων προς όργανα με περιορισμένη λογοδοσία δημιουργεί ένα δημοκρατικό έλλειμμα. Η ποινική πολιτική, όμως, δεν μπορεί να ασκείται ερήμην της δημοκρατικής διαδικασίας. Δεν μπορεί να μετατρέπεται σε τεχνικό αντικείμενο διαχείρισης, αποκομμένο από τον δημόσιο έλεγχο.

Το Πρωτόκολλο αυτό δεν είναι απλώς ένα τεχνικό εργαλείο ενίσχυσης της διεθνούς συνεργασίας. Αντανακλά μια γενικότερη τάση διεθνοποίησης της καταστολής και ενίσχυσης της λογικής της προληπτικής ασφάλειας. Μια λογική που, αν δεν ελεγχθεί, μπορεί να οδηγήσει σε συρρίκνωση μέχρι κατάργησης  των εγγυήσεων του κράτους δικαίου.

Η ασφάλεια δεν πρέπει να λειτουργεί ως υπερ-αρχή που υπερισχύει κάθε άλλης συνταγματικής και δημοκρατικής αξίας. Όμως η δημοκρατία δεν κρίνεται μόνο από την ικανότητά της να προστατεύεται, αλλά και από την ικανότητά της να προστατεύεται χωρίς να αυτοαναιρείται. Δεν απορρίπτουμε την ανάγκη για διεθνή συνεργασία.

Το πλαίσιο, μέσω του οποίου διευρύνεται υπέρμετρα το ποινικό πεδίο, αποδυναμώνεται ο δικαστικός έλεγχος και ενισχύεται η τεχνοκρατική διακυβέρνηση εις βάρος της δημοκρατικής λογοδοσίας, εισάγει νομική αβεβαιότητα στο ευαίσθητο πεδίο του ποινικού δικαίου.

Η συνολική εικόνα του Πρωτοκόλλου δείχνει κάτι βαθύτερο. Δεν πρόκειται μόνο για ένα εργαλείο καταστολής της τρομοκρατίας, αλλά για ένα μέσον μιας ευρύτερης αναδιάρθρωσης του διεθνούς συντονισμού στο πεδίο της ποινικής μεταχείρισης.

Η καταπολέμηση της τρομοκρατίας είναι αναγκαία. Αλλά δεν μπορεί να γίνεται εις βάρος του κράτους δικαίου. Και αυτό διότι έτσι, υπονομεύεται η ίδια η δημοκρατία, που θέλουμε ή υποτίθεται ότι θέλουμε να προστατεύσουμε.

ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ: Η ΝΔ επιχειρεί νέα συγκάλυψη για τις υποκλοπές

Ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ

Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει τη διερεύνηση των σκανδάλων, την αναζήτηση της αλήθειας και την απόδοση δικαιοσύνης ως μια δύσκολη πολιτική εξίσωση. Όλα μπαίνουν στο ζύγι της πολιτικής επιβίωσης και της επικοινωνιακής διαχείρισης.

Γι’ αυτό και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, απέφυγε σήμερα να απαντήσει καθαρά αν η κυβέρνηση θα αποδεχθεί τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής για το σκάνδαλο των υποκλοπών, δηλώνοντας ότι «αξιολογείται η πρόταση». Δεν απαντούν ούτε θετικά ούτε αρνητικά, γιατί πρώτα μετρούν το πολιτικό κόστος της συγκάλυψης που επιχειρούν.

Η ΝΔ δεν αναζητά την αλήθεια. Αναζητά τον πιο ασφαλή τρόπο για να περιορίσει τη ζημιά από ένα σκάνδαλο που αγγίζει τον πυρήνα του κράτους δικαίου και εκθέτει προσωπικά τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Το σκάνδαλο των υποκλοπών διατρέχει πλέον τους ίδιους τους θεσμούς.

Διατρέχει τη Δικαιοσύνη, όπου από τη μία πλευρά το Μονομελές Πλημμελειοδικείο στάθηκε στο ύψος του, διαβιβάζοντας την υπόθεση για νέες διώξεις, ενώ από την άλλη ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, εμπλεκόμενος ως πρώην αν. επόπτης της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, επέλεξε την αρχειοθέτηση της υπόθεσης, παραβιάζοντας κάθε έννοια αμεροληψίας.

Διατρέχει όμως και τη Βουλή.

Η προηγούμενη Εξεταστική Επιτροπή για τις υποκλοπές απαξιώθηκε και νοθεύτηκε πολιτικά, με καταγγελίες ακόμη και για προσυνεννοημένες ερωτήσεις από βουλευτές της ΝΔ. Και τώρα η κυβέρνηση επιχειρεί ένα νέο πραξικόπημα συγκάλυψης: να αποτρέψει τη σύσταση νέας Εξεταστικής Επιτροπής, παραβιάζοντας ευθέως το Σύνταγμα και τον Κανονισμό της Βουλής.

Το κυβερνητικό αφήγημα που διαρρέεται, ότι δήθεν για τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής σχετικά με την ΕΥΠ απαιτούνται 151 βουλευτές λόγω «εθνικής ασφάλειας», είναι νομικά και κοινοβουλευτικά αβάσιμο.

Το άρθρο 68 του Συντάγματος και το άρθρο 144 του Κανονισμού της Βουλής είναι απολύτως σαφή: η αυξημένη πλειοψηφία των 151 βουλευτών αφορά ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και εθνικής άμυνας, όχι τη διερεύνηση του σκανδάλου των υποκλοπών και της λειτουργίας της ΕΥΠ.

Άλλωστε, και η προηγούμενη Εξεταστική Επιτροπή για τις υποκλοπές συστάθηκε με βάση το άρθρο 144 παρ. 5 του Κανονισμού της Βουλής, δηλαδή με τον κανόνα των 120 βουλευτών και όχι των 151.

Εκτός αν η κυβέρνηση είναι πλέον έτοιμη να παραδεχθεί ότι η παρακολούθηση του τότε υπουργού Εξωτερικών, Νίκου Δένδια, και του τότε Αρχηγού ΓΕΕΘΑ, Κωνσταντίνου Φλώρου, συνιστά υπόθεση εξωτερικής πολιτικής και εθνικής άμυνας, άρα κακούργημα, και είναι έτοιμη να κινηθεί ποινικά κατά παντός υπευθύνου. Η δημοκρατία και το κράτος δικαίου δεν μπορούν να λειτουργούν α λα καρτ, ανάλογα με τις ανάγκες της κυβερνητικής συγκάλυψης. Όσο κι αν επιχειρούν να καθυστερήσουν ή να μπλοκάρουν τη διερεύνηση, η αλήθεια για το παρακρατικό κύκλωμα των υποκλοπών δεν πρόκειται να θαφτεί.

Χρ. Γιαννούλης στη Βουλή: «Η κυβέρνηση φοβάται την αλήθεια για τις υποκλοπές και τα Τέμπη»

Σκληρή κριτική στην κυβέρνηση και στον υπουργό Δικαιοσύνης Γιώργο Φλωρίδη άσκησε από το βήμα της Βουλής ο βουλευτής Α’ Θεσσαλονίκης του ΣΥΡΙΖΑ–Προοδευτική Συμμαχία Χρήστος Γιαννούλης, με αφορμή τη συζήτηση για ζητήματα Δικαιοσύνης και θεσμικής λογοδοσίας.

Ο κ. Γιαννούλης αναφέρθηκε στη συστηματική απουσία του υπουργού Δικαιοσύνης από κρίσιμες κοινοβουλευτικές συζητήσεις, σημειώνοντας ότι «δεν είναι τυχαία η σιωπή της κυβέρνησης απέναντι σε μείζονα ζητήματα αξιοπιστίας της Δικαιοσύνης και των θεσμών».

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον ρόλο του κ. Τζαβέλλα στην υπόθεση των υποκλοπών, θέτοντας ζήτημα πολιτικής και ηθικής τάξης σχετικά με τη διάταξη αρχειοθέτησης που εκδόθηκε.

«Δεν μπορεί να θεωρείται ηθικά αποδεκτό να εκδίδεται διάταξη που αφορά τη μη διερεύνηση πράξεων ή παραλείψεων που συνδέονται με τον ίδιο τον προϊστάμενο της ΕΥΠ», υπογράμμισε.

Ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ τόνισε ότι «οι αποφάσεις της Δικαιοσύνης εκτελούνται, αλλά κρίνονται και επικρίνονται, όπως ακριβώς προβλέπει η δημοκρατική λειτουργία ενός κράτους δικαίου».

Παράλληλα, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι εφαρμόζει «δύο μέτρα και δύο σταθμά» στη διερεύνηση πολιτικών ευθυνών, σημειώνοντας ότι για κυβερνητικά στελέχη της Νέας Δημοκρατίας επιλέγεται «μια προνομιακή μεταχείριση στα όρια της συγκάλυψης».

Αναφερόμενος στην υπόθεση των Τεμπών, ο κ. Γιαννούλης έκανε λόγο για «έγκλημα και όχι απλώς τραγωδία ή ατύχημα», επισημαίνοντας ότι η κυβέρνηση γνώριζε τους κινδύνους και δεν έλαβε τα απαραίτητα μέτρα.

Τέλος, επανέφερε το αίτημα για ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης των υποκλοπών μέσω εξεταστικής επιτροπής, τονίζοντας ότι «2.000 σελίδες δικαστικής έρευνας και αποφάσεων αποτελούν επαρκές σημείο εκκίνησης για κοινοβουλευτικό έλεγχο».

«Αυτό που φοβάται η κυβέρνηση», κατέληξε, «είναι μια πραγματική εξεταστική επιτροπή που θα υπηρετήσει τα συμφέροντα της χώρας και όχι τις κομματικές σκοπιμότητες».

Διονύσης Καλαματιανός: «Η κυβέρνηση προσπαθεί να συγκαλύψει το σκάνδαλο στον ΟΠΕΚΕΠΕ»

«Καταθέσαμε αίτημα για να υπάρξει Προανακριτική Επιτροπή για το γαλάζιο σκάνδαλο στον ΟΠΕΚΕΠΕ. Δυστυχώς, η κυβέρνηση αρνήθηκε για ακόμη μια φορά. Το «όχι» της κυβέρνησης συνιστά άλλη μία προσπάθεια συγκάλυψης» επισήμανε στην ΕΡΤ και στην εκπομπή «Συνδέσεις», ο Γραμματέας της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Διονύσης Καλαματιανός.

Ο Ηλείος Βουλευτής τόνισε ότι το άρθρο 86 του Συντάγματος ουσιαστικά αναφέρει ότι όταν υφίστανται ενδείξεις -ή ακόμη και πριν υπάρξουν ενδείξεις- σε μια δικογραφία για ευθύνες υπουργών, θα πρέπει να συσταθεί Προανακριτική Επιτροπή για να ελέγξει τη δικογραφία και τα στοιχεία που υπάρχουν μέσα σε αυτή για τους υπουργούς.

«Έχουμε δεσμευτεί για πίστη και εφαρμογή του Συντάγματος και των νόμων. Η κατίσχυση του κράτους δικαίου και η εφαρμογή των νόμων και του Συντάγματος δεν είναι επιλογή, αλλά αδιαπραγμάτευτη συνθήκη και ουσία της δημοκρατίας. Δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατική λειτουργία ή νόμιμη οικονομική δραστηριότητα ή οτιδήποτε άλλο σύννομο αν δεν εφαρμόζεται δικαιοσύνη σε όλα.»

Σχετικά με τη νέα δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, σημείωσε ότι υπάρχουν στοιχεία που σε κάθε περίπτωση πρέπει να διερευνηθούν.

«Εμείς, δεν βγάζουμε δικαστική απόφαση. Δυστυχώς, ο Πρωθυπουργός, το Μαξίμου και οι κυβερνητικοί βουλευτές αποφασίζουν να έχουν τον ρόλο του δικαστή στην υπόθεση και να την κλείσουν, αρνούμενοι να συμφωνήσουν σε Προανακριτική Επιτροπή. Το να μη συσταθεί η Προανακριτική Επιτροπή για να ελέγξει τα στοιχεία που υπάρχουν μέσα στον φάκελο που απέστειλε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στη Βουλή για να διερευνηθούν οι ευθύνες των εμπλεκόμενων υπουργών, είναι άλλη μία επιχείρηση συγκάλυψης.»

Τέλος, ο Διονύσης Καλαματιανός κατηγόρησε την κυβέρνηση για εμπαιγμό και αντιφατικές πρακτικές.

«Μέχρι πρόσφατα, η κυβέρνηση και τα στελέχη της έλεγαν “όλα στο φως” για το σκάνδαλο στον ΟΠΕΚΕΠΕ. Για τους 13 βουλευτές που -επίσης- ήρθε δικογραφία, υπήρξε άρση ασυλίας και παραπέμπονται στη δικαιοσύνη. Για τους εμπλεκόμενους υπουργούς, όμως, δεν ισχύει αυτό, με επιλογή της κυβέρνησης. Δύο μέτρα και δύο σταθμά, λοιπόν. Γιατί συμβαίνει αυτό; Θέλουν στην κυβέρνηση να διαλευκανθεί το σκάνδαλο στον ΟΠΕΚΕΠΕ και η κλοπή χρημάτων των τίμιων αγροτών; Εμείς, δεν θα επιτρέψουμε να κουκουλωθεί το τεράστιο σκάνδαλο. Η αλήθεια θα αποκαλυφθεί.»

Θ. Ξανθόπουλος στο Κόκκινο: Όσα συμβαίνουν δεν συνάδουν με κράτος δικαίου-Χρειάζεται πανδημοκρατικό μέτωπο της αντιπολίτευσης για να υπάρξει προοδευτική αλλαγή

“Υπάρχουν ερευνητέα ζητήματα για την συμπεριφορά του κ. Λιβανού και της κ. Αραμπατζή σε σχέση με ηθική αυτουργία σε απιστία στον ΟΠΕΚΕΠΕ, γιατί πληρώθηκαν άνθρωποι που δεν δικαιούνταν.  Η κοινή μας πρόταση μαζί με τη Νέα Αριστερά για σύσταση Προκαταρκτικής Επιτροπής, στηρίζεται στο υλικό της δικογραφίας που ήρθε στη Βουλή. Είναι στοιχεία που δεν μπορούμε να αφήσουμε στο απυρόβλητο”, τόνισε ο βουλευτής Δράμας και Τομεάρχης Εσωτερικών του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Θ. Ξανθόπουλος, μιλωντας στο Κόκκινο και την Γιάννα Παπαδάκου. 

Στη συνέχεια ο κ. Ξανθόπουλος χαρακτήρισε το σκάνδαλο των υποκλοπών “κορυφαίο τραύμα στο σώμα του κράτους δικαίου και στην μεταπολιτευτική μας δημοκρατία” και πρόσθεσε: “Είναι δίδυμο σκάνδαλο μαζί με αυτό της συγκάλυψης αλλά και της εμπλοκής κορυφαίων δικαστικών παραγόντων στην υπόθεση αυτή. Η στάση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του κ. Τζαβέλλα, που προκάλεσε το ψήφισμα του ΔΣΑ για παραίτηση του από το αξίωμα του εισαγγελέα είναι χαρακτηριστικό δείγμα.  Δεν έχει υπάρξει ανάλογο φαινόμενο στην Μεταπολίτευση. Ο ΔΣΑ είναι ένα σωματείο με μεγάλη παράδοση θεσμικής λειτουργίας. Και η  απάντηση της Ενωσης Εισαγγελέων δεν λέει τίποτα επί της ουσίας”.

“Υπήρξε προσπάθεια διαχείρισης της υπόθεσης από πλευράς ηγεσίας της δικαιοσύνης. Με τη βοήθεια της κυβέρνησης, που όρθωσε την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία, οι άνθρωποι που κλήθηκαν στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής για υο θέμα αυτό,  επικαλέστηκαν το απόρρητο και σιώπησαν. Και έτσι παραπέμφθηκαν 4 ιδιώτες οι οποίοι αποφάσισαν να πληρώσουν εκατομμύρια ευρώ για το κακόβουλο λογισμικό για να ακούσουν τις συνομιλίες μεταξύ στελεχών της κυβέρνησης, στελεχών του Γενικού Επιτελείου και άλλων παραγόντων, για προσωπική τους ικανοποίηση.  Και έρχεται το Μονομελές Πλημμελειοδικείο, καταδικάζει τους ιδιώτες αυτούς σε πολυετείς φυλακίσεις και αναπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω έρευνα,  γιατί προέκυψαν ενδείξεις τέλεσης σοβαρότατων αδικημάτων όπως η απόπειρα κατασκοπείας. Και ο κ. Τζαβέλλας, όντας αποσπασμένος στην ΕΥΠ που είχε υπογράψει εντολές παρακολούθησης, λέει  ότι δεν χρειάζεται να βγει η υπόθεση  από το αρχείο, δεν υπάρχει λόγος για άλλη έρευνα.  Κατ΄αρχάς όφειλε να απέχει. Αλλά και αν έκρινε εαυτόν αρμόδιο, όφειλε να καλέσει μάρτυρες, να εξετάσει το υλικό που ήθελε να του καταθέσει ο δικηγόρος  της υπόθεσης κ. Κεσσές,  να κάνει μια προκαταρκτική έρευνα”, επεσήμανε ο κ. Ξανθόπουλος.

Και κατέληξε: “Πρέπει να αρθούμε όλοι προ των ευθυνών μας, Γιατί αυτά που συμβαίνουν δεν συνάδουν με κράτος δικαίου. Υπάρχει και μια πρόσφατη απόφαση του Ευρωκοινοβουλίου για το κράτος δικαίου στην Ελλάδα και την ΕΕ, με εισηγητή τον Κ,. Αρβανίτη. Χρειαζόμαστε ένα πανδημοκρατικό μέτωπο της προοδευτικής αντιπολίτευσης που θα αποτελέσει το αντίπαλο δέος στη κυβέρνηση Μητσοτάκη για να υπάρξει προοδευτική αλλαγή”. .

Γιώργος Παπαηλιού: Δύο ακόμη θάνατοι κρατουμένων! Η ζωή ή μάλλον ο θάνατος συνεχίζεται στις φυλακές!

Δήλωση του Τομεάρχη Δικαιοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και Βουλευτή Αρκαδίας, Γιώργου Παπαηλιού

Δύο ακόμη νεκρούς κρατουμένους άφησε σήμερα η άθλια αντεγκληματική πολιτική της Ν.Δ. στις φυλακές. Μετά τον Κορυδαλλό, τον Δομοκό, την Πάτρα, σήμερα η Νιγρίτα προστέθηκε στους τόπους, όπου η φυλάκιση οδηγεί στο θάνατο.

Η κυβέρνηση της ΝΔ (το δίδυμο Πρωθυπουργού και Υπουργού Προστασίας του Πολίτη), πρέπει να απολογηθεί για τους συνεχείς θανάτους κρατουμένων.

Άραγε αυτό εννοούσαν ως «νόμο και τάξη»;

Ή μήπως έχει επανέλθει στην Ελλάδα η ποινή του θανάτου και δεν το ξέρουμε;

Η κοινωνία περιμένει απαντήσεις και βέβαια πράξεις.

ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ: Οι κυβερνητικοί προστάτες του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και ο «θεσμικός» Μάκης Βορίδης

Ανακοίνωση Γραφείου Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ

Κι ενώ μόλις χτες αποκαλύφθηκε το εύρος της εμπλοκής του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στην υπόθεση των υποκλοπών, με τον ίδιο να έχει υπογράψει για λογαριασμό της ΕΥΠ την παρακολούθηση 11 κοινών στόχων ΕΥΠ-predator, μεταξύ των οποίων ο κ. Χατζηδάκης και ο κ. Μυλωνάκης (!), σήμερα ο Μάκης Βορίδης, με παρέμβασή του στην Καθημερινή της Κυριακής, ανέλαβε καθήκοντα υπεράσπισής του Εισαγγελέα.

Είναι, όμως, υποκριτικό να ισχυρίζονται ότι δήθεν δεν προέκυψαν νέα στοιχεία κι ότι νομίμως ο Εισαγγελέας δεν ερεύνησε εκ νέου την υπόθεση, όταν μια δικαστική απόφαση 1930 σελίδων προέκρινε την εκ νέου έρευνα. Όταν ακόμη και ο Εισαγγελέας της έδρας είχε προτείνει την εκ νέου έρευνα.

Είναι απλά προκλητικό να ισχυρίζονται ότι, εντάξει, ο ανοιχτός εκβιασμός Ντίλιαν στον Πρωθυπουργό δεν σημαίνει και τίποτα.

Αλλά όλα έχουν μια εξήγηση: ο κ. Βορίδης, που ανέλαβε σήμερα με το άρθρο του την υποστήριξη του Εισαγγελέα Τζαβέλλα, ήταν άλλωστε και ο ίδιος στόχος του predator και δεν έκανε τίποτα για να μάθει το γιατί, ούτε για να μάθει η κοινωνία και να βοηθηθεί η Δικαιοσύνη.

Δεν θα έπρεπε να περνούν αδιάφορες στον πρώην υπουργό του ΟΠΕΚΕΠΕ και όχι μόνο οι δημόσιες τοποθετήσεις των Παυλόπουλου, Ράμμου, Σωτηρέλη, Κοντιάδη, Δρόσου, Καμτσίδου, Μενουδάκου και του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, που ζήτησε την παραίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Τζαβέλλα.

Ποιο χέρι έσπρωξε τον κ. Βορίδη να εκτεθεί έτσι; Από τι τον προστάτεψε αυτό το χέρι και σήμερα του ανταποδίδει τη χάρη ή τον εκβιασμό;

ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ: Υποκλοπές: Ο Εισαγγελέας που «αθώωσε» και τον εαυτό του

Ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία

Το σημερινό δημοσίευμα του in.gr τεκμηριώνει απόλυτα την καταπάτηση του Κράτους Δικαίου από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.

Ο κ. Τζαβέλλας, έχοντας υπογράψει ο ίδιος την επισύνδεση 11 στόχων του Predator αρνήθηκε να διερευνήσει όχι μόνο αν  υπήρχε ενιαίο κέντρο ΕΥΠ – Predator αλλά και τη δική του εμπλοκή στο σκάνδαλο των υποκλοπών.

Όπως μάλιστα φέρεται να ανέφερε χαρακτηριστικά όταν είχε κληθεί στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής: «για όποια διάταξη υπέγραψα πάντοτε είχα εποπτεία των λόγων και πάντοτε είχα προσωπική επικοινωνία με τους υπεύθυνους αξιωματικούς που χειρίζονταν τις συγκεκριμένες υποθέσεις γνωρίζοντας εκ των έσω για ποιο λόγο ήταν χρήσιμη η επισύνδεση του τάδε κινητού τηλεφώνου του οποιουδήποτε προσώπου».

Όταν ο κ. Τζαβέλλας ομολογεί την προσωπική του εμπλοκή πώς είναι δυνατόν να του επιτρέπεται να αποφασίζει για το αν θα ασκηθούν διώξεις;

Γιατί δεν αναπληρώθηκε από την Εισαγγελική Αρχή, όπως προβλέπεται;

Όπως αναφέρει στην ανάρτησή του ο κ. Κεσσές «σύμφωνα με το άρθρο 15 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας όλα τα δικαστικά πρόσωπα είναι εξαιρετέα, αν συντρέχουν λόγοι που προκαλούν υπόνοιες μεροληψίας, δηλαδή αν υπάρχουν γεγονότα που μπορούν να δικαιολογήσουν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία τους. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κ. Τζαβέλλας αποφάσισε αντιδεοντολογικά και παράνομα να χειριστεί την υπόθεση των υποκλοπών ενώ συνέτρεχαν συγκεκριμένοι λόγοι δυσπιστίας στο πρόσωπο του…»

Δεν μπορεί να είναι ανεκτό από την ελληνική Δικαιοσύνη ελεγκτής και ελεγχόμενος να συμπίπτουν, ούτε μια τέτοια διάταξη να είναι έγκυρη.

Δεν είναι άλλωστε τυχαίες οι δημόσιες τοποθετήσεις κορυφαίων συνταγματολόγων και προσωπικοτήτων  όπως Παυλόπουλος, Ράμμος, Σωτηρέλης, Κοντιάδης, Δρόσος, Καμτσίδου, Μενουδάκος που κατακεραύνωσαν με δημόσιες παρεμβάσεις τους αυτή τη μεθόδευση, αλλά και  το «….το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, συναισθανόμενο την ευθύνη που πηγάζει από τις αρχές και τις παραδόσεις του δικηγορικού σώματος, ασκώντας την κατά νόμο αρμοδιότητά του από τον Κώδικα Δικηγόρων, αποφασίζει σήμερα να ζητήσει την παραίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που με την απέκδυση του κατά νόμο καθήκοντός του απέτυχε οριστικά στην εκπλήρωση του θεσμικού του ρόλου».

ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ: Πρόβα συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ στη Διάσκεψη των Προέδρων στη Βουλή – Αδικαιολόγητη η συναίνεση με το καθεστώς Μητσοτάκη που καταπατά το Κράτος Δικαίου

Ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ

Η σημερινή στάση του ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής κατά τη συνεδρίαση της Διάσκεψης των Προέδρων, όπου δήλωσε ότι συναινεί με τη Νέα Δημοκρατία για την εκλογή της νέας ηγεσίας της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ) προκαλεί μεγάλα ερωτήματα.

Είναι αδιανόητο το ΠΑΣΟΚ να συμπράττει με τη ΝΔ που έχει τραυματίσει βάναυσα το Κράτος Δικαίου και έχει απαξιώσει τις Ανεξάρτητες Αρχές, με φόντο και τη σκανδαλώδη συγκάλυψη του σκανδάλου των υποκλοπών. Το ΠΑΣΟΚ σήμερα πήρε το ρόλο του κόμματος Βελόπουλου την προηγούμενη περίοδο.  Την κατηγορηματική αντίθεσή του κατέγραψε ο Γραμματέας της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Διονύσης Καλαματιανός, που συμμετείχε στη συνεδρίαση.

Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά και ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Σωκράτης Φάμελλος, από το βήμα της Ολομέλειας:

«Δεν υπάρχει κανένα περιθώριο συναίνεσης με αυτό το καθεστώς που καταστρατηγεί βάναυσα το κράτος δικαίου. Καμία Ανοχή. Και όταν λέμε ότι πρέπει να παραιτηθούν άμεσα, το εννοούμε. Και γι’ αυτό, το ερώτημα που τίθεται σε όλη την προοδευτική αντιπολίτευση είναι: Θα τους ανατρέψουμε ή θα συνεργαστείτε μαζί τους όπως έκανε το ΠΑΣΟΚ σήμερα το πρωί για την εκλογή ηγεσίας Ανεξάρτητης Αρχής;».

Μήπως και γι’ αυτό δεν συμφωνούν με την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ για μομφή;

Σ. Φάμελλος: «Οι δημοκρατικές και προοδευτικές δυνάμεις να υπερασπιστούμε το Κράτος Δικαίου που προσβάλλεται βάναυσα από το καθεστώς Μητσοτάκη»

Δήλωση του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Σωκράτη Φάμελλου από την Ημερίδα του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς και του Ινστιτούτου ΕΝΑ: “Ποια θα μπορούσε να είναι η ύλη ενός προοδευτικού Συντάγματος;”

Η συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση είναι μια μοναδική ευκαιρία για τον προοδευτικό και δημοκρατικό κόσμο να συμφωνήσουμε στην υπεράσπιση του Κράτους Δικαίου, το οποίο σήμερα προσβάλλεται βάναυσα από το καθεστώς Μητσοτάκη.

Και ένα πρώτο μέτρο θα είναι η απεξάρτηση της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από την κυβέρνηση, ώστε να μην έχουμε περιστατικά όπως η απαράδεκτη διάταξη Τζαβέλλα, η οποία προσβάλλει την κοινωνία, τη Δημοκρατία και τη Δικαιοσύνη, κουκουλώνοντας το σκάνδαλο των υποκλοπών και εξυπηρετώντας μόνο τον κ. Μητσοτάκη.

Γ. Παπαηλιού: Το κράτος δικαίου δοκιμάζεται Η επιχείρηση συγκάλυψης του σκανδάλου των υποκλοπών συνεχίζεται

Δήλωση του Βουλευτή Αρκαδίας, τομεάρχη Δικαιοσύνης ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία. Γιώργου Παπαηλιού

Η κυβέρνηση επιχείρησε εξ αρχής τη συγκάλυψη της υπόθεσης των υποκλοπών, ακόμη και μετά τη, βάσει της γνωστής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, διαβίβαση έκθεσης για τυχόν αξιόποινες πράξεις στην Εισαγγελία για την ολοκληρωμένη έρευνα της υπόθεσης.

Οι περαιτέρω δικαστικές κινήσεις καθυστέρησαν, με συνέπεια πολλές επί μέρους περιπτώσεις παρακολουθήσεων είτε να έχουν παραγραφεί είτε να υφίσταται κίνδυνος να παραγραφούν.

Εν τω μεταξύ, με διάταξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η υπόθεση δεν ανασύρεται από το αρχείο διότι, σύμφωνα με το σκεπτικό της, δεν εισφέρθηκαν νέα στοιχεία προκειμένου να επανεξεταστεί, με την επέκταση της έρευνας και σε άλλα αδικήματα και πρόσωπα.

Δηλαδή, δεν συνιστούν νέα στοιχεία για να ερευνηθούν και να συνεκτιμηθούν, η αναφορά του Ταλ Ντίλιαν ότι η εταιρία του δεν συναλλάσσεται με ιδιώτες παρά μόνον με κράτη ή κρατικούς φορείς , ότι ο ίδιος δεν είναι διατεθειμένος να αποτελέσει τον αποδιοπομπαίο τράγο της υπόθεσης και ότι η παρακολούθηση Ελλήνων αξιωματούχων που υπηρετούσαν σε ευαίσθητες; θέσεις όπως ο Αρχηγός και ηγετικά στελέχη των Ε.Δ. ο Αρχηγός της ΕΛΑΣ, υπουργοί (μεταξύ αυτών ο ΥπΕθΑμ, ο Υπεξ και άλλοι δεν θα μπορούσαν να είναι στόχοι κατασκοπείας εις βάρος της πατρίδας μας. Συνακόλουθα η υπόθεση δεν πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και να επανεξεταστεί !!!, πρέπει «να κλείσει».

Σε μια υπόθεση που άπτεται του πυρήνα των θεμελιωδών δικαιωμάτων – ιδίως του απορρήτου των επικοινωνιών – η επιλογή να παραμείνει «κλειστός» ο φάκελος χωρίς εξάντληση όλων των πτυχών του με κάθε ερευνητικό μέσον, δείχνει χαμηλό πήχη θεσμικής εγρήγορσης. Δεν πρόκειται για μία κοινή ποινική υπόθεση,· αφού αφορά κατάχρηση εξουσίας με υψηλής πολυπλοκότητας σύγχρονα τεχνολογικά μέσα.

Έτσι ενισχύεται η βεβαιότητα ότι κρίσιμα ερωτήματα μένουν και θα μείνουν αναπάντητα : Ποιός είχε πρόσβαση στο λογισμικό, ποιά ήταν η αλυσίδα εντολών, προκειμένου να εξυπηρετηθούν οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα ;

Είναι προφανές, ότι η ηγεσία της Δικαιοσύνης κινείται στο ίδιο πνεύμα με την κυβέρνηση της ΝΔ του «καθεστώτος Μητσοτάκη», συμπράττοντας μαζί της στην παράκαμψη των αρχών του κράτους δικαίου και στην κατάλυση της ανεξαρτησίας και συνακόλουθα της αξιοπιστίας της δικαιοσύνης, με τρόπο που η τελευταία να καθίσταται υποχείριο της.

Το κράτος δικαίου βάλλεται και απαιτείται εργώδης προσπάθεια και συνεργασία όλων των δημοκρατικών δυνάμεων, ώστε να επανακτήσει τη συνταγματική υπόστασή του, το κύρος και το ρόλο του.