Ομιλία του βουλευτή Αρκαδίας και Τομεάρχη Δικαιοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία στην Ολομέλεια της Βουλής κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου του Υπουργείου Εσωτερικών «Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης»
Α) Ορισμένα νομοσχέδια κρίνονται από τις επιμέρους διατάξεις τους ενώ άλλα πρωτίστως από τη φιλοσοφία που τα διέπει. Το υπό κρίση νομοσχέδιο-ο νέος «Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης» ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να τον παρουσιάσει ως μεγάλη μεταρρύθμιση που θα βάλει τάξη σε ένα χαοτικό νομοθετικό πλαίσιο, θα ενισχύσει την αποτελεσματική λειτουργία των δήμων και των περιφερειών και θα προσαρμόσει την τοπική αυτοδιοίκηση στις ανάγκες της σύγχρονης εποχής.
Αναμφίβολα, η κωδικοποίηση εκατοντάδων διάσπαρτων διατάξεων αποτελεί ένα αναγκαίο και χρήσιμο έργο.
Όμως η κωδικοποίηση δεν είναι μεταρρύθμιση.
Η συγκέντρωση διατάξεων σε ένα ενιαίο κείμενο δεν συνιστά από μόνη της θεσμική τομή. Το πραγματικό ερώτημα είναι, αν ο νέος Κώδικας ενισχύει την αυτοδιοίκηση ή αν εν τέλει ενισχύει τον έλεγχο της κεντρικής εξουσίας επί της αυτοδιοίκησης.
Και δυστυχώς, όσο περισσότερο μελετά κανείς τις βασικές επιλογές του νομοσχεδίου, τόσο περισσότερο διαπιστώνει ότι η κυβέρνηση δεν εμπιστεύεται την τοπική δημοκρατία. Εμπιστεύεται περισσότερο τη συγκέντρωση εξουσίας, τη διοικητική πυραμίδα και τον έλεγχο από το κέντρο
Β)Από τη δεκαετία του 1990 μέχρι σήμερα η ελληνική αυτοδιοίκηση υποβλήθηκε σε διαδοχικές μεταρρυθμίσεις: «Καποδίστριας», «Καλλικράτης» «Κλεισθένης».
Όλες αναγνώριζαν ότι η κατεύθυνση, με την οποία πρέπει να πορευτεί η χώρα είναι η αποκέντρωση.
Σε ολόκληρη την Ευρώπη, οι σύγχρονες δημοκρατίες μεταφέρουν αρμοδιότητες από το κεντρικό κράτος προς τις περιφέρειες και τους δήμους, αφού οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται όσο το δυνατόν εγγύτερα στον πολίτη.
Στην Ελλάδα συμβαίνει το αντίθετο.
Το κεντρικό κράτος εξακολουθεί να διατηρεί τον έλεγχο των πόρων, του προσωπικού, των αδειοδοτήσεων, των εγκρίσεων και των κρίσιμων αναπτυξιακών εργαλείων. Οι δήμοι καλούνται να αντιμετωπίσουν τεράστια προβλήματα χωρίς να διαθέτουν τα απαραίτητα μέσα.
Ο νέος Κώδικας όχι μόνο δεν ανατρέπει αυτή την κατάσταση, αλλά τη συνεχίζει και τη μονιμοποιεί.
Γ) Με το άρθρο 102 του Συντάγματος κατοχυρώνεται ρητά η οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Στην πράξη, όμως, η οικονομική αυτοτέλεια παραμένει περισσότερο (συνταγματική) διακήρυξη παρά πραγματικότητα.
Οι Κεντρικοί Αυτοτελείς Πόροι εξακολουθούν να υπολείπονται σημαντικά των θεσμοθετημένων υποχρεώσεων του κράτους έναντι της αυτοδιοίκησης.
Οι δήμοι αντιμετωπίζουν τεράστιες δυσκολίες ακόμη και για τη χρηματοδότηση των βασικών λειτουργιών τους.
Τα τελευταία πολλά χρόνια, οι δήμοι ανέλαβαν επιπλέον αρμοδιότητες,στα πεδία της πολιτικής προστασίας, της περιβαλλοντικής διαχείρισης, της αντιμετώπισης κρίσεων, αλλά και μέσω πρωτοβουλιών και παρεμβάσεων, της αναπτυξιακής πολιτικής, χωρίς αντίστοιχη μεταφορά πόρων.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι δήμοι εξαρτώνται ολοένα περισσότερο από τις κυβερνητικές επιλογές και συνακόλουθα από υπουργικές αποφάσεις και ειδικά χρηματοδοτικά προγράμματα.
Η εξάρτηση αυτή συνιστά βαθύτατα πολιτικό πρόβλημα, αφού αυτοδιοίκηση χωρίς οικονομική αυτοτέλεια δεν είναι πραγματική αυτοδιοίκηση.
Δ) Εδώ και χρόνια εξελίσσεται μια αθόρυβη αλλά ουσιαστική μεταβολή στη λειτουργία της αυτοδιοίκησης.
Τα δημοτικά συμβούλια χάνουν σταδιακά αρμοδιότητες.
Οι αποφάσεις συγκεντρώνονται όλο και περισσότερο περί τον δήμαρχο και τον στενό πυρήνα της δημοτικής διοίκησης.
Η αντιπολίτευση δυσκολεύεται να ασκήσει έλεγχο.
Οι δυνατότητες παρέμβασης περιορίζονται.
Οι συνεδριάσεις συχνά μετατρέπονται σε διαδικασία επικύρωσης προειλημμένων αποφάσεων.
Η εξέλιξη αυτή δεν θεωρείται και δεν κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, δεδομένου ότι η τοπική αυτοδιοίκηση δεν είναι μονοπρόσωπη εξουσία δεν είναι προεδρικό σύστημα, αφού ο πυρήνας της βρίσκεται στα συλλογικά όργανα.Εκεί παράγεται η δημοκρατική νομιμοποίηση, εκεί εκφράζεται η κοινωνία, εκεί συγκρούονται οι ιδέες.
Ε) Η πιο συζητημένη αλλαγή του νέου Κώδικα αφορά ασφαλώς το εκλογικό σύστημα.
Με ο νέο Κώδικα καταργείται ο δεύτερος γύρος των αυτοδιοικητικών εκλογών και εισάγεται το σύστημα της εναλλακτικής ψήφου.
Πρόκειται για βαθιά πολιτική παρέμβαση.
Η «δεύτερη Κυριακή» δεν ήταν μία γραφειοκρατική λεπτομέρεια.Ήταν ο μηχανισμός, μέσω του οποίου διασφαλιζόταν, ότι ο εκλεγμένος δήμαρχος ή περιφερειάρχης είχε λάβει μια ξεκάθαρη πολιτική εντολή από την πλειοψηφία των πολιτών.
Οι πολίτες γνώριζαν ποιοι είναι οι δύο διεκδικητές της δημοτικής διοίκησης και επέλεγαν τον ένα εκ των δύο.
Η διαδικασία ήταν απλή, διαφανής και πολιτικά κατανοητή.
Επιπλέον, η «δεύτερη Κυριακή» λειτουργούσε ως μία σημαντική στιγμή πολιτικής σύνθεσης.
Οι παρατάξεις που δεν περνούσαν στο δεύτερο γύρο αποκτούσαν ρόλο στον δημόσιο διάλογο, διατύπωναν θέσεις, διεκδικούσαν δεσμεύσεις, πίεζαν για προγραμματικές συγκλίσεις και επηρέαζαν τις εξελίξεις.
Η διαδικασία αυτή είχε αδυναμίες αλλά παρήγαγε πολιτική.
Με το νέο σύστημα η διαδικασία γίνεται περισσότερο σύνθετη και λιγότερο άμεσα αντιληπτή.
Ο τελικός νικητής μπορεί να αναδειχθεί μέσω διαδοχικής μεταφοράς προτιμήσεων.
Μπορεί να εκλεγεί κάποιος που δεν υπήρξε ποτέ η πρώτη επιλογή της πλειοψηφίας των πολιτών.
Μ’ αυτό τον τρόπο απουσιάζει η πολιτική νομιμοποίηση.
Επιπλέον, η«δεύτερη Κυριακή» λειτουργούσε ως μία σημαντική στιγμή πολιτικής σύνθεσης.
Η διαδικασία αυτή είχε αδυναμίες αλλά παρήγαγε πολιτική.
Το νέο σύστημα αντικαθιστά την πολιτική διαπραγμάτευση με μαθηματικούς αλγορίθμους κατανομής ψήφων.
Αντί οι πολίτες να αποφασίζουν εκ νέου, αποφασίζουν οι μηχανισμοί μεταφοράς προτιμήσεων.
Όμως η αυτοδιοίκηση δεν είναι άσκηση στατιστικής. Είναι δημοκρατική διαδικασία. Είναι η ίδια η δημοκρατία, που ασκείται εγγύτερα στον πολίτη, στα προβλήματα και στις επιλογές του.
Κάθε εκλογικό σύστημα παράγει πολιτικά αποτελέσματα.
Το νέο σύστημα ευνοεί πρωτίστως τους μεγάλους συνδυασμούς και όσους διαθέτουν ισχυρούς εκλογικούς μηχανισμούς.
Αντίθετα, δυσκολεύει την παρουσία μικρότερων παρατάξεων, ανεξάρτητων κινήσεων πολιτών και τοπικών σχημάτων που στηρίζονται κυρίως στην προσωπική επαφή με την κοινωνία.
Οι μικρές παρατάξεις θα βρεθούν ενώπιον του διλήμματος της απορρόφησης ή της περιθωριοποίησης.
Η πολυφωνία θα περιοριστεί.
Και όταν περιορίζεται η πολυφωνία, περιορίζεται η ίδια η δημοκρατία.
ΣΤ) Το ζήτημα που θα έπρεπε να βρίσκεται στο επίκεντρο κάθε μεταρρύθμισης περί την τοπική αυτοδιοίκηση, είναι η δημογραφική και αναπτυξιακή κρίση της ελληνικής περιφέρειας-της υπαίθρου χώρας.
Χιλιάδες άνθρωποι-κυρίως νέοι- έχουν εγκαταλείψει και εξακολουθούν να εγκαταλείπουν την ύπαιθρο.
Ορεινές και νησιωτικές περιοχές ερημώνουν.
Παραγωγικές δραστηριότητες συρρικνώνονται ή μάλλον εξαφανίζονται.
Οι περιφερειακές και ενδοπεριφερειακές ανισότητες διευρύνονται.
Η αυτοδιοίκηση θα μπορούσε να αποτελέσει το βασικό εργαλείο αντιμετώπισης αυτών των προκλήσεων.
Θα μπορούσε να διαθέτει περισσότερες αναπτυξιακές αρμοδιότητες, περισσότερους πόρους, περισσότερες δυνατότητες σχεδιασμού και περισσότερη ευελιξία.
Αντί γι’ αυτά, το κράτος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τους δήμους ως εκτελεστικούς βραχίονες κεντρικών αποφάσεων.
Ζ) Η Ελλάδα χρειάζεται μία νέα μεγάλη μεταρρύθμιση.Όχι όμως προς την κατεύθυνση,προς την οποία κινείται ο νέος Κώδικας.
Χρειάζεται πραγματική αποκέντρωση.
Χρειάζεται θεσμοθετημένους και επαρκείς πόρους.
Χρειάζεται ενίσχυση των δημοτικών συμβουλίων.
Χρειάζεται συμμετοχικούς προϋπολογισμούς.
Χρειάζεται τοπικά δημοψηφίσματα.
Χρειάζεται ενίσχυση των τοπικών κοινοτήτων, που σήμερα είναι απονευρωμένες, χωρίς πόρους και απολύτως εξαρτημένες από την κεντρική δημοτική διοίκηση.
Χρειάζεται θεσμούς κοινωνικού ελέγχου.
Χρειάζεται περισσότερη, όχι λιγότερη δημοκρατία.
Και αυτά, διότι η αυτοδιοίκηση δεν συνιστά μία τεχνική υπόθεση διοικητικής οργάνωσης και λειτουργίας.
Είναι ο πυρήνας της δημοκρατίας.
Και ο νέος Κώδικας, παρά τις επιμέρους θετικές προβλέψεις, κινδυνεύει να μείνει στην ιστορία όχι ως η μεγάλη μεταρρύθμιση που υποσχέθηκε η κυβέρνηση, αλλά ως η στιγμή κατά την οποία η ελληνική αυτοδιοίκηση έκανε ένα ακόμη βήμα μακριά από την αποκέντρωση και πιο κοντά στον συγκεντρωτισμό.
Αυτός είναι ο πραγματικός πυρήνας του ζητήματος.
Και το ερώτημα στο οποίο πρέπει, μέσω της (σημερινής) νομοθέτησης να απαντήσει η Βουλή, αλλά και η αυτοδιοικητική κοινότητα και τελικά η ίδια η κοινωνία είναι:
Οι δήμοι (και οι περιφέρειες) θα έχουν πραγματική αυτονομία ή θα αποτελούν τοπικές διοικήσεις που θα λειτουργούν υπό τη διαρκή σκιά του κεντρικού κράτους;
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα καθορίσει το μέλλον της αυτοδιοίκησης.