Γ. Παπαηλιού

Τοποθέτηση Γ. Παπαηλιού για τα άρθρα 101 παρ. 3-5, 101 Α΄, 102 και 103 στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος

Κατά τη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος (εκ των πραγμάτων επί της κυβερνητικής πρότασης, της μόνης θεσμικά υποβληθείσας, λόγω της υπογραφής της από τον προβλεπόμενο βάσει του Κανονισμού της Βουλής αριθμό βουλευτών), ο Βουλευτής Αρκαδίας και Τομεάρχης Δικαιοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία Γιώργος Παπαηλιού, ως μέλος της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, είπε για τα συζητηθέντα  υπό αναθεώρηση άρθρα 101 παρ. 3-5, 101 Α΄, 102 και 103, τα εξής:   

Α) Τα άρθρα 101 παρ. 3 και 5 και 101 Α΄ μαζί συγκροτούν την αρχιτεκτονική των θεσμικών αντίβαρων έναντι της συγκέντρωσης της εξουσίας.

Β) Άρθρα 101 παρ. 3 και 5 και 101 Α΄:Στο πρώτο προβλέπεται, ότι η διοίκηση του κράτους οργανώνεται σύμφωνα με το αποκεντρωτικό σύστημα. Η διατύπωση είναι σαφής-δεν επιδέχεται πολλών ερμηνειών.

Η πραγματικότητα, όμως, είναι εντελώς διαφορετική, αφού  ουσιαστικά τα αποκεντρωμένα κρατικά όργανα περιθωριοποιούνται και αντικαθίστανται  από όργανα των υπουργείων.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα παραμένει ένα από τα πιο συγκεντρωτικά κράτη της Ευρώπης.

Η εξουσία, οι πόροι, οι αποφάσεις, οι διοικητικοί μηχανισμοί, συγκεντρώνονται στην Αθήνα, ενώ οι περιφέρειες λειτουργούν ως εκτελεστικοί βραχίονες του κεντρικού κράτους.

Οι δήμοι επιβαρύνονται με ολοένα και περισσότερες αρμοδιότητες, χωρίς τους αντίστοιχους οικονομικούς πόρους.

Έτσι οι τοπικές κοινωνίες μετατρέπονται σε απλούς αποδέκτες αποφάσεων που λαμβάνονται ερήμην τους.

Αυτό δεν είναι αποκέντρωση.

Είναι διοικητικός συγκεντρωτισμός με τοπική διαχείριση αποφάσεων που έχουν ληφθεί κεντρικά και με διαχείριση της οικονομικής υστέρησης, αφού αυτή η διαχείριση-οι αρμοδιότητες δεν συνοδεύεται-δεν συνοδεύονται από πόρους.

Μάλιστα η προτεινόμενη αλλαγή αποτελεί συνέχεια αυτής της ήδη διαμορφωμένης κατάστασης. Περιθωριοποιούνται ουσιαστικά και περαιτέρω τα αποκεντρωμένα κρατικά όργανα και αντικαθίστανται από όργανα των υπουργείων.

Προτείνεται:

Η συνταγματική κατοχύρωση της οικονομικής αυτοτέλειας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με τρόπο που να μην επιτρέπεται μεταβίβαση αρμοδιοτήτων, χωρίς αντίστοιχη μεταφορά πόρων.

Η ενίσχυση της νησιωτικότητας και της ορεινότητας ως δεσμευτικών αρχών άσκησης δημόσιων πολιτικών.

Και αυτό, διότι η ελληνική περιφέρεια φθίνει-ερημώνει και η χώρα χωρίς ζώσα περιφέρεια παύει και θα παύσει να υφίσταται.

Δεν αρκεί η γενική αναφορά του Συντάγματος.

Χρειάζονται συγκεκριμένες εγγυήσεις ισότιμης πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας, εκπαίδευσης, μεταφορών και ενέργειας και η θεσμοθέτηση ουσιαστικής συμμετοχής των τοπικών κοινωνιών σε αποφάσεις που αφορούν τοπικές υποθέσεις (το περιβάλλον, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τις επενδύσεις κ.α.).

Και αυτό, διότι η δημοκρατία είναι διαρκής συμμετοχή  και δεν εξαντλείται στην «κάλπη» κάθε τέσσερα χρόνια.

Η αποκέντρωση είναι μορφή δημοκρατίας, όχι απλή διοικητική τεχνική.

Γ) (Άρθρο 101 Α΄) Το άρθρο 101 Α΄ αφορά  τις Ανεξάρτητες Αρχές, που δεν και δεν πρέπει να λειτουργούν ως γραφειοκρατικοί μηχανισμοί, διότι έτσι  εξελίσσονται σε «επιτελικό παρακράτος».

Είναι θεσμικά αντίβαρα και οι εγγυήσεις που το ίδιο το Σύνταγμα θέτει έναντι της εκτελεστικής εξουσίας.

Έχει αναγνωριστεί συνταγματικά,  ότι υπάρχουν τομείς στους οποίους η κυβέρνηση δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα ελεγκτής και ελεγχόμενος.

Έτσι κατοχυρώθηκαν-«συνταγματοποιήθηκαν» η ΑΔΑΕ, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, ο Συνήγορος του Πολίτη ως Ανεξάρτητες Αρχές και θεσμοθετήθηκε ένα δεσμευτικό πλαίσιο εγγυήσεων έναντι της κρατικής εξουσίας.

Όμως, κατά τη λειτουργία τους, ιδίως επί της διακυβέρνησης της ΝΔ, ετέθη το ερώτημα, αν υφίσταται πράγματι πολιτική βούληση να υπάρχουν και να λειτουργούν οι Ανεξάρτητες Αρχές, ή απλώς υφίσταται ανοχή, μόνον όταν αυτές συμπλέουν με τις κυβερνητικές επιλογές.

Η πρόσφατη εμπειρία της διακυβέρνησης της ΝΔ αποδεικνύει ότι δεν υφίσταται καν ανοχή. 

Ενδεικτικά, όταν η ΑΔΑΕ επιχείρησε να διερευνήσει το σκάνδαλο των υποκλοπών, αντί να ενισχυθεί, στοχοποιήθηκε, αμφισβητήθηκαν η αρμοδιότητά της, η θεσμική της νομιμοποίηση, το κύρος της και προσβλήθηκαν ακόμη και προσωπικά τα στελέχη τους.

Οι Ανεξάρτητες Αρχές είναι πραγματικά ανεξάρτητες μόνον, όταν στην πράξη  ελέγχουν την εκτελεστική εξουσία.

Διαφορετικά μετατρέπονται σε διακοσμητικά στοιχεία ενός πρωθυπουργο-κεντρικού κράτους.

Η ανεξαρτησία των εν λόγω αρχών δεν εξαντλείται στον τρόπο επιλογής των μελών τους, αλλά απαιτείται πραγματική θεσμική και λειτουργική αυτονομία, που σήμερα, για την κυβέρνηση της ΝΔ,  αποτελούν «είδος εν ανεπαρκεία».

Σε αυτό το πλαίσιο, οικοδομείται ένα μοντέλο υπερσυγκεντρωτικής διακυβέρνησης, ένα «επιτελικό» κράτος, χωρίς αποτελεσματικά αντίβαρα, ένα πρωθυπουργικό σύστημα που επιχειρεί να ελέγξει τη διοίκηση, την ενημέρωση και τους ελεγκτικούς θεσμούς.

Προτείνονται:

Αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας κατά την επιλογή των μελών των Ανεξάρτητων Αρχών, δημόσιες ακροάσεις, αιτιολογημένες αποφάσεις, πλήρης κοινοβουλευτικός έλεγχος, θεσμική και οικονομική αυτοτέλεια.

Απαγόρευση της αποδυνάμωσής τους, μέσω των προϋπολογισμών της και  νομοθετικών παρεμβάσεων που περιορίζουν εκ των υστέρων τις ελεγκτικές αρμοδιότητές τους.

Θεσμοθέτηση υποχρεωτικής ετήσιας λογοδοσίας τους ενώπιον της Ολομέλειας της Βουλής-της Εθνικής Λαϊκής Αντιπροσωπείας, αφού ανεξαρτησία δεν σημαίνει έλλειψη λογοδοσίας, αλλά λογοδοσία στο Λαό και όχι στην εκτελεστική εξουσία.

Εκτός των άλλων αντιπαραθέσεων, η μεγάλη αντιπαράθεση  της εποχής μας εξακολουθεί να είναι μεταξύ κέντρου και περιφέρειας.

Είναι μεταξύ της δημοκρατικής διάχυσης της εξουσίας και της υπερσυγκέντρωσής της, μεταξύ θεσμικών αντιβάρων και μονοπώλησης των αποφάσεων κεντρικά, μεταξύ κοινωνικής συμμετοχής και διοικητικού συγκεντρωτισμού.

Το κράτος δικαίου δεν είναι διαδικαστική λεπτομέρεια αλλά ο πυρήνας της δημοκρατίας, η οποία δεν φοβάται τη λογοδοσία-τους ελέγχους και δεν τους αντιμετωπίζει ως εμπόδιο.

Η συνταγματική αναθεώρηση δεν πρέπει να γίνει εργαλείο κομματικών σχεδιασμών και να μετατραπεί σε πεδίο ιδεολογικής ηγεμονίας μιας πρόσκαιρης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

Οφείλει να απαντήσει στη μεγάλη κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών έναντι των θεσμών.

Η απάντηση σ΄ αυτή την κρίση δεν μπορεί να είναι περισσότερη συγκέντρωση εξουσίας, αλλά περισσότερη δημοκρατία, περισσότερη λογοδοσία, περισσότερη αυτοδιοίκηση, περισσότερη συμμετοχή των πολιτών. περισσότερη ανεξαρτησία των ελεγκτικών μηχανισμών.

Αυτό είναι το προοδευτικό-δημοκρατικό στοίχημα της εποχής μας.

Δ) Το Σύνταγμα συμπυκνώνει κοινωνικούς συσχετισμούς, αποτελώντας το πλαίσιο εγγύησης της λαϊκής κυριαρχίας έναντι των τάσεων συγκέντρωσης της εξουσίας. Η δημοκρατική νομιμοποίηση του συνταγματικού κειμένου δεν εξαντλείται στη διαδικασία δημιουργίας του αλλά επεκτείνεται και στην κοινωνική λειτουργία του.

Υπό αυτή την οπτική, η αναθεώρηση δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως εργαλείο διοικητικής αποτελεσματικότητας αποκομμένο από τις εγγυήσεις του κοινωνικού κράτους. Το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει την αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου, λειτουργεί ως ερμηνευτικό πλαίσιο για κάθε μεταβολή του συνταγματικού οικοδομήματος. Η οργανωτική αποτελεσματικότητα του κράτους δεν μπορεί να τίθεται υπεράνω της προστασίας των δημοσίων αγαθών, της δημοκρατικής συμμετοχής και της κοινωνικής αλληλεγγύης.

Η κυβερνητική πρόταση αναθεώρησης κινείται προς την κατεύθυνση ενός περισσότερο ευέλικτου και λειτουργικού διοικητικού μοντέλου, με έμφαση στην αξιολόγηση. Ωστόσο, εγείρεται το ερώτημα κατά πόσον η θεσμική ευελιξία συμβιβάζεται με την ανάγκη διατήρησης των εγγυήσεων που συγκροτούν τον πυρήνα του μεταπολιτευτικού κοινωνικού συμβολαίου.

Ε) (Άρθρο 102): Το άρθρο 102 αποτελεί έναν από τους θεμελιώδεις πυλώνες της δημοκρατικής αποκέντρωσης στην ελληνική συνταγματική τάξη. Η τοπική αυτοδιοίκηση πρέπει να εκλαμβάνεται και είναι  μορφή λαϊκής συμμετοχής και κοινωνικού ελέγχου της δημόσιας εξουσίας, μη αποτελώντας απλή διοικητική τεχνική, αλλά μηχανισμό εμβάθυνσης της δημοκρατίας.

Συνδέεται οργανικά με την αρχή της εγγύτητας, με την άμεση συμμετοχή των πολιτών στη λήψη αποφάσεων και με την τοπική δημοκρατία-κρίσιμα αντίβαρα στις συγκεντρωτικές τάσεις του κράτους και της αγοράς.

Επιπλέον, κάθε αναθεώρηση του άρθρου 102 πρέπει να ενισχύει και όχι να αποδυναμώνει την κοινωνική αποστολή της αυτοδιοίκησης.

Τα τελευταία χρόνια αναδείχτηκε μια ιδιαίτερη εκδοχή αποκέντρωσης: η μεταφορά αρμοδιοτήτων χωρίς αντίστοιχη μεταφορά πόρων. Η πρακτική αυτή οδήγησε σε μια ιδιότυπη ιδιωτικοποίηση δημόσιων λειτουργιών και σε αυξανόμενες περιφερειακές ανισότητες.

Η οικονομική αυτοτέλεια των ΟΤΑ δεν μπορεί να μετατρέπεται σε μηχανισμό φορολογικής αυτονόμησης που επιβαρύνει δυσανάλογα τις τοπικές κοινωνίες. Ιστορικά, η αρχή της εθνικής αναδιανομής και της κοινωνικής αλληλεγγύης μεταξύ πλουσιότερων και φτωχότερων περιοχών αποτελεί την προμετωπίδα του κοινωνικού κράτους, σκοπός του οποίου αποτελεί η κοινωνική και περιφερειακή συνοχή.

Επομένως, η συνταγματική κατοχύρωση της αυτοδιοίκησης πρέπει να συνοδεύεται από ισχυρή κρατική ευθύνη χρηματοδότησης των τοπικών δομών, ώστε να μη μετατρέπεται σε μηχανισμό μετακύλισης του κόστους των κοινωνικών υπηρεσιών προς τους πολίτες.

Η τοπική αυτοδιοίκηση διαχειρίζεται κρίσιμα κοινωνικά αγαθά, όπως η ύδρευση, τα απορρίμματα, οι κοινωνικές υπηρεσίες, ο πολιτισμός, η προσχολική αγωγή. Η συνταγματική αποστολή της δεν μπορεί να περιορίζεται σε λογικές μεγαλύτερης οικονομικής ευελιξίας ανταποδοτικότητας και επιχειρηματικής αποτελεσματικότητας.

Το κοινωνικό κράτος δεν συγκροτείται αποκλειστικά μέσω της κεντρικής διοίκησης, αλλά και μέσω της τοπικής αυτοδιοίκησης από ένα πλέγμα θεσμών που διασφαλίζουν την καθολική πρόσβαση στα δημόσια αγαθά.

Οι ΟΤΑ αποτελούν θεσμό λαϊκής κυριαρχίας και κοινωνικής αλληλεγγύης.

Η ενίσχυση της συμμετοχικής δημοκρατίας, των τοπικών δημοψηφισμάτων, του κοινωνικού ελέγχου, των δημοτικών επιχειρήσεων και της διαφάνειας στη διαχείριση των πόρων θα συνιστούσε μία προοδευτική κατεύθυνση αναθεώρησης.

Αντιθέτως, η μετατροπή των ΟΤΑ σε ημιαυτόνομους οικονομικούς οργανισμούς, με αυξημένη εξάρτηση από ιδιωτικά κεφάλαια και ανταποδοτικά τέλη, θα απομάκρυνε τον θεσμό από τον δημοκρατικό προορισμό του.

Βάσει αυτών, στην αναθεώρηση του άρθρου 102 θα μπορούσε να προβλεφθεί, η ενίσχυση της συμμετοχικής δημοκρατίας, η διασφάλιση επαρκούς κρατικής χρηματοδότησης, η αποτροπή της ιδιωτικοποίησης βασικών κοινωνικών υπηρεσιών και η κατοχύρωση ισχυρότερων μηχανισμών κοινωνικού ελέγχου και λογοδοσίας.

Σε διαφορετική περίπτωση, υπάρχει ο κίνδυνος η αποκέντρωση να λειτουργήσει ως όχημα αποδόμησης του κοινωνικού κράτους και μεταφοράς βαρών από το κεντρικό κράτος στις τοπικές κοινωνίες.

ΣΤ) (Άρθρο 103):Η κατοχύρωση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων δεν αποτελεί ούτε ιστορική τυχαιότητα, ούτε συντεχνιακή παραχώρηση. Αντιθέτως, συνιστά θεσμική κατάκτηση έναντι των πρακτικών κομματικής χειραγώγησης της διοίκησης.

Η «Πλατεία Κλαυθμώνος» δεν αποτελεί απλώς ιστορικό σύμβολο, αλλά μνημείο μιας περιόδου κατά την οποία κάθε κυβερνητική αλλαγή συνοδεύονταν από μαζικές απολύσεις και αντικαταστήσεις υπαλλήλων με κομματικά κριτήρια. Η θεσμοθέτηση της μονιμότητας υπήρξε απάντηση στην αυθαιρεσία της εκτελεστικής εξουσίας και προϋπόθεση για τη συγκρότηση μιας επαγγελματικής, ουδέτερης και αποτελεσματικής δημόσιας διοίκησης.

Σήμερα, η δημόσια διοίκηση αναγνωρίζεται ως διακριτός πυλώνας του κράτους δικαίου και όχι ως προέκταση της εκάστοτε κυβερνητικής πλειοψηφίας.

Υπό το πρίσμα αυτό, η μονιμότητα δεν προστατεύει πρωτίστως τον υπάλληλο, αλλά τον πολίτη και το δημόσιο συμφέρον. Διασφαλίζεται, ότι ο δημόσιος λειτουργός μπορεί να ασκεί τα καθήκοντά του χωρίς το φόβο πολιτικών αντιποίνων και χωρίς εξάρτηση από κομματικούς μηχανισμούς.

Η κυβερνητική  πρόταση για αναθεώρηση του άρθρου 103 κινείται προς την κατεύθυνση της σύνδεσης της μονιμότητας με συστήματα αξιολόγησης και της δυνατότητας οριστικής απομάκρυνσης υπαλλήλων σε περιπτώσεις συστηματικής ανεπάρκειας.

Η επιχειρηματολογία αυτή στηρίζεται στην ανάγκη αποτελεσματικότερου κράτους και λογοδοσίας έναντι των πολιτών. Ωστόσο, το πλαίσιο αξιολόγησης πρέπει να είναι αντικειμενικό, να απαντά στα ποιος αξιολογεί, με ποια κριτήρια και υπό ποιες εγγυήσεις θεσμικής αμεροληψίας;

Όμως η διοικητική αποτελεσματικότητα δεν προϋποθέτει κατ’ ανάγκην την αποδυνάμωση της μονιμότητας. Αντιθέτως, η ύπαρξη σταθερών εργασιακών σχέσεων αποτελεί προϋπόθεση επαγγελματισμού και ανεξαρτησίας.

Η μετατόπιση από τη λογική της θεσμικής εγγύησης στη λογική της διαρκούς επισφάλειας εγκυμονεί τον κίνδυνο επανεμφάνισης μορφών πολιτικής εξάρτησης της διοίκησης. Η αξιολόγηση, όταν δεν συνοδεύεται από αυστηρές εγγυήσεις αντικειμενικότητας, μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο διοικητικού ελέγχου και πειθαρχικής συμμόρφωσης.

Οι θεσμικές εγγυήσεις της δημόσιας διοίκησης δεν αποτελούν τεχνικά ζητήματα, αλλά ουσιώδη στοιχεία της δημοκρατικής οργάνωσης του κράτους. Η ανεξαρτησία των δημοσίων λειτουργών συνδέεται με την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και της ισότητας των πολιτών ενώπιον της διοίκησης.

Η ουδετερότητα και η αμεροληψία της διοίκησης αποτελεί συστατικό στοιχείο του κράτους δικαίου. Η αποσύνδεση των δημοσίων υπηρεσιών από κομματικές επιρροές υπήρξε ένα από τα σημαντικά προτάγματα-κατακτήσεις της μεταπολίτευσης έναντι των τάσεων συγκέντρωσης της εξουσίας.

Οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις του κράτους συχνά παρουσιάζονται ως ουδέτερες τεχνοκρατικές παρεμβάσεις, ενώ στην πραγματικότητα μεταβάλλουν τον συσχετισμό μεταξύ αγοράς, κοινωνίας και δημοσίου χώρου. Η αποδυνάμωση των θεσμικών εγγυήσεων για τους δημόσιους λειτουργούς ενδέχεται να υπονομεύσει την ίδια τη δυνατότητα άσκησης κοινωνικών πολιτικών.

Η μονιμότητα εμφανίζεται και είναι έκφανση της αρχής της θεσμικής συνέχειας του κράτους. Δεν πρόκειται για ατομικό εργασιακό προνόμιο. Η συνταγματική προστασία των δημοσίων υπηρεσιών συνδέεται με τη διασφάλιση των κοινωνικών δικαιωμάτων και της καθολικής πρόσβασης στα δημόσια αγαθά.

Οι μεταρρυθμίσεις της διοίκησης οφείλουν να υπηρετούν την αποτελεσματικότητα, χωρίς να θίγουν τον πυρήνα των συνταγματικών εγγυήσεων, δεδομένου μάλιστα, ότι η αναζήτηση μεγαλύτερης ευελιξίας μπορεί να οδηγεί σε αποδιάρθρωση της διοικητικής ουδετερότητας.

Η υπεράσπιση της μονιμότητας δεν συνεπάγεται άρνηση της αντικειμενικής αξιολόγησης,  ή ανοχή στη διοικητική αναποτελεσματικότητα.

Ζ) Η αναθεώρηση των άρθρων 102 και 103 αναδεικνύει δύο διαφορετικές αντιλήψεις για το κράτος και τη δημοκρατία.

Η πρώτη αντιλαμβάνεται το κράτος κυρίως ως μηχανισμό αποτελεσματικής διαχείρισης, βάσει της οποίας η ευελιξία, η ανταγωνιστικότητα και η αξιολόγηση συνιστούν υπέρτατες αξίες.

Η δεύτερη, αντιμετωπίζει το κράτος ως θεσμική έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας και ως εγγυητή των κοινωνικών δικαιωμάτων και των δημοσίων αγαθών.

Υπ΄ αυτή την οπτική, η τοπική αυτοδιοίκηση δεν μπορεί να μετατραπεί σε μηχανισμό ιδιωτικοποίησης κοινωνικών υπηρεσιών, ούτε η δημόσια διοίκηση να επανέλθει σε καθεστώς εξάρτησης από την εκτελεστική εξουσία.

Η συνταγματική αναθεώρηση δεν αποτελεί απλή τεχνική μεταρρύθμιση, αλλά συνιστά επιλογή για τη δημοκρατία του 21ου αιώνα.

Η ΝΔ την εργαλειοποιεί και την εξευτελίζει. Την υποτάσσει στους πρωθυπουργικούς σχεδιασμούς.

Γι΄ αυτό δεν πρόκειται να συμπράξουμε σ΄ αυτές τις επιδιώξεις της.

Scroll