Του Νίκου Χατζηνικολάου

Αυτό που γίνεται εδώ και 22 μήνες, παρά τις επιφυλάξεις και συχνά τις αρνήσεις των εκπροσώπων των δανειστών, είναι η προσπάθεια ανασυγκρότησης της χώρας και ταυτόχρονα η έξοδός της από το τούνελ της κρίσης

Επιτρέπεται σε ένα μη-μέλος του ΣΥΡΙΖΑ να έχει άποψη και να τη διατυπώνει δημόσια για ένα θέμα που αφορά κατ’ εξοχήν τα μέλη; Τολμώ να γράψω μερικές σκέψεις, κι ας με συγχωρήσουν όσοι πιστεύουν ότι κακώς ανακατεύομαι.

Ακούω και διαβάζω ότι το επερχόμενο συνέδριο είναι κρίσιμο. Θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Έναν χρόνο κι εννιά μήνες μετά τη διαμόρφωση της πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝ.ΕΛΛ., ύστερα από τόσα πισωγυρίσματα και τόσες επιτυχίες που ανέτρεψαν το σκηνικό, πρώτα με το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και ύστερα με την απίστευτη εκλογική επιτυχία στις δεύτερες εκλογές τις οποίες προκάλεσε ο πρωθυπουργός, μετά την αποδοχή σύναψης μιας νέας συμφωνίας με τους δανειστές, ενώ τόσα σημαντικά νομοσχέδια έχουν κατατεθεί στη Βουλή, όταν οι ρυθμοί για να βγούμε από την κρίση είναι πολύ πιο αργοί απ’ όσο θα θέλαμε και με την εμπειρία της καθημερινής άσκησης της εξουσίας, το συνέδριο του κόμματος μπορεί να μην είναι κρίσιμο;

Μια σειρά από σοβαρά ζητήματα θα τεθούν αναπόφευκτα επί τάπητος. Οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν είναι πολλοί. Πρώτ’ απ’ όλα σε μια συγκυρία όπου οι πολιτικοί εκπρόσωποι της διαπλοκής προσπαθούν με κάθε τρόπο να ανατρέψουν την κυβέρνηση χρησιμοποιώντας κάθε μέσο που θεωρούν ότι μπορεί να τους βοηθήσει, κάθε ειλικρινής και καλοπροαίρετη κριτική στο έργο της θα μετατραπεί στα χέρια τους σε όπλο. Μπροστά σ’ αυτό, ο κίνδυνος εθελοντικής υποβάθμισης της κριτικής στάσης είναι μεγάλος. Η άνοδος στην εξουσία του ΣΥΡΙΖΑ, ας μην το ξεχνάμε, κατέστη δυνατή πρώτ’ απ’ όλα λόγω των συνθηκών που επικράτησαν στη χώρα στα χρόνια 2008-2014, αλλά και λόγω των πετυχημένων χειρισμών της ηγεσίας του κόμματος, που κατάφερε, βαθμιαία, από κόμμα διαμαρτυρίας και συνασπισμό διαφορετικών πολιτικών ομάδων και τάσεων, να το μετατρέψει σε ενιαία πολιτική οργάνωση με, σχετικά, ομοιογενή ιδεολογία. Στην ομοιογένεια συνέβαλε πρόσφατα και η αποχώρηση των 43 βουλευτών οπαδών της δραχμής και η δημιουργία της Λαϊκής Ενότητας.

Θεωρώ ότι μια πολιτικο-κοινωνική ιδεολογία περισσότερο συνεκτική είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να επιτευχθεί σε ένα πολυσυλλεκτικό κόμμα εξουσίας. Αρκεί να κοιτάξει κανείς και τα υπόλοιπα ελληνικά πολιτικά κόμματα (με εξαίρεση βέβαια τη Χρυσή Αυγή, που είναι η ίδια ένα «τάγμα εφόδου»), για να διαπιστώσει ότι τα πράγματα δεν μπορούν να είναι πολύ διαφορετικά. Ούτε αυτό είναι ευκταίο. Τη στιγμή ετούτη οι αποκλίσεις ανάμεσα στις συνιστώσες της Νέας Δημοκρατίας είναι πολύ μεγαλύτερες απ’ ό,τι στον ΣΥΡΙΖΑ. Μικρότερες είναι σίγουρα στο ΚΚΕ, αλλά αυτό ποια σημασία έχει;

Το κρίσιμο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ στις 13-16 Οκτωβρίου πιστεύω ότι δεν θα μπορέσει να πετύχει τον στόχο του, να βοηθήσει δηλαδή αποφασιστικά την ηγεσία να αντιμετωπίσει αποτελεσματικότερα τα προβλήματα της παρούσας φάσης, αν τα μέλη αυτολογοκριθούν έστω και στο ελάχιστο. Η λύσσα κατά της κυβέρνησης όλων των δυνάμεων που αγωνίζονται για την παλινόρθωση του παλαιού και το γεγονός ότι θα εκμεταλλευτούν την εμφάνιση κάθε κριτικής φωνής αρκεί για να σωπάσει κανείς; Να προσέξει τι λέει και πώς το λέει, ναι. Να αυτολογοκριθεί όμως; Το τι κάνουν οι δυνάμεις αυτές, είναι γνωστό σε όλους. Το τι θα γραφτεί στις εφημερίδες τους και τι θα ειπωθεί στα κανάλια τους, το ξέρουμε από τώρα. Οι συσχετισμοί δυνάμεων στο επίπεδο αυτό είναι συντριπτικά κατά της Αριστεράς.

Στόχος ενός πραγματικού συνεδρίου παραμένει να καταστήσει σαφέστερη την πορεία πλεύσης. Κοιτάξτε τι έγινε με το αρχηγικό κόμμα της Νέας Δημοκρατίας στο πρόσφατο συνέδριο. Αποκλειστικός στόχος εκεί ήταν η επιβεβαίωση της επικράτησης του Κυριάκου Μητσοτάκη ως αρχηγού και τίποτε άλλο. Γι` αυτό και κόπηκαν χωρίς κανένα δισταγμό απ’ το συνέδριο οι νεολαίοι της ΟΝΝΕΔ. Τα υπόλοιπα ήταν απλά, αφού στο αρχηγικό κόμμα εκείνο που μετράει είναι η φωνή του αρχηγού και εκείνων που τον λιβανίζουν. Αντίθετα, σκοπός εδώ είναι να ακουστεί η φωνή και να γίνει γνωστός ο προβληματισμός των συνέδρων. Πρόκειται για μια ιδιότυπη ανταλλαγή εμπειριών. Η όξυνση των αντιπαραθέσεων σε μερικές στιγμές είναι αναπόφευκτη. Θα ακουστεί πολύ πιο έντονα η κριτική. Μα αυτό είναι το ζητούμενο σ’ ένα συνέδριο αυτού του τύπου και όχι οι αυτάρεσκες αναλύσεις των επιτυχιών. Όχι πως οι επιτυχίες πρέπει να θάβονται. Αυτή, αντίθετα, είναι κατά τη γνώμη μου η μεγαλύτερη αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ. Το νομοθετικό έργο της κυβέρνησης, παρά τις αντιξοότητες, είναι εντυπωσιακό. Δεν ακούγονται φωνές να το υποστηρίζουν δυνατά.

Ενώ η οικονομία δεν έχει ακόμα πάρει μπροστά είναι λίγο: α) ότι στηρίχτηκαν, έστω στοιχειωδώς, οι οικονομικά ευάλωτοι και β) ότι η φορολογία, σε όλα τα επίπεδα, μοιράστηκε με τρόπο δικαιότερο; Ως προς την πολιτική φυσιογνωμία της κυβερνώσας Αριστεράς, η σχεδιαζόμενη αναθεώρηση του Συντάγματος που ανακοινώθηκε από τον πρωθυπουργό αποτελεί σταθμό στην ιστορία του τόπου. Το ότι οι πολιτικοί αντίπαλοι, ακόμα και του Κέντρου, έπνιξαν με τα ΜΜΕ που ελέγχουν το σημαντικότερο γεγονός της πολιτικής μας ζωής μετά τη Μεταπολίτευση δεν εκπλήσσει. Αφού είναι γνωστό ότι η μόνη σταθερή άποψη που πλέον έχουν είναι να επιστρέψουν στην εξουσία. Θεωρώ όμως ότι και η συμπολίτευση, και ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έδωσαν την πρέπουσα σημασία στην εξαγγελθείσα αναθεώρηση του Συντάγματος η οποία, αν υλοποιηθεί, θα θέσει τις βάσεις ενός πολιτεύματος που διαδοχικές γενιές της μαχόμενης Αριστεράς προσδοκούσαν. Εκφράζει όμως και τα ιδανικά της φιλελεύθερης αστικής τάξης.

Αυτό που γίνεται εδώ και 22 μήνες, παρά τις επιφυλάξεις και συχνά τις αρνήσεις των εκπροσώπων των δανειστών, είναι η προσπάθεια ανασυγκρότησης της χώρας και ταυτόχρονα η έξοδός της από το τούνελ της κρίσης. Οι συσχετισμοί δυνάμεων σε πανευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο περιορίζουν όμως και, ώς έναν βαθμό, καθορίζουν τις κινήσεις της κυβέρνησης. Αλλά και στο εσωτερικό, η συμμαχία με τους ΑΝ.ΕΛΛ. δεν είναι απλή, ούτε για εκείνους ούτε για τον ΣΥΡΙΖΑ. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες και μ’ αυτούς τους συσχετισμούς δυνάμεων διεξάγεται το συνέδριο. Το να βγει ο ΣΥΡΙΖΑ δυναμικότερος και ανανεωμένος είναι, υποθέτω, το ζητούμενο. Θα μπορέσει να γίνει αυτό; Όταν δεν περιορίζεσαι στη διαχείριση της εξουσίας αλλά προσπαθείς, μέσα στις συγκεκριμένες συνθήκες, να υπερβείς, όπου μπορείς, τα όρια για να προχωρήσεις σ’ έναν ουσιαστικό εκδημοκρατισμό, τότε ένα έργο που μοιάζει μικρό και άχαρο παίρνει άλλες διαστάσεις.

* Ο Νίκος Χατζηνικολάου είναι ιστορικός τέχνης και ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης

Scroll