ΕΡΩΤΗΣΗ
Προς τον Υπουργό Υποδομών & Μεταφορών
Θέμα: «Συνεχείς αυξήσεις στα διόδια, διαδοχικές επιβαρύνσεις στους πολίτες και κυβερνητική αδράνεια απέναντι στους παραχωρησιούχους».
Τις τελευταίες ημέρες, οι παραχωρησιούχοι των μεγάλων αυτοκινητοδρόμων της χώρας ανακοίνωσαν νέες αυξήσεις στα διόδια, οι οποίες θα τεθούν σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2026.
Η ανακοίνωση αυτή δεν πέφτει σαν κεραυνός εν αιθρία αλλά εντάσσεται σε μια αλληλουχία συνεχών και σωρευτικών επιβαρύνσεων που έχουν ξεκινήσει από το 2023 και θα ολοκληρωθούν το 2026, αποτέλεσμα ενός πλέγματος τιμαριθμικών αναπροσαρμογών και μετατιθέμενων αυξήσεων που, τελικώς, φορτώνονται στους πολίτες.
Το 2023, όπως είναι γνωστό, οι παραχωρησιούχοι δικαιούνταν, βάσει των συμβάσεων, αύξηση της τάξης του 12%. Η τότε κυβέρνηση, εν μέσω προεκλογικών πιέσεων, επέλεξε να αναστείλει την εφαρμογή της και την ίδια στιγμή συμφώνησε να επιμεριστεί η αύξηση αυτή σε τρεις δόσεις, ώστε να εισπραχθεί πλήρως από τους πολίτες μέσα στα έτη 2024, 2025 και 2026.
Το αποτέλεσμα ήταν το 2024 να επιβληθεί αύξηση 7,6%, για το 2025 να έχει κιόλας ανακοινωθεί νέα αύξηση 4,9% και το 2026 να αναμένεται η ολοκλήρωση της είσπραξης του υπολοίπου της «παγωμένης» αναπροσαρμογής του 2023, μαζί με τη νέα τιμαριθμική αναπροσαρμογή που προβλέπεται κάθε Σεπτέμβριο.
Με άλλα λόγια, οι πολίτες δεν επιβαρύνονται από ένα μεμονωμένο ποσοστό αύξησης, αλλά υφίστανται μια διαρκή, πολυετή άνοδο στο κόστος μετακίνησης, όπου κάθε νέα χρονιά προστίθεται πάνω στην προηγούμενη.
Ακόμη σοβαρότερο είναι ότι οι αυξήσεις αυτές συνοδεύονται και από νέους σταθμούς διοδίων – χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ο νέος σταθμός της Ολυμπίας Οδού στην έξοδο της Πάτρας – που δεν αποτελούν αναπροσαρμογή, αλλά νέα χρέωση και μάλιστα σε έναν ήδη υπερτιμημένο άξονα.
Τα αποτελέσματα της κυβερνητικής πολιτικής είναι σήμερα ορατά σε όλους. Η διαδρομή Αθήνα–Πύργος ανεβαίνει από 15,40 ευρώ στα 19,50 ευρώ, η Αθήνα–Θεσσαλονίκη ξεπερνά τα 35 ευρώ, και αντίστοιχες αυξήσεις καταγράφονται σε όλους τους μεγάλους αυτοκινητοδρόμους.
Το κόστος αυτό επηρεάζει την καθημερινότητα εργαζομένων, επισκεπτών, επαγγελματιών και μεταφορέων, με άμεση επίπτωση στο κόστος ζωής, στη μεταφορά αγαθών και στη λειτουργία των περιφερειακών οικονομιών.
Οι νέες αυξήσεις διοδίων, όπως και οι προηγούμενες, είναι απόρροια των συμφωνιών της κυβέρνησης με τους παραχωρησιούχους, με τους πολίτες να είναι αυτοί που καλούνται να καλύψουν πλήρως και από την τσέπη τους τις αυξήσεις του 2023, μαζί με τη συνεχή τιμαριθμική αναπροσαρμογή.
Οι αυξήσεις έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία τα ελληνικά νοικοκυριά δοκιμάζονται από τη συνεχή άνοδο του κόστους ζωής. Η ακρίβεια στην ενέργεια, στα καύσιμα, στα τρόφιμα και στις βασικές υπηρεσίες έχει περιορίσει δραματικά το διαθέσιμο εισόδημα, ενώ η αύξηση του κόστους μετακίνησης λειτουργεί πολλαπλασιαστικά στην καθημερινή οικονομική πίεση.
Σε πολλές περιφερειακές περιοχές, όπου η μετακίνηση μέσω αυτοκινητοδρόμων είναι ουσιαστικά υποχρεωτική, οι διαδοχικές ανατιμήσεις στα διόδια συνιστούν βάρος που επιτείνει τις ανισότητες και υπονομεύει την κοινωνική συνοχή.
Η ευκολία με την οποία το Υπουργείο αποδέχεται και υλοποιεί τις αποφάσεις των παραχωρησιούχων, χωρίς καμία αντίστοιχη μέριμνα για τους πολίτες, γεννά εύλογα ερωτήματα για το ποιου τα συμφέροντα τελικά υπηρετούνται.
Την ίδια στιγμή, ο τομέας των παραχωρήσεων συγκεντρώνεται πλέον σε λίγους ισχυρούς ομίλους, γεγονός που περιορίζει τον ανταγωνισμό και αυξάνει την εξάρτηση του Δημοσίου από τους παραχωρησιούχους.
Αυτό καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη για ενεργή και ουσιαστική εποπτεία, επαναδιαπραγμάτευση των συμβάσεων, όπου αυτό είναι εφικτό και κυρίως για πολιτική βούληση που να προασπίζει το δημόσιο συμφέρον.
Επειδή, οι πολίτες έχουν δικαίωμα σε προσιτές και ποιοτικές μεταφορές,
Επειδή, η συνεχής μετακύλιση των αυξήσεων στους χρήστες των αυτοκινητροδρόμων υπονομεύει την κοινωνική συνοχή και τη βιώσιμη περιφερειακή ανάπτυξη,
Επειδή, η κυβέρνηση κατά τις διαπραγματεύσεις με τους παραχωρησιούχους όφειλε να μεριμνά πρωτίστως για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των πολιτών,
Επειδή, η λειτουργία των παραχωρήσεων δεν μπορεί να λειτουργεί ως μηχανισμός εγγυημένης κερδοφορίας για τους ομίλους, χωρίς ισόρροπη πρόβλεψη για τους χρήστες.
Ερωτάται ο κ. Υπουργός:
Οι ερωτώντες Βουλευτές
Μεϊκόπουλος Αλέξανδρος
Βέττα Καλλιόπη
Γαβρήλος Γεώργιος
Δούρου Ειρήνη
Ζαμπάρας Μίλτος
Μπάρκας Κώστας
Νοτοπούλου Αικατερίνη
Παναγιωτόπουλους Ανδρέας
Παπαηλιού Γεώργιος
Τσαπανίδου Πόπη
Ψυχογιός Γεώργιος