Η χώρα βρίσκεται σε μια ασύμμετρη και διαρκή διαπραγμάτευση. Ο συμβιβασμός που οδήγησε στο τρίτο Μνημόνιο αποτελεί ένα επεισόδιο μιας διαδικασίας που συνεχίζεται ολοκληρώνοντας έναν πρώτο κύκλο με ανοιχτές πληγές. Οι επιπλέον εξειδικεύσεις και διευθετήσεις είναι το θέατρο στο οποίο πρέπει να αμφισβητηθούν έμπρακτα οι κυρίαρχες πολιτικές και οι οικονομικές νόρμες το επόμενο διάστημα.
Οι κίνδυνοι υπαρκτοί. Και εδώ δεν χωρούν επικοινωνιακοί χειρισμοί και “συνδικαλιστικό παιχνίδι με τις λέξεις”. Απέναντι στη λογική του “success story” οφείλουμε να αντιτάξουμε αυτήν του “true story”. Η δυνατότητα για διακυβέρνηση δεν είναι θέμα βούλησης, αλλά είναι αποτέλεσμα της μετατόπισης των πολιτικών συσχετισμών. Αλλιώς είναι μεταφυσική.
Αυτό που ζήσαμε την πρώτη περίοδο και ζούμε και σήμερα δεν είναι μια κανονικότητα. Είναι η ρήξη που ξεκίνησε και οφείλουμε να τη μετατρέψουμε σε ανατροπή. Και αυτό που αποκομίσαμε είναι η επιστροφή στον ρεαλισμό των συσχετισμών χωρίς αυτό να επιβάλλει καμιά επιστροφή στην κανονικότητα του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος.
Η ελληνική οικονομική κρίση έχει δύο όψεις. Μία εξωγενή, μέρος της συνολικής ευρωπαϊκής κρίσης. Και μία ενδογενή, που εκφράζεται και αφορά το ελληνικό πολιτικό σύστημα και εν τέλει περιφέρεται γύρω από το ζήτημα του ελληνικού κράτους και του ρόλου του.
Η κρίση του ελληνικού πολιτικού σχηματισμού προϋπήρχε της οικονομικής κρίσης. Η οικονομική κρίση και τα Μνημόνια την επέκτειναν. Δημιούργησαν κρίση ηγεμονίας του συστήματος και απελευθέρωσαν, χειραφέτησαν δυνάμεις. Οι κοινωνικοί αγώνες επέβαλαν την πολιτική ρήξη και την ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ ως του πιο χρήσιμου εργαλείου σε αυτήν τη διαδικασία.
Οποιαδήποτε προοδευτική αλλαγή δεν μπορεί παρά να καθορίζεται από τη δυναμική της σχέσης πολιτικής και κοινωνίας. Όπου θα δημιουργεί κοινωνικές εκπροσωπήσεις στο πολιτικό πεδίο και θα σχηματοποιεί την ταξική πάλη. Μόνο μέσα από αυτή την ενότητα μπορούν να αποκτήσουν την πραγματική τους αυτονομία οι έννοιες αυτές. Η παραπάνω σχέση είναι η μοναδική δικλίδα που μπορεί να στηρίξει τον ταξικό προσανατολισμό της πολιτικής μας στις διάφορες ενότητες του κράτους και του κοινωνικού σώματος.
Χρειαζόμαστε πρωτίστως ένα κοινωνικό σχέδιο που θα αναδεικνύει προοπτικές αλλά και κοινωνικούς στόχους, που θα λειτουργήσει ως οδικός χάρτης στο πεδίο των κοινωνικών διεργασιών και συγκρούσεων. Όπως ακριβώς κάνει και το πρώτο Μνημόνιο στο πρώτο μέρος του. Όπου ορίζει έννοιες όπως δημοκρατία, κοινωνία, ανάπτυξη κατά το νεοφιλελεύθερο πρότυπο. Οι έννοιες, οι ορισμοί, τα περιεχόμενά τους αποτελούν ένα εξαιρετική σημασίας πεδίο ταξικής σύγκρουσης. Αυτό της μάχης των ιδεών.
Η ανάγκη να γίνει πραγματικότητα το “καινούργιο” κάνει απαραίτητο το να παρουσιάσουμε ένα πολιτικό πρόγραμμα με ιεραρχήσεις και προτεραιότητες, με ταξικό πρόσημο, με ριζοσπαστικές τομές και με ορίζοντα τους μετασχηματισμούς που έχει ανάγκη σήμερα η ελληνική κοινωνία. Ένα πρόγραμμα που θα δημιουργεί τα απαραίτητα αντισταθμιστικά μέτρα στην υφεσιακή πολιτική του Μνημονίου και θα θωρακίζει την κοινωνική συνοχή.
Με τη δημιουργία εκείνων των απαραίτητων θεσμών που θα αναδιαμορφώσουν την ελληνική οικονομία, θα εντάξουν στην κοινωνική πρακτική νέες μορφές οικονομικής δραστηριότητας. Που θα αναπτύξουν τον συνεργατισμό και θα δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για βιώσιμη και φιλική προς το περιβάλλον ανάπτυξη. Που θα τονώσουν την εργασία και την απασχόληση στον αντίποδα των πολιτικών που οδηγούν στην εσωτερική υποτίμηση της εργασίας. Που θα οδηγήσουν στο βάθεμα της δημοκρατίας με όπλο τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των ελευθεριών.
Με την αλληλεγγύη και τον πλουραλισμό σε κοινωνικές πρακτικές και εκφράσεις. Και την πολυπολιτισμικότητα ως στοιχείο ενδυνάμωσης της κοινωνικής συνοχής και του διεθνούς κύρους της χώρα αυξάνοντας τη διαπραγματευτική της ισχύ.
Η ενότητα κόμματος και κυβέρνησης σε μια κοινή ευθύνη μπορεί να υπάρξει ως ενότητα μόνο μέσα από την αυτονομία τους στη θέαση της κοινωνικής πραγματικότητας. Και αυτό γιατί η κουβέντα περί του κόμματος έχει πολύ διαφορετικό ορίζοντα. Και αυτός είναι οι μεγάλες αλλαγές, η προοπτική της κοινωνικής χειραφέτησης, ο σοσιαλισμός με δημοκρατία και ελευθερία, η κομμουνιστική προοπτική.
Θα είναι λάθος να δώσουμε σε αυτήν την κυβέρνηση την ευθύνη της ανατροπής του καπιταλισμού. Θέλουμε ένα όπλο με το οποίο θα παλέψουμε αυτήν τη στρατηγική. Και αυτό είναι το κόμμα. Το τι κόμμα θέλουμε δεν μπορεί παρά να είναι η απάντηση του γιατί θέλουμε το κόμμα σήμερα. Δεν θέλουμε ένα κόμμα “εργοστάσιο” που θα καταμερίζει την πολιτική του λειτουργία και θα αναδεικνύει μια ιδιότυπη “αριστερή αριστεία”.
Θέλουμε ένα κόμμα συλλογικό διανοούμενο, κοινωνικά δραστήριο, που θα μας δικτυώνει με το κοινωνικό σώμα. Ένα κόμμα μαζικό, πλουραλιστικό, ριζοσπαστικό, με δημοκρατική λειτουργία, με ταξικό προσανατολισμό, σταθερά προσηλωμένο στη λογική των πολιτικών και κοινωνικών μετώπων. Και με την κουβέντα πάντα ανοικτή. Δηλαδή και εξ αντικειμένου ανανεωτικό.
* Ο Πέτρος Καλκανδής είναι μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ