Στον προσυνεδριακό διάλογο αναζητούμε ποια είναι η επόμενη μέρα για τον ΣΥΡΙΖΑ, θεματική που απασχολεί και τον δημοσιογραφικό κόσμο. Η ερώτηση λοιπόν είναι: Πώς βλέπετε τον χώρο της Αριστεράς και τη χώρα σε δέκα χρόνια; Ποια πέντε πράγματα θα μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να πει ότι άλλαξε, παρά την υποχώρηση του τρίτου Μνημονίου;
Αν εξαιρέσουμε τον «απεριόριστο» πολιτικό χρόνο που οριοθετείται, δέκα χρόνια είναι, έτσι κι αλλιώς, μια μακρά περίοδος. Ο Hobsbawm έγραφε εξάλλου για τον «σύντομο» 20ό αιώνα, με την έννοια της πυκνότητας του χρόνου αλλά και της περιορισμένης προβλεψιμότητας για το μέλλον. Και είναι αλήθεια πως κατά τη διάρκεια αυτού του «σύντομου αιώνα» έγιναν πολύ σημαντικά πράγματα αντίστοιχα των οποίων στο παρελθόν χρειάστηκαν πολλές εκατονταετίες για να επιτελεστούν.
Το ίδιο μπορούμε να ισχυριστούμε βάσιμα και για τα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα και, με αυτή την έννοια, θα επαναδιατυπώναμε την ερώτηση: «Πώς βλέπετε την Αριστερά και τη χώρα στα επόμενα λίγα χρόνια», χωρίς ωστόσο αυτό να καθιστά την πρόβλεψή μας περισσότερο ασφαλή.
Ας σκεφθούμε μια σειρά γεγονότων που δημιουργούν απρόβλεπτες καταστάσεις τη στιγμή που μιλάμε: το προσφυγικό, το Brexit και τα προβλήματα των τραπεζών με αφορμή την κρίση της Deutsche Bank, που μπορεί να μετεξελιχθεί σε κρίση μεγαλύτερη ακόμα και εκείνης της Lehman Brothers. Παράλληλα, η πολιτική ρευστότητα -άρα και η ενδεχομενικότητα- επιτείνεται από την κρίση της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης κι ενώ με διαφορετικές αφορμές μεγάλα τμήματα των ευρωπαϊκών κοινωνιών δηλώνουν τη δυσαρέσκειά τους απέναντι στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Τίθεται εν προκειμένω το ερώτημα αν αυτή η λαϊκή δυσαρέσκεια θα κεφαλαιοποιηθεί από τις δυνάμεις που διακηρύσσουν τη διάλυση της Ε.Ε., δηλαδή κατά κύριο λόγο την Ακροδεξιά, ή από τους φορείς ενός νέου προοδευτικού σχεδίου για την επαναθεμελίωση της Ευρώπης. Αυτό παραμένει σήμερα ένα ανοικτό στοίχημα.
Από την άλλη στην Ελλάδα και σε εξαιρετικά σύντομο ιστορικό χρόνο έχουν συμβεί σπουδαία πολιτικά γεγονότα, αδιανόητα λίγα χρόνια πριν, τα οποία αμφισβητούν στην πράξη το επί 25 χρόνια κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα: η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ, η ανάληψη της κυβέρνησης και η διατήρησή της, παρά το σχέδιο των ντόπιων και ευρωπαϊκών ελίτ για αριστερή παρένθεση πάση θυσία, ακόμη και με τίμημα τον οικονομικό στραγγαλισμό, και εν τέλει με το πραξικόπημα των ευρωπαϊκών θεσμών.
Στον ίδιο καμβά μπορούμε να προσθέσουμε τις πολιτικές εξελίξεις στην Πορτογαλία και την Ισπανία, το μέτωπο ενάντια στη λιτότητα που ξεκινά από τον ευρωπαϊκό Νότο, ακόμα και την άνοδο του Κόρμπιν στην ηγεσία του Εργατικού Κόμματος στην Αγγλία.
Σ’ αυτό το πρωτόγνωρο και ρευστό τοπίο και με το δεδομένο ότι ζούμε στο καθεστώς του Μνημονίου και της επιτήρησης, κάθε βήμα προϋποθέτει διαπραγμάτευση και ένταση με τους θεσμούς και σε κάθε περίπτωση στρατηγική για τον «απεγκλωβισμό». Η στρατηγική αυτή περιλαμβάνει βήματα για τη διευθέτηση του χρέους και τη μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων.
Σε αυτό το πλαίσιο τα πέντε πράγματα που πρέπει να είναι σε υψηλή προτεραιότητα για τον ΣΥΡΙΖΑ, την κυβέρνηση και το κόμμα είναι τα παρακάτω:
Πρώτο, η μείωση της ανεργίας στο μισό με την επανεκκίνηση της οικονομίας. Αυτό σημαίνει ότι δεν μας χρειάζονται μόνο υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, δηλαδή αύξηση του ΑΕΠ κατά 3% τουλάχιστον τα επόμενα χρόνια, γιατί αυτό μπορεί να σημαίνει «ανάπτυξη χωρίς απασχόληση», αλλά αλλαγή του μοντέλου ανάπτυξης με έμφαση στην εργασία, την καινοτομία, τη γνώση, τα συνεργατικά σχήματα, την κοινωνική οικονομία, το αγροτοδιατροφικό πλέγμα, τη μικρή και μεσαία επιχειρηματικότητα, τη νεανική επινοητικότητα.
Το δεύτερο είναι το κοινωνικό κράτος. Τα επόμενα χρόνια πρέπει να έχουμε πετύχει την απρόσκοπτη λειτουργία των νοσοκομείων και την καθιέρωση καθολικά της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, να έχουμε σχεδιάσει το νέο σχολείο και την ελεύθερη πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, να έχουμε ολοκληρώσει την πρόνοια και την κοινωνική αλληλεγγύη για να αντιμετωπίσουμε την ανθρωπιστική κρίση, τη φτώχεια και τον αποκλεισμό, με ξεχωριστή θέση εδώ για την αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης και τη χωρίς διακρίσεις και αποκλεισμούς ένταξη των προσφύγων και των μεταναστών.
Το τρίτο είναι ο μετασχηματισμός του κράτους. Χρειαζόμαστε μια Δημόσια Διοίκηση φιλική, αποτελεσματική, αδιάφθορη, προστατευμένη από τα πελατειακά δίκτυα των κομμάτων και από την ιδιωτική ιδιοποίηση των δημόσιων πόρων, με θεσμούς κοινωνικού και εργατικού ελέγχου.
Το τέταρτο είναι ο χώρος των δικαιωμάτων και των ελευθεριών, δηλαδή η αντιμετώπιση των διακρίσεων λόγω φύλου, φυλής, σεξουαλικού προσανατολισμού, η εξάλειψη της αστυνομικής βίας και ο διαχωρισμός Εκκλησίας και κράτους.
Ο πέμπτος στόχος δεν μπορεί να είναι άλλος από ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα με καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς, που θα μας δώσει τους πόρους για τη φορολογική ελάφρυνση των λαϊκών στρωμάτων, τα οποία σήμερα στενάζουν κάτω από δυσβάσταχτους και άδικους φόρους, που επιπλέον αποτελούν παράγοντα ύφεσης και στασιμότητας.
Οι παραπάνω πέντε στόχοι στην πραγματικότητα αποτελούν το Παράλληλο Πρόγραμμα για το οποίο έχουμε δεσμευτεί, η υλοποίηση του οποίου όμως απαιτεί έναν έκτο σπουδαίο παράγοντα, την ανασύνταξη του κόμματος.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά την αποχώρηση μέρους του στελεχικού δυναμικού και της βάσης του, καθώς και με τη μετακίνηση σημαντικών δυνάμεών του από την κομματική δουλειά προς την κυβέρνηση, χρειάζεται πραγματική ενίσχυση με στόχο τις ενεργές δυνάμεις της κοινωνίας που θέλουν να συνεισφέρουν στην αλλαγή της χώρας με προοδευτικό πρόσημο.
Η επανασύνδεσή του με την κοινωνική κίνηση περνάει μέσα από την ενδυνάμωση της σχέσης του με τους από κάτω, δηλαδή με τα κοινωνικά στρώματα που εκπροσωπεί και τον στηρίζουν. Με αυτή την έννοια πρέπει να επινοήσουμε και να πειραματιζόμαστε συνεχώς με μεθοδολογίες που θα καθιστούν αποφασιστικής σημασίας τη συμμετοχή στη λήψη των σημαντικών αποφάσεων της κοινωνικής μας συμμαχίας.
Ιδιαίτερη έμφαση οφείλουμε να έχουμε στο δυναμικότερο πληθυσμιακό κομμάτι: στους νέους και τις νέες, που πλέον μορφώνονται πολύ, εργάζονται και αποκτούν πολλαπλές δεξιότητες, δημιουργούν και αναδιατάσσουν τη χώρα.
Το κόμμα μας, λοιπόν, χρειάζεται να είναι ανοιχτό, όχι όμως με την παλιά όσο και αποτυχημένη συνταγή της συγκόλλησης δυνάμεων, αλλά με μέριμνα για την υποδοχή της κοινωνικής πλειοψηφίας που θέλει μια διαφορετική προοπτική.