Στη γενίκευση της εγκληματικότητας όταν εγκληματούν οι φτωχοί, «όπως συμβαίνει για παράδειγμα με τους μετανάστες, τους τοξικοεξαρτημένους κ.α.» αντίθετα με την αντιμετώπιση «μεγάλων αντικοινωνικών παραβάσεων, όπως η φοροδιαφυγή μεγάλου πλούτου, τα σκάνδαλα ή οι καταχρήσεις του δημοσίου χρήματος και οι χαρισματικές διατάξεις», δίνοντας κοινωνικό και ταξικό πρόσημο στο φαινόμενο, αναφέρθηκε η βουλευτίνα Λάρισας του ΣΥΡΙΖΑ Ηρώ Διώτη, μιλώντας επί της τροπολογίας 46/8-14.4.2015 που αφορά στην κατάργηση διατάξεων του “κουκουλονόμου”.
«Από τη μια είναι η ποινικοποίηση της φτώχειας και από την άλλη η κατασκευή του εσωτερικού εχθρού. Εδώ νομίζω ότι εντάσσεται και το ζήτημα του “κουκουλονόμου”. Όπως έχουμε παρακολουθήσει παρατεταμένα, τα τελευταία χρόνια στις τηλεοράσεις κατασκευάστηκε αυτός ο εχθρός με το όνομα “κουκουλοφόροι”, για να στραφεί –πολύ μελετημένα- ο φόβος των ανθρώπων για κάθε είδους ανασφάλεια, αβεβαιότητα ή εκρηκτική κοινωνική κατάσταση σε αυτή την κατηγορία».
Όπως επεσήμανε, «ο νόμος έχει υπεραρκετά εργαλεία εάν θέλει να αντιμετωπίσει παράνομες πράξεις. Ο “κουκουλονόμος” ήταν το πρόσχημα για την καταστολή διαδηλώσεων και διαμαρτυριών που αντιπαλεύονταν το καθεστώς. Ήταν μέσα στο οπλοστάσιο μιας νομοθεσίας που στρεφόταν ευθέως εναντίον της κοινωνικής διαμαρτυρίας και της νεανικής ριζοσπαστικότητας και εκεί εξαντλήθηκε με δεκάδες στημένες υποθέσεις, χωρίς στοιχεία, με συλλήψεις σε σωρό στις διαδηλώσεις με την επιβαρυντική κατηγορία της κουκούλας, του μαντηλιού και γενικά των καλυμμένων χαρακτηριστικών. Πάντως, παρ’ όλες τις προσπάθειες του πολιτικού συστήματος όλων αυτών των χρόνων, νομίζω ότι η κοινωνία, όπως απέδειξε και στις πρόσφατες εκλογές, δεν πείστηκε ότι ο εχθρός της είναι ο επονομαζόμενος “κουκουλοφόρος”, αλλά έστρεψε αλλού το βλέμμα».
Η βουλευτίνα στο κλείσιμο της παρέμβασής και αναφερόμενη στους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, κάλεσε «όποιον θέλει να επιδείξει συνέπεια λόγων και πράξεων, να το πράξει και σήμερα. Εμείς ως ΣΥΡΙΖΑ ήμασταν πάντα κατά αυτού του νόμου. Και οφείλουμε να τηρήσουμε και αυτή τη δέσμευσή μας, διότι είμαστε συνεπείς άνθρωποι και αναλάβαμε την διακυβέρνηση έχοντας συγκεκριμένο πρόγραμμα αλλά και συγκεκριμένες διακεκριμένες απόψεις γι’ αυτά τα ζητήματα. Σας καλώ, λοιπόν, να είμαστε σοβαροί και να ψηφίσουμε την κατάργηση αυτού του γελοίου και αδιανόητου νόμου».
Ολόκληρη η ομιλία της βουλευτίνας Λάρισας του ΣΥΡΙΖΑ Ηρώς Διώτη, σχετικά με την τροπολογία αρ.46/8-14.4.2015 “Κατάργηση διατάξεων άρθρων 25 και 27 Νόμου 3772/2009 και τροποποίηση διατάξεων Ποινικού Κώδικα και Κώδικα Ποινικής Δικονομίας”, όπως αυτή καταγράφηκε στα Πρακτικά της Βουλής, είναι η ακόλουθη:
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΒΟΥΛΗΣ
ΙΣΤ΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΜΕΝΗΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΣΥΝΟΔΟΣ Α΄
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΚΔ΄
Παρασκευή 17 Απριλίου 2015
ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΗΣ
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Συνέχιση της συζήτησης επί του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων: «Μεταρρυθμίσεις ποινικών διατάξεων, κατάργηση των καταστημάτων κράτησης Γ΄ τύπου και άλλες διατάξεις»
ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ (Δέσποινα Χαραλαμπίδου): Τον λόγο έχει η κυρία Διώτη και να ετοιμάζεται η κυρία Χριστοφιλοπούλου.
ΗΡΩ ΔΙΩΤΗ: Ευχαριστώ, κυρία Πρόεδρε.
Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, είναι νομίζω κοινή διαπίστωση ότι οι νόμοι απηχούν συγκεκριμένους κοινωνικούς και ταξικούς σχηματισμούς και γι’ αυτό παρατηρείται το φαινόμενο –παρατηρούνταν, τουλάχιστον- μεγάλες παραβάσεις, πραγματικά αντικοινωνικές, όπως η φοροδιαφυγή του μεγάλου πλούτου ή τα σκάνδαλα ή οι καταχρήσεις του δημοσίου χρήματος, οι χαρισματικές διατάξεις υπέρ εταιρειών και πάει λέγοντας, να βρίσκουν συχνά τον δρόμο προς την αθώωση ή την παραγραφή ή να μην ακουμπιούνται καθόλου από τον νόμο.
Επίσης, όταν εγκληματούν και οικονομικά κυρίαρχοι κύκλοι, ποτέ η εγκληματικότητα αυτή δεν γενικεύεται. Πάντα είναι ένας κάποιος «κύριος τάδε» ή κάποιος «κύριος δείνα». Όταν εγκληματούν φτωχοί, πάντα η εγκληματικότητα γενικεύεται, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με τους μετανάστες, τους τοξικοεξαρτημένους και πάει λέγοντας.
Αυτά τα λέω, γιατί ακούστηκαν διάφορα πρωτύτερα στην Αίθουσα περί φτώχειας. Επίσης, τα λέω, για να υποστηρίξω ένα επιχείρημα, το οποίο δεν είναι δικό μου, αλλά όσων θεωρούν πως έχουμε ασχοληθεί πολύ με αυτά τα πράγματα και λένε πως όποιος ή όποια έχει μελετήσει την εγκληματικότητα στην Ελλάδα, με βάση το σύνολο των ποινικοδικαιικών προσεγγίσεων και των σχετικών διαθέσιμων στοιχείων, θα οδηγηθεί στο αβίαστο συμπέρασμα ότι η εγκληματικότητα προέρχεται σχεδόν αποκλειστικά από τις κατώτερες τάξεις.
Με λίγα λόγια, από τη μια είναι η ποινικοποίηση της φτώχειας και από την άλλη η κατασκευή του εσωτερικού εχθρού. Εδώ νομίζω ότι εντάσσεται και το ζήτημα του «κουκουλονόμου». Η καθεστωτική αφήγηση, λοιπόν, μαζί με τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, έδειξαν περίτεχνα ένα ολόκληρο κατασκεύασμα, για να πείσουν την κοινή γνώμη και τον τηλεθεατή ποιος είναι ο εχθρός της κοινωνίας.
Με λίγα λόγια και όπως έχουμε παρακολουθήσει παρατεταμένα, τα τελευταία χρόνια στις τηλεοράσεις κατασκευάστηκε αυτός ο εχθρός με το όνομα «κουκουλοφόροι», για ευνόητους λόγους, όπως νομίζω.
Ο φόβος των ανθρώπων για κάθε είδους ανασφάλεια, αβεβαιότητα ή εκρηκτική κοινωνική κατάσταση στράφηκε πολύ μελετημένα σε αυτή την κατηγορία, έτσι ώστε κανείς να μην αναρωτιέται τι πραγματικά σημαίνει σε αυτή την κοινωνία.
Υπάρχει κάποιος υπεύθυνος για όλα αυτά; Υπάρχει κάποια πολιτική που δημιουργεί τέτοιες εκρηκτικές κοινωνικές καταστάσεις; Σε αυτά τα ερωτήματα πρέπει να απαντήσουμε.
Ο «κουκουλονόμος» επίσης ήταν μέσα στο οπλοστάσιο μιας νομοθεσίας, που στρεφόταν ευθέως εναντίον της κοινωνικής διαμαρτυρίας και της νεανικής ριζοσπαστικότητας και εκεί εξαντλήθηκε με δεκάδες στημένες υποθέσεις, χωρίς στοιχεία, με συλλήψεις σε σωρό στις διαδηλώσεις με την επιβαρυντική κατηγορία της κουκούλας, του μαντηλιού και γενικά των καλυμμένων χαρακτηριστικών.
Ο νόμος, εάν τυχόν θέλει να αντιμετωπίσει κάποιες παράνομες πράξεις, δεν χρειάζονται «κουκουλονόμοι» για να το κάνει. Έχει άλλα εργαλεία, υπεραρκετά. Ο «κουκουλονόμος» ήταν πρόσχημα για την καταστολή διαδηλώσεων και διαμαρτυριών, που αντιπαλεύονταν το καθεστώς.
Δεν είναι τυχαίο –διότι άκουσα νωρίτερα και τον Βουλευτή της Χρυσής Αυγής- ότι ποτέ δεν προσήχθη κανείς από δεκάδες διαδηλώσεις της Χρυσής Αυγής, με πολλά διαθέσιμα βίντεο, όπου τα μέλη της φορούν κράνη και όχι μόνο δεν συλλαμβάνονται, αλλά σε πολλές περιπτώσεις συζητούσαν φιλικά με την αστυνομία. Άρα, νομίζω ότι τα συμπεράσματα βγαίνουν αβίαστα.
Επίσης, διάφορες πράξεις στο ποινικό μας δίκαιο τιμωρούνται με συγκεκριμένες ποινές και μάλιστα πολύ βαριές για συγκεκριμένα αδικήματα.
Πάντως, κυρίες και κύριοι Βουλευτές, παρ’ όλες τις προσπάθειες του πολιτικού συστήματος όλων αυτών των χρόνων, νομίζω ότι η κοινωνία, όπως απέδειξε και στις πρόσφατες εκλογές, δεν πείστηκε ότι ο εχθρός της είναι ο επονομαζόμενος «κουκουλοφόρος», αλλά έστρεψε αλλού το βλέμμα.
Αυτό το λέω, γιατί η κατηγορία που ονομάστηκε «κουκουλοφόροι» χρησιμοποιήθηκε με λύσσα εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ από το 2008 και μετά, αλλά και σαν επιχείρημα σε αυτή τη συζήτηση των δύο τελευταίων ημερών. Επίσης, χρησιμοποιήθηκε για να παίρνει εύσημα μια Κυβέρνηση ακροδεξιάς κοπής. Έτσι νόμιζε η ίδια, αλλά ευτυχώς διαψεύστηκε.
Εμείς ως ΣΥΡΙΖΑ ήμασταν πάντα κατά αυτού του νόμου. Και οφείλουμε να τηρήσουμε και αυτή τη δέσμευσή μας, διότι είμαστε συνεπείς άνθρωποι και αναλάβαμε την διακυβέρνηση έχοντας συγκεκριμένο πρόγραμμα αλλά και συγκεκριμένες διακεκριμένες απόψεις γι’ αυτά τα ζητήματα.
Ακούσαμε πριν την τοποθέτηση του κ. Γκιόκα από το ΚΚΕ, όπου με συνέπεια υποστήριξε την άποψή του κόμματος, όπως είχε κάνει το 2009, όταν ψηφιζόταν ο «κουκουλονόμος».
Δεν ήμασταν οι μόνοι, λοιπόν. Και το ΠΑΣΟΚ τότε είχε ταχθεί εναντίον αυτού του νόμου. Διαβάζω τη δήλωση του κ. Καστανίδη στις 13-11-2009, επισκεπτόμενος το Δικηγορικό Σύλλογος της Λάρισας, που έλεγε ότι «ο νόμος και οι διατάξεις που αφορούν την κουκούλα θα καταργηθούν στην πρώτη νομοθετική πρωτοβουλία».
Διαβάζω επίσης από τα Πρακτικά της Βουλής, στις 24-9-2009, όταν ψηφιζόταν ο «κουκουλονόμος» δύο ομιλίες. Η πρώτη ήταν ένα απόσπασμα από την ομιλία του κ. Ευάγγελου Βενιζέλου, ο οποίος αφού όντως αναφέρθηκε στην τρομοκρατία, στους κουκουλοφόρους κλπ, είπε κάποια στιγμή, μιλώντας για τους κουκουλοφόρους ότι «θέλουμε να κατασταλεί το φαινόμενο αυτό, αλλά δεν θέλουμε να δημιουργήσουμε την απατηλή εντύπωση ότι εάν θεσπίσουμε επιβαρυντικές περιστάσεις δυσανάλογες και προβλέψουμε ακραίες ποινές, αυτό θα συμβεί. Δηλαδή, θα συλληφθεί ο κουκουλοφόρος, θα εντοπιστεί το κέντρο που συντονίζει με γραπτά μηνύματα στα κινητά τηλέφωνα τις δραστηριότητές τους, ότι θα προστατευτεί η περιουσία και η δημόσια τάξη». Αυτό δεν είναι ακριβές.
Συνεχίζει ο κ. Βενιζέλος λέγοντας: «Επαναλαμβάνω ότι δεν λείπουν ποινικές διατάξεις. Δεν είναι δυνατόν να διαλυθεί μια συγκέντρωση, στην οποία όλοι εμφανίζονται ως κουκουλοφόροι, γιατί θέλουν να διαμαρτυρηθούν. Αυτό είναι «δονκιχωτισμός» ποινικός, πολιτικός και αστυνομικός.»
Επίσης, η εισηγήτρια τότε του ΠΑΣΟΚ κυρία Τζάκρη είχε πει στην εισήγησή της –και διαβάζω από τα Πρακτικά- σε ό,τι αφορά το κεφάλαιο του «κουκουλονόμου»: «Δεν θα απαριθμήσω ξανά τις διατάξεις του νόμου. Απλά θέλω να σας επισημάνω τον εσφαλμένο προσανατολισμό του υπό ψήφιση νομοθετήματος, του οποίου μοναδικός στόχος είναι να καλύψει με επικοινωνιακά τρικ τη διάλυση της Αστυνομίας στη χώρα μας με αποκλειστική ευθύνη της παρούσας κυβέρνησης» -της Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας που νομοθετούσε τότε- «και να επιχειρήσει μια ανούσια επίδειξη δύναμης από πλευράς της κρατικής εξουσίας. Λησμονείτε, όμως, τα αδικήματα της απρόκλητης και της βαριάς σωματικής βλάβης. Το προστατευόμενο έννομο αγαθό δεν είναι η κουκούλα, είναι η σωματική ακεραιότητα και αυτά τα έννομα αγαθά που ήθελε να προστατεύσει ο Έλληνας νομοθέτης, όταν θέσπιζε τα επίμαχα αδικήματα». Συνεχίζοντας η εισηγήτρια του ΠΑΣΟΚ, είπε: «Πιστέψτε με, δεν θα φάει λιγότερο ξύλο κάποιος, αν αυτός που τον χτυπά δεν φοράει κουκούλα».
Μ’ αυτό ισχυρίζομαι –επειδή δεν άκουσα να πει κάτι ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ- ότι όποιος θέλει να επιδείξει συνέπεια λόγων και πράξεων, ας το πράξει και σήμερα.
Σας καλώ, λοιπόν, κυρίες και κύριοι Βουλευτές να είμαστε σοβαροί και να ψηφίσουμε την κατάργηση αυτού του γελοίου και αδιανόητου νόμου.
Σας ευχαριστώ.
ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ (Δέσποινα Χαραλαμπίδου): Ευχαριστούμε την κυρία Διώτη.