Ο «κοινωνικός ΣΥΡΙΖΑ» και τα αδιέξοδά του

Της Κατέ Καζάντη

Εάν συμφωνήσουμε, λοιπόν, πως ισχύει το κατά Λένιν «χωρίς επαναστατική θεωρία δεν υπάρχει επαναστατικό κίνημα», τότε, χωρίς αμφιβολία, θα πρέπει να παραδεχτούμε πως ισχύει και το «χωρίς επαναστατικό κόμμα δεν υπάρχει επαναστατική κυβέρνηση».

Το ζήτημα, οπότε, του είδους της διακυβέρνησης που επιθυμεί ο ΣΥΡΙΖΑ να ασκήσει έχει να κάνει πρωτίστως με το είδος του κόμματος που θέλει να (επανα)συγκροτήσει. Ουσιαστικά πρόκειται περί ταυτοσημίας: όχι, μπορεί να μην είναι «ίδιο πράμα» κόμμα και κυβέρνηση, αποτελούν όμως τα άκρα ενός σώματος, η κίνηση του οποίου δεν δύναται να υπάρξει εάν το ένα περικοπεί.

Υπάρχει, φυσικά, η λενινιστικού τύπου εκδοχή: το κόμμα – παιδαγωγός της πρωτοπορίας του προλεταριάτου, που θα οδηγήσει τον λαό στη χειραφέτηση, εκδοχή που, καιρό τώρα, εγκαταλείφθηκε ως ανυπόληπτη. Αλλά, εάν η δεύτερη επιλογή είναι κόμμα «ανοιχτό στην κοινωνία» -και τις αντιφάσεις της-, ανοιχτό σε ό,τι εννοεί ο καθένας ομιλώντας περί του «κοινωνικού ΣΥΡΙΖΑ», τότε καθείς ας ανοίξει τα χαρτιά του:

Αν οι μάζες αποτελούν, σε τελευταία ανάλυση, τον μοναδικό μοχλό του κοινωνικού μετασχηματισμού και εφόσον «σοσιαλισμός δεν γίνεται χωρίς σοσιαλιστές» (Καράγιωργας), οι οργανώσεις μελών οφείλουν, ίσως, να ανοίξουν τις πόρτες τους. Όσοι εισέλθουν θα κουβαλήσουν, φυσικά, στο εσωτερικό τις αντιφάσεις τους.

Είναι όμως, όσοι συναποτελούν τον λεγόμενο «κοινωνικό ΣΥΡΙΖΑ», ανοργάνωτες μεν, επαναστατικές δε μάζες, οι οποίες, έχοντας συνειδητοποιήσει τα ταξικά τους συμφέροντα, επιθυμούν να εμπλακούν στις διαδικασίες ριζοσπαστικοποίησης του κόμματος; Ή μήπως το κόμμα των μελών, εξελισσόμενο σε δήθεν κτήμα – ιδιοκτησία του λαού, καταντήσει αρχηγικού τύπου πολιτικός χυλός με πλείστες όσες συντηρητικές μεταλλάξεις, στο επίπεδο και των ιδεών και των πολιτικών πρακτικών;

Κι αν (Λούξεμπουργκ) «η όλη προσπάθεια τείνει να ελέγχει τη δραστηριότητα του κόμματος και όχι να τη γονιμοποιεί, να περιορίζει παρά να διευρύνει το κίνημα, να το ανακόπτει και όχι να το ενοποιεί»; Αντιλαμβάνεται βέβαια κανείς ποιοι (θα) σπεύδουν, τώρα αλλά και μετά το συνέδριο, να πλησιάζουν οργανωτικά τον ΣΥΡΙΖΑ.

Από την άλλη, «η περίφραξη [του κόμματος] με αγκαθωτό συρματόπλεγμα θα καθιστούσε αδύνατη την εκπλήρωση των σημερινών εξαιρετικών καθηκόντων». Η Λούξεμπουργκ, βεβαίως, δεν εννοούσε «εξαιρετικά καθήκοντα» την εφαρμογή των νόμων των αβάσταχτων Μνημονίων των ημερών. Η διολίσθηση του κόμματος, όμως, σε -ακόμα- λιγότερο ριζοσπαστικές οδούς, όταν καταφάσκει στην αντιδραστική ροπή της κοινωνίας, δίχως να επιχειρεί να επαναδιαμορφώσει συνειδήσεις, μοιάζει να εξυπηρετεί όντως με το χειρότερο τρόπο τη συγκυρία των καιρών.

Εάν υφίσταται, ή όχι, η «επαναστατική πλευρά της εξαθλίωσης» ή, όσο τούτη η εξαθλίωση διογκώνεται, θα επιστρέφουμε σε ολοένα και πιο συντηρητικές ατραπούς, μένει να το διαπιστώσουμε. Παρά, όμως, τις αποστάσεις που παίρνει ήδη η κυβέρνηση από τις αρχικές της θέσεις, το κόμμα πρέπει να διασφαλίσει τον αριστερό του χαρακτήρα: «να αντεπεξέλθει στη δοκιμασία του πυρός», να αυτοπροστατευτεί από τους κοινωνικούς αυτοματισμούς, που έτσι κι αλλιώς κουβαλά, και στην παρούσα φάση, η κοινωνία.

Η «αυστηρότερη πειθαρχία», προτείνει η Λούξεμπουργκ, «ρητώς διατυπωμένη στα άρθρα του καταστατικού μπορεί να αποτελέσει μια αποτελεσματική δικλίδα ασφαλείας ενάντια στις οπορτουνιστικές αποκλίσεις», που -προσθέτουμε- επιφέρουν οι μαζικές εγγραφές μελών για τον έλεγχο του κόμματος.

Οφείλει, προφανώς, ο ΣΥΡΙΖΑ να αναστοχαστεί τον εαυτό του μετά και τη διάσπασή του. Οφείλει να κλείσει τις πληγές του. Αλλά, πάρα την εκλογική νίκη, το «εγώ» της επικρατούσας πλειοψηφίας, στο εσωτερικό του κόμματος, δεν χρειάζεται να επιχειρήσει να πάρει τη ρεβάνς ενάντια στους σκεπτικιστές -η άτυπη συζήτηση περί κατάργησης των τάσεων με αυτούς τους όρους, την απόκτηση ελέγχου, έχει νόημα- και να αυτοαναγορευτεί παντοδύναμο, στο όνομα μιας κατά πολύ αμφισβητούμενης θέλησης του λαού να του αποδώσει την επί της ουσίας ηγεμονία.

Ας μην γελιόμαστε: όσοι πράγματι βρίσκονται, ανιδιοτελώς και όχι για να ανακτήσουν αλλοτινές εξουσίες, στο πλευρό του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκονται περισσότερο γι’ αυτό που υπήρξε προτού πάρει τη διακυβέρνηση και κατά πολύ ολιγότερο για ό,τι κατέληξε τώρα.

*Η Κατέ Καζάντη είναι δημοσιογράφος, μέλος της Ο.Μ. Νεάπολης του ΣΥΡΙΖΑ

Scroll