Ομιλία του βουλευτή Α΄ Θεσσαλονίκης του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, στην Ολομέλεια της Βουλής
Το αφήγημα της κυβέρνησης της ΝΔ περί δήθεν ενίσχυσης της επαγγελματικής ασφάλισης και περισσότερων δυνατοτήτων σε εργαζόμενους και επιχειρήσεις, αποδόμησε από το βήμα της Ολομέλειας της Βουλής, ο βουλευτής Α’ Θεσσαλονίκης του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Γιάννης Αμανατίδης.
Όπως τόνισε, το παρόν νομοσχέδιο δεν απαντά στις ανάγκες και στα προβλήματα, που αντιμετωπίζει το ασφαλιστικό σύστημα, σχολιάζοντας πως δεν είναι και στις προθέσεις της κυβέρνησης της ΝΔ να αντιμετωπίσει αυτά τα προβλήματα.
Στον αντίποδα αυτής της πολιτικής, παρέθεσε τις προτεραιότητες του ΣΥΡΙΖΑ, υπογραμμίζοντας πως θεμελιώδη προβλήματα που χρειάζονται λύσεις, είναι η χαμηλή και περιορισμένη δυνατότητα αποταμίευσης της συντριπτικής πλειοψηφίας των εργαζομένων, η ανάγκη επαναφοράς του 13ου και 14ου μισθού, η επαναφορά της 13ης σύνταξης, η καταπολέμηση των επισφαλών και ελαστικών εργασιακών σχέσεων, η εισφοροδιαφυγή, η αδήλωτη εργασία, η ανάγκη ενίσχυσης των εσόδων του δημόσιου ασφαλιστικού συστήματος και ισχυρότερη προστασία των χαμηλοσυνταξιούχων. Φυσικά, και η ενδυνάμωση και αποτελεσματικότητα του ΕΦΚΑ.
Αντιθέτως, η κυβέρνηση της ΝΔ όχι μόνο δεν δίνει απαντήσεις στα πραγματικά αδιέξοδα του ασφαλιστικού συστήματος, αλλα επιδιώκει τη σταδιακή υποκατάσταση της δημόσιας κοινωνικής ασφάλισης από την ατομική αποταμίευση.
Ο Γιάννης Αμανατίδης, άσκησε έντονη κριτική στο αφήγημα της κυβέρνησης περί δήθεν περισσότερων επιλογών, αναδεικνύοντας τη σκληρή οικονομική πραγματικότητα των Ελλήνων. Οι επιλογές παραμένουν γράμμα κενό για τον εργαζόμενο των 900 ευρώ, τον συμβασιούχο, τον εποχικά απασχολούμενο ή το νέο που αδυνατεί να καλύψει το δυσβάσταχτο κόστος στέγης. Η επιλογή χωρίς οικονομική δυνατότητα δεν αποτελεί ελευθερία, αλλά προσχηματική ρητορική.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στα διευρυμένα φορολογικά κίνητρα για τις εισφορές, τα οποία στην πράξη λειτουργούν αντιστρόφως ανάλογα με την κοινωνική δικαιοσύνη. Όταν τα όρια αυξάνονται στο 35% των αποδοχών ή τις 35.000 ευρώ, ευνοούνται απροκάλυπτα όσοι διαθέτουν ήδη υψηλά εισοδήματα, την ώρα που το δημοσιονομικό κόστος επιμερίζεται στο σύνολο των φορολογουμένων.
Παράλληλα, εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις για τη μετατροπή του ασφαλιστικού συστήματος, σε χρηματοοικονομικό προϊόν εξαρτώμενο από τις διακυμάνσεις των αγορών. Η σύνταξη αποτελεί θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα που απορρέει από δεκαετίες μόχθου και προστατεύεται από το Άρθρο 22 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει σαφώς τη μέριμνα του κράτους. Η κυβέρνηση, επιχειρεί να μεταθέσει αυτή την ευθύνη σταδιακά, στον ασφαλισμένο.
Ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ αναφέρθηκε ακόμη στην ακρόαση των φορέων και τα όσα σημαντικά αναφέρθηκαν στις Επιτροπές, θυμίζοντας τις επισημάνσεις του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών για την αδυναμία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων να ανταποκριθούν, αποδεικνύοντας ότι ο δεύτερος πυλώνας δεν μπορεί να λειτουργήσει ως φάρμακο για τις πληγές του πρώτου.
«Δεν μπορείτε να μιλάτε με τον ίδιο τρόπο για δυνατότητα αποταμίευσης σε έναν υψηλόμισθο εργαζόμενο μεγάλης επιχείρησης και σε έναν χαμηλόμισθο εργαζόμενο μιας μικρής επιχείρησης. Και γι’ αυτό έχουμε σοβαρή ένσταση και ως προς τα φορολογικά κίνητρα» τόνισε.
Σοβαρές επιφυλάξεις, εξέφρασε και για τα Ανοιχτά Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης, κατανοώντας μεν το επιχείρημα ότι μπορούν να διευκολύνουν την πρόσβαση μικρότερων επιχειρήσεων και εργαζομένων, που σήμερα δεν μπορούν να δημιουργήσουν δικό τους ΤΕΑ, η αποσύνδεση, όμως, από συγκεκριμένους επαγγελματικούς και συλλογικούς δεσμούς δεν είναι μια ουδέτερη τεχνική αλλαγή. Μια τέτοια κίνηση ελλοχεύει τον κίνδυνο, είπε, να οδηγηθούμε στη δημιουργία μεγάλων σχημάτων που θα ανταγωνίζονται για την προσέλκυση ασφαλισμένων, με αποτέλεσμα η λογική της επαγγελματικής ασφάλισης να πλησιάζει όλο και περισσότερο στη λειτουργία μιας αγοράς χρηματοοικονομικών προϊόντων και να υποχωρεί ο ρόλος της συλλογικής εκπροσώπησης των εργαζομένων.
Αναφορικά με το μεγάλο ζήτημα της εποπτείας, και τη διαβεβαίωση της Τράπεζας της Ελλάδας ότι διαθέτει την τεχνογνωσία και το εξειδικευμένο προσωπικό για την εποπτεία, ο κ. Αμανατίδης, εκτίμησε ότι η ύπαρξη εποπτικής αρχής από μόνη της δεν καταργεί τον επενδυτικό κίνδυνο, ούτε υποκαθιστά τις αναγκαίες θεσμικές εγγυήσεις.
Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, ξεκαθάρισε, αρνείται μια ασφαλιστική πολιτική που προσφέρει περισσότερες επιλογές, κυρίως σε όσους έχουν ήδη περισσότερες οικονομικές δυνατότητες.
Αρνείται τη σταδιακή μετατόπιση από τη συλλογική κοινωνική προστασία προς την ατομική ευθύνη και τον επενδυτικό κίνδυνο, διότι το ασφαλιστικό δεν είναι μια λογιστική εξίσωση.
Είναι ένα κοινωνικό συμβόλαιο. Αφορά το πώς διανέμεται ο κοινωνικός πλούτος, ποιος αναλαμβάνει τον κίνδυνο και τελικά αν η Πολιτεία εγγυάται την ασφάλεια όλων ή αφήνει τον καθένα να εξασφαλίσει μόνος του το μέλλον που μπορεί να πληρώσει.
Για αυτούς τους λόγους, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ καταψηφίζει το νομοσχέδιο.
Ολόκληρη η ομιλία έχει ως εξής:
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, το παρόν νομοσχέδιο δεν απαντά στα ερωτήματα και στα προβλήματα που αντιμετωπίζει το ασφαλιστικό σύστημα. Ίσως να μην είναι και στις προθέσεις της κυβέρνησης να τα αντιμετωπίσει τα προβλήματα αυτά.
Γιατί τα θεμελιώδη προβλήματα είναι οι χαμηλοί μισθοί και η περιορισμένη δυνατότητα αποταμίευσης -και εδώ θα ήθελα να σας πω τη θέση μας για την επαναφορά του 13ου και του 14ου μισθού- , οι επισφαλείς και ελαστικές εργασιακές σχέσεις, η εισφοροδιαφυγή και η αδήλωτη εργασία και η ανάγκη ενίσχυσης των εσόδων του δημόσιου ασφαλιστικού συστήματος, η ισχυρότερη προστασία των χαμηλοσυνταξιούχων και η επαναχορήγηση της 13ης σύνταξης. Και η ανάγκη, βέβαια, αποτελεσματικότερου και ισχυρότερου ΕΦΚΑ.
Η κυβέρνηση δεν απαντά στο ερώτημα, λοιπόν, πώς θα έχουμε αξιοπρέπειες δημόσιες συντάξεις αλλά στο πώς θα μεγαλώσει η αγορά ιδιωτικής συνταξιοδοτικής αποταμίευσης. Εδώ θα τολμούσα να πω ότι το κρίσιμο ερώτημα είναι το εξής.
Λέτε ότι δίνετε επιλογές. Το παρουσιάζετε σαν μία μεταρρύθμιση. Περισσότερες επιλογές στους εργαζόμενους.
Διευρύνετε τις δυνατότητες συμπληρωματικής συνταξιοδοτικής αποταμίευσης και καθιστάτε την επαγγελματική ασφάλιση περισσότερο προσιτή. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο τίτλος του νομοσχεδίου.
Περισσότερες επιλογές, όμως, για ποιους;
Για τον εργαζόμενο των 900 και των 1.000 ευρώ, για τον νέο που εργάζεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου, για τον εποχικά απασχολούμενο, για εκείνον που αλλάζει διαρκώς εργοδότη που βρίσκεται μεταξύ εργασίας και ανεργίας ή που δυσκολεύεται να καλύψει το κόστος στέγασης και τις βασικές ανάγκες του νοικοκυριού του;
Ξέρετε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η επιλογή χωρίς την οικονομική δυνατότητα να την ασκήσεις δεν είναι πραγματική επιλογή. Και εδώ βρίσκεται η βασική μας διαφωνία με το νομοσχέδιο. Η επαγγελματική ασφάλιση μπορεί να έχει θέση στο ασφαλιστικό μας σύστημα και συμπληρωματικό χαρακτήρα.
Άλλο, όμως, η συμπληρωματική λειτουργία του δεύτερου πυλώνα και άλλο, η σταδιακή μεταφορά του βάρους της συνταξιοδοτικής προστασίας από τη δημόσια κοινωνική ασφάλιση, την αλληλεγγύη των γενεών και τη συλλογική ευθύνη προς την ατομική αποταμίευση και τα κεφαλοποιητικά σχήματα. Αυτό είναι το κύριο πολιτικό ζήτημα. Η κοινωνική ασφάλιση έχει αναδιανεμητικό χαρακτήρα.
Στηρίζεται στην αλληλεγγύη των γενεών, στην κοινωνική αναδιανομή και στην εγγυητική ευθύνη του κράτους,. Η κεφαλαιοποιητική επαγγελματική ασφάλιση έχει διαφορετική λειτουργία. Συνδέεται με τις εισφορές, τις επενδύσεις, τις αποδόσεις και αναπόφευκτα βέβαια με τον επενδυτικό κίνδυνο. Δεν πρόκειται για ταυτόσημα συστήματα.
Γι’ αυτό θεωρούμε τουλάχιστον προβληματικό να παρουσιάζετε την επέκταση του δεύτερου πυλώνα περίπου ως απάντηση στις αδυναμίες του πρώτου. Η κοινωνική ασφάλιση, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι αποτελεί συνταγματική υποχρέωση της Πολιτείας.
Το άρθρο 22 παράγραφος 5 του Συντάγματος είναι σαφές ως προς τη μέριμνα του κράτους για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων. Δεν μπορεί λοιπόν η απάντηση στις χαμηλές μελλοντικές συντάξεις να είναι απλώς «αποταμιεύστε περισσότερο μόνοι σας». Γιατί τότε μετακινούμε σταδιακά την ευθύνη από την κοινωνία στους ασφαλισμένους.
Και μαζί με την ευθύνη μεταφέρουμε όπως βλέπετε και τον κίνδυνο όμως. Η συνολική διαφωνία μας είναι πολιτική. Έχουμε από τη μια ένα κυβερνητικό μοντέλο περισσότερη ατομική αποταμίευση, περισσότερη κεφαλαιοποίηση, περισσότερος ρόλος των αγορών, μεγαλύτερη ατομική ανάληψη κίνδυνου.
Το δικό μας το μοντέλο και αυτό που προτείνουμε είναι ισχυρή δημόσια κοινωνική ασφάλιση, αλληλεγγύη των γενεών, αξιοπρεπείς μισθοί, σταθερή εργασία, διεύρυνση της ασφαλιστικής βάσης, καταπολέμηση της εισφοροδιαφυγής, αξιοπρεπείς δημόσιες συντάξεις και μίλησα και για την 13η σύνταξη, επαγγελματική ασφάλιση, αυστηρά συμπληρωματική και με ισχυρή προστασία των ασφαλισμένων.
Είναι χαρακτηριστικές οι τοποθετήσεις μας και στο νομοσχέδιο του 21 του κ. Χατζηδάκη και μετά το22 , αν δεν κάνω λάθος, ότι τα νομοσχέδια που προωθήσατε τότε και συνέχεια αυτών των νομοσχεδίων, είναι αυτό που φέρνετε κ. Υπουργέ, ήταν η λαιμητόμος και η θηλιά στο ασφαλιστικό σύστημα. Και εδώ θα ήθελα να σας κάνω μια επισήμανση.
Αν ισχύει αυτό που ανέφερε ο ειδικός αγορητής του ΚΚΕ, τότε θα πρέπει να σας τονίσω, αν ισχύει αυτό, για την υποχρεωτικότητα αν ισχύει, θα το πείτε στην τοποθέτηση, σας φαντάζομαι. Αν ισχύει, πρέπει να πάρετε υπόψη το εξής. Σύμφωνα με το Άρθρο 22, παράγραφος 5 που σας είπα, ο νόμος, όπου καθιερώνει την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση, οφείλει να καθιστά φορέα της μόνο το κράτος ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, είτε ως κύρια, είτε ως επικουρική ασφάλιση κλπ. Είναι οι αποφάσεις του 2015 και του 2019.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η σύνταξη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως προσωπικό επενδυτικό σχέδιο. Δεν είναι χρηματοοικονομικό προϊόν. Είναι μείζον κοινωνικό δικαίωμα που απορρέει από δεκαετίες εργασίες. Οι αγορές, άλλωστε, δεν κινούνται μόνο ανοδικά. Υπάρχουν οικονομικές κρίσεις, περίοδοι ύφεσης, χρηματιστηριακές αναταράξεις και αρνητικές επιδόσεις. Όσο μεγαλύτερο τμήμα της ταξιδιωτικής προσδοκίας συνδέεται με αυτές τις διακυμάνσεις, τόσο μεγαλύτερη γίνεται και η αβεβαιότητα που αναλαμβάνει ο ίδιος ο ασφαλισμένος.
Θα ήθελα σε αυτό το σημείο να αναφερθώ λίγο στην ακρόαση των φορέων που έγινε, η οποία ήταν αρκετά χρήσιμη, ακριβώς επειδή ανέδειξε και τις δύο όψεις της συζήτησης. Ακούσαμε φορείς όπως τον ΣΕΤΕ και την Ένωση Θεσμικών Επενδυτών να θεωρούν θετική την ανάπτυξη της επαγγελματικής ασφάλισης.
Όμως παράλληλα ακούστηκε και κάτι σημαντικό. Ο Πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών επισήμανε ότι για ένα μεγάλο μέρος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων η οικονομική δυνατότητα να συμμετάσχουν ουσιαστικά στην επαγγελματική ασφάλιση είναι περιορισμένη. Και στη συνέχεια είπε ξεκάθαρα ότι η ανάπτυξη των επαγγελματικών ταμείων εξαρτάται από την οικονομική δυνατότητα των εργαζομένων από τους μισθούς και από την ακρίβεια.
Αυτό ακριβώς βάλαμε και εμείς στις Επιτροπές. Αυτή είναι η κοινωνική πραγματικότητα. Αυτό που λείπει από το κυβερνητικό σας αφήγημα.
Δεν μπορείτε να μιλάτε με τον ίδιο τρόπο για δυνατότητα αποταμίευσης σε έναν υψηλόμισθο εργαζόμενο μεγάλης επιχείρησης και σε ένα χαμηλόμισθο εργαζόμενο μιας μικρής επιχείρησης. Και γι’ αυτό έχουμε σοβαρή ένσταση και ως προς τα φορολογικά κίνητρα. Με το άρθρο 96 αυξάνετε το ανώτατο όριο των εισφορών και ασφαλίστρων στο 35% των αποδοχών για τους μισθωτούς και στις 35.000 για τους μη μισθωτούς.
Ποιος όμως στην πραγματικότητα μπορεί να αξιοποιήσει αυτά τα όρια;
Ο εργαζόμενος που εξαντλεί το εισόδημά του πριν τελειώσει ο μήνας ή εκείνος που διαθέτει ήδη υψηλό και σταθερό εισόδημα και σημαντική δυνατότητα αποταμίευσης;
Τα φορολογικά κίνητρα κινδυνεύουν να λειτουργήσουν αντίστροφα από μια πραγματική κοινωνική πολιτική. Να προσφέρουν δηλαδή μεγαλύτερο όφελος ακριβώς σε εκείνους που έχουν τη μεγαλύτερη δυνατότητα να αποταμιεύσουν ενώ το δημοσιονομικό κόστος επιμερίζεται στο σύνολο των φορολογουμένων.
Έχουμε επίσης, κυρία Υπουργέ και κυρία Υφυπουργέ, σοβαρές επιφυλάξεις για τα ανοιχτά ταμεία επαγγελματικής ασφάλισης. Κατανοούμε το επιχείρημα ότι μπορεί να διευκολύνει την πρόσβαση μικρότερων επιχειρήσεων και εργαζομένων που σήμερα δεν μπορούν να δημιουργήσουν δικό τους ταμείο επαγγελματικής ασφάλισης. Η αποσύνδεση όμως από συγκεκριμένους επαγγελματικούς και συλλογικούς δεσμούς δεν είναι μια ουδέτερη τεχνική αλλαγή.
Υπάρχει ο κίνδυνος να οδηγηθούμε στη δημιουργία μεγάλων σχημάτων που θα ανταγωνίζονται για την προσέλευση ασφαλισμένων με αποτέλεσμα η λογική της επαγγελματικής ασφάλισης να πλησιάζει όλο και περισσότερο στη λειτουργία μιας αγοράς χρηματοοικονομικών προϊόντων και να υποχωρεί ο ρόλος της συλλογικής εκπροσώπησης των εργαζομένων.
Αντίστοιχα, η φορητότητα των δικαιωμάτων μπορεί κατ’ αρχήν να είναι χρήσιμη σε μια αγορά εργασίας αυξημένης κινητικότητας. Αυτό όμως που προέχει είναι η πλήρης προστασία του εργαζόμενου με σαφείς προθεσμίες, διαφάνεια στις χρεώσεις, κατοχύρωση των δικαιωμάτων και με την εγγύηση ότι κατά τη μεταφορά δεν χάνονται δικαιώματα που έχουν ήδη αποκτηθεί.
Η κινητικότητα των εργαζομένων δεν μπορεί να μετατραπεί σε αγορά διαρκούς μετακίνησης των αποταμιεύσεων του από πάροχο σε πάροχο. Και εδώ βέβαια αναδεικνύεται το μεγάλο ζήτημα της εποπτείας. Η Τράπεζα της Ελλάδας μας διαβεβαίωσε στην Επιτροπή ότι διαθέτει την τεχνογνωσία και το εξειδικευμένο προσωπικό για την εποπτεία αναφέροντας μάλιστα ότι ενισχύθηκε με περισσότερα από 25 εξειδικευμένα στελέχη.
Αυτό το ακούσαμε, το έχουμε καταγράψει. Η ύπαρξη όμως εποπτικής αρχής από μόνο του αυτό το γεγονός δεν καταργεί τον επενδυτικό κίνδυνο. Ούτε υποκαθιστά τις αναγκαίες θεσμικές εγγυήσεις.
Όταν διαχειρίζεσαι τις αποταμιεύσεις μιας ολόκληρης εργασιακής ζωής δεν αρκεί η ευελιξία και η ταχύτητα. Τι απαιτείται άλλο;
Αυστηρή λογοδοσία, διαφάνεια, ουσιαστική εκπροσώπηση των εργαζομένων και αποτελεσματικός έλεγχος.
Κυρία Υπουργέ, επικαλεστήκατε την ευρωπαϊκή εμπειρία.
Η Ευρώπη πράγματι αναγνωρίζει και αξιοποιεί τον δεύτερο πυλώνα. Δεν επιβάλλει όμως την αποδυνάμωση του πρώτου. Η ύπαρξη συμπληρωματικής επαγγελματικής ασφάλισης δεν σημαίνει ότι η δημόσια σύνταξη παύει να αποτελεί τη βασική εγγύηση αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Και εκεί βρίσκεται η δική μας πρόταση. Ενίσχυση της απασχόλησης με σταθερές και αξιοπρεπώς αμειβόμενες θέες εργασίας. Τα επαναλαμβάνω.
Αποτελεσματικά να αντιμετωπιστούν η αδήλωτη εργασία και η εισφοροδιαφυγή. Η ενίσχυση των εσόδων και η λειτουργία του ΕΦΚΑ. Αξιοπρεπείς δημόσιες συντάξεις, προστασία χαμηλοσυνταξιούχων. Επαναφορά της 13ης σύνταξης. Κατάργηση της προσωπικής διαφοράς και της εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων.
Και πάνω σε αυτόν τον ισχυρό δημόσιο πυρήνα μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά η επαγγελματική ασφάλιση. Με αυστηρούς όρους προστασίας, διαφάνειας και εποπτείας. Αρνούμαστε λοιπόν να μετατραπεί ο δεύτερος πυλώνας σε άλλοθι για την υποχώρηση του πρώτου.
Αρνούμαστε μια ασφαλιστική πολιτική που προσφέρει περισσότερες επιλογές, κυρίως σε όσους έχουν ήδη περισσότερες οικονομικές δυνατότητες. Αρνούμαστε τη σταδιακή μετατόπιση από τη συλλογική κοινωνική προστασία προς την ατομική ευθύνη και τον επενδυτικό κίνδυνο. Γιατί το ασφαλιστικό δεν είναι μια λογιστική εξίσωση.
Είναι ένα κοινωνικό συμβόλαιο. Αφορά το πώς διανέμεται ο κοινωνικός πλούτος, ποιος αναλαμβάνει τον κίνδυνο και τελικά αν η Πολιτεία εγγυάται την ασφάλεια όλων ή αφήνει τον καθένα να εξασφαλίσει μόνος του το μέλλον που μπορεί να πληρώσει.
Για αυτούς τους λόγους, κυρία Υπουργέ, διαφωνούμε με τη συνολική πολιτική κατεύθυνση του ΝΣ και το καταψηφίζουμε.
Η κοινωνική ασφάλιση δεν είναι προνόμιο των λίγων. Είναι κατάκτηση του κόσμου της εργασίας και βασικός πυλώνας της κοινωνικής συνοχής.
Με τις τελευταίες αυτές λέξεις θα επανέλθω στη δευτερολογία μου, διότι προφανώς θα γίνει και μια συνολική κουβέντα για τον χαρακτήρα του ασφαλιστικού συστήματος και νομίζουμε ότι έχετε βάλει σε περιπέτεια στο ασφαλιστικό σύστημα με τις νομοθετήσεις που κάνατε και το 21 και το 22.
Νομίζουμε ότι μια άλλη πορεία της χώρας και σε αυτά τα ζητήματα του ασφαλιστικού συστήματος είναι εφικτή σε μια προοδευτική πολιτική η οποία θα έχει αυτά ακριβώς τα οποία είπα. Δημόσια κοινωνική ασφάλιση.
Σας ευχαριστώ πολύ.