Ομιλία Γ. Αμανατίδη, στη συνεδρίαση της Επιτροπής Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων
Σοβαρούς προβληματισμούς και σειρά ερωτημάτων προς την κυβέρνηση, κατέθεσε ο εισηγητής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, βουλευτής Α’ Θεσσαλονίκης, Γιάννης Αμανατίδης, κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής.
Στο επίκεντρο της τοποθέτησής του, βρέθηκε η αλλαγή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Από μια ενεργητική πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική της περιόδου της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, 2015-2019, πλέον, η χώρα μας, βρίσκεται- όπως ανέφερε- στην τροχιά της εξωτερικής πολιτικής του δεδομένου και προβλέψιμου συμμάχου και απλού παρατηρητή των διεθνών εξελίξεων.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο γεγονός ότι η Ελλάδα, παρά τη συμμετοχή της στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, λειτουργεί πλέον ως «καλός μαθητής» και σχολιαστής των γεγονότων στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, εκτελώντας αποφάσεις στη λήψη των οποίων δεν συμβάλλει. Ο κ. Αμανατίδης, υπογράμμισε μάλιστα, ότι η σχέση με τους συμμάχους έχει χάσει τον ισότιμο χαρακτήρα της και αυτό αποβαίνει σε βάρος των εθνικών μας συμφερόντων.
Ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ εξέφρασε έντονη ανησυχία για την ένταξη της Ελλάδας στην Ανατολική Αρχιτεκτονική Αντιβαλλιστική Άμυνα. Όπως διευκρίνισε, μια τέτοια απόφαση, σε αυτό το πλαίσιο, μετατρέπει την Ελλάδα σε δορυφόρο τεχνικής και επιχειρησιακής υποστήριξης του ΝΑΤΟ, χωρίς κανένα ανταποδοτικό όφελος, χωρίς κανένα περιορισμό.
Σοβαρό προβληματισμό, εξέφρασε ακόμη, για το ζήτημα απώλειας εθνικού ελέγχου και αύξησης κινδύνου εμπλοκής σε πολεμικές επιχειρήσεις που δεν αποφασίζει η ίδια η Ελλάδα, σε μια άκρως επικίνδυνη και απρόβλεπτη συγκυρία με στρατηγική κλιμάκωση στην ευρύτερη γεωπολιτική γειτονιά μας. Ένα αμυντικό εργαλείο που γίνεται μέρος της στρατηγικής αντιπαράθεσης με τρίτες χώρες και τοποθετεί τη χώρα μας στο επίκεντρο μιας αρχιτεκτονικής που αποτελεί στόχο σε περίπτωση σύγκρουσης.
Ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, ζήτησε ακόμη μια φορά, σαφείς εξηγήσεις από τον Υπουργό για την πολυετή καθυστέρηση εισαγωγής των διευθετήσεων στη Βουλή, με τη σημείωση ότι η αρχική υπογραφή τους σε παλαιότερο χρόνο δεν δικαιολογεί τη σημερινή τους κύρωση χωρίς επαναξιολόγηση των αμυντικών αναγκών της χώρας. «Η πολιτική συνέπεια για εμάς βρίσκεται στην προσήλωση στο σκοπό, δηλαδή στην ασφάλεια της Ελλάδας και στην ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεων της. Αυτό απαιτεί αξιολόγηση των επιλογών μας και ετοιμότητα να τις αναθεωρούμε».
Η ενίσχυση της αεράμυνας πρέπει να υπηρετεί τη στρατηγική αυτονομία και μια ενεργητική, ειρηνική εξωτερική πολιτική, επιβεβαιώνοντας πως με τις παρούσες επιλογές η Ελλάδα προσφέρει τα πάντα χωρίς να εξασφαλίζει το παραμικρό για την εθνική της άμυνα.