Όσο παρατείνεται η απουσία συνεκτικής εθνικής στρατηγικής της κυβέρνησης για τα Βαλκάνια τόσο περισσότερο υποχωρεί και επιδεινώνεται η θέση της χώρας στην περιοχή. Το θέμα φέρνουν στη Βουλή με ερώτησή τους προς τον Υπουργό Εξωτερικών, βουλεύτριες και βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, με πρωτοβουλία της τομεάρχισσας Εξωτερικών, Ρένας Δούρου. Αυτή η αδράνεια και η ακινησία της κυβέρνησης είναι “ενδεικτική της αντιπαραγωγικής εξωτερική πολιτικής, χωρίς εθνική στρατηγική, που βλάπτει τα συμφέροντα του τόπου”.
Η κυβέρνηση επέλεξε την επικίνδυνη, για τα συμφέροντα της Ελλάδας, στασιμότητα και ακινησία αντί να συνεχίσει την ενεργητική, πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Τσίπρα – Κοτζιά που χαρακτηρίστηκε από την εμβληματική συμφωνία των Πρεσπών καθώς και από τις πολυμερείς συνεργασίες, τον εποικοδομητικό ρόλο για την ειρήνη και τη σταθερότητα, με την προώθηση πχ της ενταξιακής πορείας των Βαλκανίων που είχε παγώσει από το 2014 με αποτελέσματα την αποσταθεροποίηση της περιοχής. Ή τις πρωτοβουλίες περιφερειακής συνεργασίας και συνανάπτυξης.
Οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, αναδεικνύοντας την ανάγκη άμεσης αλλαγής πολιτικής, θέτουν 4 καίρια ερωτήματα στην κυβέρνηση. Συγκεκριμένα ρωτούν:
Ακολουθεί η ερώτηση.
Ερώτηση
Προς τον κ. Υπουργό Εξωτερικών
Θέμα: «Απουσία συνεκτικής εθνικής στρατηγικής της κυβέρνησης στα Βαλκάνια»
Σε μια περίοδο ραγδαίων εξελίξεων, ανακατατάξεων και ανατροπών στο διεθνές στερέωμα, η Εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης μοιάζει εγκλωβισμένη στα δόγματα του παρελθόντος – εκείνο του “δεδομένου και προβλέψιμου συμμάχου”, κι εκείνο του “προκεχωρημένου φυλακίου της Δύσης”. Το αποτέλεσμα είναι μια αντιπαραγωγική εξωτερική πολιτική, χωρίς εθνική στρατηγική, που βλάπτει τα συμφέροντα του τόπου. Η περίπτωση της βαλκανικής πολιτικής της κυβέρνησης είναι ενδεικτική αυτής της διαπίστωσης.
Η κυβέρνηση αντί να συνεχίσει την πολιτική της κυβέρνησης Τσίπρα – Κοτζιά, δίνοντας έμφαση στην προάσπιση και προώθηση της εμβληματικής Συμφωνίας των Πρεσπών, η οποία έβαλε τέλος σε ένα χρονίζον πρόβλημα, αναβάθμισε τη θέση της Ελλάδας στα Βαλκάνια, ξεπάγωσε την προοπτική της διεύρυνσης της ΕΕ στα Δυτικά Βαλκάνια και συνέβαλε στην ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή, επέλεξε την επικίνδυνη, για τα συμφέροντα της Ελλάδας, στασιμότητα και την αδράνεια. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν έκανε τίποτα απολύτως, παρά μόνο μικροπολιτική επικοινωνία. Ούτε τα Μνημόνια έφερε προς κύρωση, ούτε συνεκλήθη ποτέ το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας – παρά την πρόβλεψη για ένα τον χρόνο – το οποίο θα οδηγούσε στη συνομολόγηση δεκάδων νέων συμφωνιών, ενισχύοντας έτσι την επιρροή της χώρας μας. Η αδράνεια αυτή, άφησε χώρο στη σημερινή πολιτική ηγεσία της Βόρειας Μακεδονίας – του αδελφού κόμματος της ΝΔ στο ΕΛΚ, VMRO – να υπονομεύει και να παραβιάζει τη Συμφωνία – χαρακτηριστικές είναι πχ οι δηλώσεις του Πρωθυπουργού της χώρας Κρίστιαν Μίτσκοσκι, με στόχο την ντε φάκτο επιβολή της χρήσης της διπλής ονομασίας.
Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση έχει επιλέξει ως στρατηγική της την… απουσία από τα Βαλκάνια κόβοντας το νήμα της ενεργητικής, πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης Τσίπρα – Κοτζιά που επεδίωκε να έχει η Αθήνα, με πολυμερείς συνεργασίες, εποικοδομητικό ρόλο για την ειρήνη και τη σταθερότητα, επιχειρώντας πχ την προώθηση της ενταξιακής πορείας των Βαλκανίων που είχε παγώσει από το 2014 με αποτελέσματα την αποσταθεροποίηση της περιοχής. Ή προωθώντας πρωτοβουλίες περιφερειακής συνεργασίας και συνανάπτυξης μέσα από την καθιέρωση του τετραμερούς σχήματος Ελλάδας – Βουλγαρίας – Ρουμανίας – Σερβίας σε επίπεδο Πρωθυπουργών. Ή σε επίπεδο Υπουργών Εξωτερικών χωρών της ΕΕ στα Βαλκάνια, το σχήμα Διασυνοριακής Συνεργασίας Ελλάδας – Αλβανίας – Βόρειας Μακεδονίας – Βουλγαρίας καθώς κι εκείνο Ελλάδας – Κροατίας – Βουλγαρίας – Ρουμανίας. Ή μέσα από την καθιέρωση, το 2017, του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας-Σερβίας.
Να σημειωθεί επίσης ότι η Κυβέρνηση Τσίπρα – Κοτζιά επέλεξε τη σταθερή προώθηση του ελληνοαλβανικού διαλόγου για την επίλυση εκκρεμών ζητημάτων, όπως αυτό των στρατιωτικών κοιμητηρίων ενώ στο Συμβούλιο Ευρωπαϊκών Υποθέσεων τον Ιούνιο 2019 συνδιαμόρφωσε τα κριτήρια που θέτει η ΕΕ για την ενταξιακή διαδικασία των Δυτικών Βαλκανίων, διασφαλίζοντας, για πρώτη φορά, την προστασία των μειονοτήτων, των περιουσιακών τους δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων αυτοπροσδιορισμού – μια σημαντική εξέλιξη για την Ελληνική Εθνική Μειονότητα της Αλβανίας.
Τούτων δοθέντων,
Ερωτάται ο κ. Υπουργός
Οι Ερωτώσες Βουλεύτριες και οι Ερωτώντες Βουλευτές
Δούρου Ειρήνη (Ρένα)
Καλαματιανός Διονύσιος
Γαβρήλος Γεώργιος
Μεϊκόπουλος Αλέξανδρος
Μπάρκας Κωνσταντίνος
Νοτοπούλου Αικατερίνη
Ξανθόπουλος Θεόφιλος
Παπαηλιού Γεώργιος
Ψυχογιός Γεώργιος