Skip to main content

Συντάκτης: Ειρήνη Μαλτέζου

Ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ για την κυριακάτικη ανάρτηση του Κ. Μητσοτάκη 

Στο σημερινό του κυριακάτικο μήνυμα ο κ. Μητσοτάκης εμφανίστηκε ως κομματάρχης παλαιού τύπου να γράφει εκθέσεις ιδεών για το παραχθέν έργο. Λες και ζούμε σε άλλη χώρα.

Μας είπε ότι συγκρούεται με το «βαθύ κράτος». Ποιο βαθύ κράτος; Αυτό που ο ίδιος διοικεί εδώ και επτά χρόνια; Το κράτος του ΟΠΕΚΕΠΕ που αποκαλύφθηκε χάρη στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία; Και σήμερα υπάρχουν βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας που αντιμετωπίζουν ποινικές διώξεις. 

Το κράτος των υποκλοπών που αποκαλύφθηκε χάρη στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Και σήμερα ο πρωταγωνιστής του κρύβεται από τον καταδικασθέντα «ιδιώτη»;

Αυτά είναι τα έργα του επιτελικού κράτους του κ. Μητσοτάκη. Για αυτά θα τον θυμάται η ιστορία.

Μας μίλησε επιπλέον για οικονομική πρόοδο. Δεν είπε όμως ούτε λέξη για την Ελλάδα των ακριβότερων ενοικίων, των καρτέλ, της αισχροκέρδειας και της διαρκούς συμπίεσης του εισοδήματος των πολιτών.

Δε ντράπηκε να πανηγυρίζει για την πρόοδο που σημείωσε στα ζητήματα του κράτους δικαίου. Στη χώρα του μπαζώματος των Τεμπών, της αναστολής του Διεθνούς Δικαίου στο θέμα του ασύλου, λίγες ημέρες μετά την αστυνομική δολοφονία στο Άργος έχει το θράσος να αναφέρεται σε «πρόοδο»!

Η κοινωνία δεν έχει ανάγκη από εβδομαδιαίες ασκήσεις επικοινωνίας, αλλά από πολιτική αλλαγή.

Θ. Ξανθόπουλος: Φόρος μνήμης και τιμής για τα θύματα του πραξικοπήματος και της Τουρκικής εισβολής στη Κύπρο

Η ελληνική πολιτεία αποτίει φόρο μνήμης και τιμής στα θύματα τόσο του πραξικοπήματος της χούντας όσο και της τουρκικής εισβολής στη Κύπρο.  Αντιπροσωπεία του Κοινοβουλίου, στην οποία μετείχα εκπροσωπώντας τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, κατέθεσε στεφάνι στο  μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, με αφορμή την μαύρη επέτειο.

Στις 20 Ιουλίου, συμπληρώνονται 52 χρόνια από την ημέρα που τα τουρκικά στρατεύματα εισέβαλαν στο νησί και κατέχουν έκτοτε παράνομα και με τη βία, το 40% της έκτασής του, παραβιάζοντας κάθε κανόνα διεθνούς δικαίου και κάθε έννοια διεθνούς νομιμότητας.  Η Τουρκική κατοχή στη Κύπρο, μια χώρα μέλος της ΕΕ, συνεχίζεται όλα αυτά τα χρόνια  αδιάλειπτα.

Είναι εθνικό καθήκον και επιταγή, να παραμείνουμε αταλάντευτοι στην καταδίκη πράξεων που διαρρηγνύουν την καθολική ισχύ διεθνούς έννομης τάξης  επιβάλλοντας απροκάλυπτα τη βία του ισχυρού. Να απαιτήσουμε από την διεθνή κοινότητα την επίλυση του προβλήματος της παράνομης κατοχής της Κύπρου από την Τουρκία, στη βάση των αρχών και των Αποφάσεων του ΟΗΕ.

Στη Βουλή από τον Ανδρέα Παναγιωτόπουλο η δραματική εικόνα που παρουσιάζουν το ΓΝ Καρπάθου και το Κ.Υ. Αμοργού || Ερώτηση & Αναφορά

Αν. Παναγιωτόπουλος: «Ας σταματήσει ο κ. Γεωργιάδης να κάνει τον ‘‘happy traveller’’ στα νησιά μας κι ας δει την οριακή κατάσταση που έχει οδηγήσει η πολιτική της ΝΔ τις δημόσιες δομές υγείας στην Κάρπαθο, την Αμοργό και παντού»

Ερώτηση και Αναφορά

Με δύο παρεμβάσεις κοινοβουλευτικού ελέγχου προς το Υπουργείο Υγείας, ο Βουλευτής Αχαΐας και Τομεάρχης Υγείας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Ανδρέας Παναγιωτόπουλος φέρνει στη Βουλή τη δραματική εικόνα που επικρατεί στο Γενικό Νοσοκομείο Καρπάθου και στο Κέντρο Υγείας Αμοργού, καταδεικνύοντας ότι, παρά τις κυβερνητικές διακηρύξεις περί ενίσχυσης του ΕΣΥ, οι νησιωτικές δομές υγείας παραμένουν υποστελεχωμένες και αδυνατούν να ανταποκριθούν στις αυξημένες ανάγκες της τουριστικής περιόδου.

Με Ερώτησή του προς τον Υπουργό Υγείας, ο Ανδρέας Παναγιωτόπουλος αναδεικνύει την οριακή κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει το Νοσοκομείο Καρπάθου. Το νοσοκομείο λειτουργεί χωρίς Παθολόγο και Καρδιολόγο, με σοβαρές ελλείψεις σε νοσηλευτικό, διοικητικό και λοιπό προσωπικό, ενώ αντί να ενισχυθεί, αποδυναμώνεται ακόμη περισσότερο μέσω συνεχών μετακινήσεων εργαζομένων προς άλλες δομές υγείας.

Χαρακτηριστική είναι η τελευταία απόφαση της 2ης Υγειονομικής Περιφέρειας να μετακινήσει τη μοναδική Αναισθησιολόγο του Νοσοκομείου Καρπάθου στο Νοσοκομείο Ρόδου, αφήνοντας ουσιαστικά το νοσοκομείο χωρίς αναισθησιολογική κάλυψη στην κορύφωση της τουριστικής περιόδου.

Παράλληλα, ο Βουλευτής κατέθεσε ως Αναφορά την επιστολή της Ομοσπονδίας Ενώσεων Νοσοκομειακών Γιατρών Ελλάδας (ΟΕΝΓΕ), με την οποία περιγράφεται η εξίσου δύσκολη κατάσταση που επικρατεί στο Κέντρο Υγείας Αμοργού. Σύμφωνα με την ΟΕΝΓΕ, η μονάδα λειτουργεί με ελάχιστο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, βασικές υπηρεσίες παραμένουν εκτός λειτουργίας, ενώ οι ελλείψεις οδηγούν σε συνεχείς διακομιδές ασθενών, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί εάν υπήρχε επαρκής στελέχωση.

Ο Ανδρέας Παναγιωτόπουλος τονίζει ότι οι δύο αυτές περιπτώσεις δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά, αλλά αποτυπώνουν τη συνολική εικόνα εγκατάλειψης που βιώνουν οι δημόσιες δομές υγείας στα νησιά. Η κυβερνητική επιλογή να προβάλλονται οι κτιριακές ανακαινίσεις ως απόδειξη ενίσχυσης του ΕΣΥ καταρρέει μπροστά στην πραγματικότητα των νοσοκομείων και των κέντρων υγείας που στερούνται του πιο βασικού στοιχείου για να λειτουργήσουν: του αναγκαίου ανθρώπινου δυναμικού.

Η δημόσια υγεία δεν μπορεί να στηρίζεται σε μετακινήσεις προσωπικού από τη μία υποστελεχωμένη δομή στην άλλη, ούτε οι διακομιδές μπορούν να υποκαθιστούν την ουσιαστική λειτουργία ενός νοσοκομείου ή ενός Κέντρου Υγείας. Το Υπουργείο Υγείας οφείλει να εγκαταλείψει την επικοινωνιακή διαχείριση των προβλημάτων και να προχωρήσει άμεσα σε μόνιμες προσλήψεις και ουσιαστική ενίσχυση των νησιωτικών δομών υγείας.

Οι κάτοικοι και οι επισκέπτες των νησιών δικαιούνται ασφαλείς και ποιοτικές υπηρεσίες υγείας, όχι υποσχέσεις και πρόχειρες λύσεις.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ερώτησης:

Αθήνα, 9 Ιουλίου 2026

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς τον Υπουργό Υγείας

ΘΕΜΑ: «Σε οριακή κατάσταση λειτουργίας το Γενικό Νοσοκομείο Καρπάθου λόγω της δραματικής υποστελέχωσης και των συνεχιζόμενων μετακινήσεων προσωπικού προς άλλες υγειονομικές δομές»

Το Γενικό Νοσοκομείο Καρπάθου αποτελεί μια πολύτιμη υγειονομική δομή που καλείται να καλύψει τις ανάγκες των μόνιμων κατοίκων αλλά και ενός ιδιαίτερα μεγάλου αριθμού επισκεπτών, ιδίως κατά τη θερινή περίοδο. Πρόκειται για ένα νοσοκομείο με εξαιρετικές κτιριακές υποδομές, ένα σύγχρονο κτίριο που θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό πυλώνα παροχής ποιοτικών υπηρεσιών υγείας στη νησιωτική Ελλάδα. Ωστόσο, ένα σύγχρονο κτίριο από μόνο του δεν αρκεί για να λειτουργήσει ένα νοσοκομείο. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η επαρκής στελέχωσή του με το αναγκαίο ιατρικό, νοσηλευτικό και λοιπό προσωπικό, κάτι που σήμερα δεν υφίσταται.

Η πραγματικότητα που διαμορφώνεται στο Νοσοκομείο Καρπάθου είναι ιδιαίτερα ανησυχητική. Οι τεράστιες ελλείψεις προσωπικού έχουν οδηγήσει σε μια κατάσταση οριακής λειτουργίας, με άμεσες επιπτώσεις στην ασφάλεια των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας.Από τον Ιανουάριο του 2026 δεν υπηρετεί στο Νοσοκομείο Καρπάθου ούτε Παθολόγος ούτε Καρδιολόγος. Οι ανάγκες των ασθενών καλύπτονται από έναν Γενικό Ιατρό ενώ τις υπόλοιπες ημέρες καλούνται να διαχειριστούν περιστατικά ιατροί άλλων ειδικοτήτων. Οι ιατροί αυτοί, παρά την επιστημονική τους επάρκεια και το αίσθημα ευθύνης με το οποίο υπηρετούν, αναγκάζονται να λαμβάνουν κρίσιμες αποφάσεις για θεραπεία, νοσηλεία ή διακομιδή ασθενών, ακόμη και όταν τα περιστατικά υπερβαίνουν το αντικείμενο της ειδικότητάς τους. Η κατάσταση αυτή έχει ως αποτέλεσμα οι διακομιδές ασθενών να αποτελούν πλέον συχνή πρακτική. Οι διακομιδές είναι τρανταχτή απόδειξη αποτυχίας του Ε.Σ.Υ. Ένα επαρκώς στελεχωμένο νοσοκομείο θα μπορούσε να αντιμετωπίζει σημαντικό αριθμό περιστατικών που σήμερα οδηγούνται σε διακομιδή, αποφεύγοντας την ταλαιπωρία των ασθενών και των οικογενειών τους αλλά και το σημαντικό οικονομικό κόστος που επιβαρύνει το Δημόσιο Σύστημα Υγείας.

Παράλληλα, η Διοίκηση της 2ης Υγειονομικής Περιφέρειας, αντί να ενισχύσει το Νοσοκομείο Καρπάθου, συνεχίζει μια πρακτική αποδυνάμωσής του μέσω μετακινήσεων προσωπικού προς άλλες δομές υγείας. Ιδιαίτερα προβληματικό είναι το γεγονός ότι πραγματοποιούνται ακόμη και τρίμηνες μετακινήσεις εργαζομένων από ένα νοσοκομείο που ήδη λειτουργεί στα όριά του. Είναι εύλογο να τίθεται το ερώτημα πώς μπορεί να δικαιολογείται η αφαίρεση προσωπικού από μια τόσο υποστελεχωμένη μονάδα, χωρίς παράλληλα να υπάρχει καμία μέριμνα για την αντικατάσταση των εργαζομένων που απομακρύνονται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η μετακίνηση ΔΕ Βοηθού Νοσηλεύτριας προς το Κέντρο Υγείας Πειραιά, η μετακίνηση της μαίας που είχε διοριστεί μόλις έξι μήνες πριν προς το Πολυδύναμο Περιφερειακό Ιατρείο Κάσου, καθώς και η τρίμηνη μετακίνηση μόνιμου οδηγού – πληρώματος ασθενοφόρου προς το Κέντρο Υγείας Αίγινας.

Η υποστελέχωση δεν περιορίζεται μόνο στο ιατρικό προσωπικό, αλλά αφορά το σύνολο των υπηρεσιών του Νοσοκομείου Καρπάθου. Η Νοσηλευτική Υπηρεσία διαθέτει μόλις 14 άτομα νοσηλευτικό προσωπικό, τα οποία καλούνται να καλύψουν τις ανάγκες τεσσάρων νοσηλευτικών τμημάτων, γεγονός που δημιουργεί εξαιρετικά πιεστικές συνθήκες εργασίας και δυσχεραίνει την ασφαλή λειτουργία των τμημάτων. Αντίστοιχα, στο Ακτινολογικό Τμήμα υπηρετούν μόνο δύο ΔΕ Χειριστές-Εμφανιστές, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η πλήρης κάλυψη όλων των βαρδιών, ενώ, παρά το γεγονός ότι έχει ολοκληρωθεί η εγκατάσταση αξονικού τομογράφου, ο εξοπλισμός παραμένει ουσιαστικά αναξιοποίητος λόγω έλλειψης του απαραίτητου προσωπικού.

Στο Μικροβιολογικό Τμήμα οι ελλείψεις προσωπικού δεν επιτρέπουν την απρόσκοπτη καθημερινή λειτουργία του και την πλήρη κάλυψη των αναγκών των ασθενών, ενώ το διοικητικό προσωπικό δεν επαρκεί για την υποστήριξη της 24ωρης λειτουργίας του νοσοκομείου, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Γραφείο Κίνησης, το οποίο λειτουργεί μόνο σε πρωινό ωράριο από Δευτέρα έως Παρασκευή. Παράλληλα, το Φαρμακείο του νοσοκομείου λειτουργεί με μία μόνο φαρμακοποιό, χωρίς βοηθητικό προσωπικό, γεγονός που επιβαρύνει σημαντικά τη λειτουργία μιας υπηρεσίας απολύτως κρίσιμης για την ασφαλή και εύρυθμη λειτουργία του νοσοκομείου.

Μέσα σε αυτό το ήδη επιβαρυμένο περιβάλλον, η Διοίκηση της 2ης ΥΠΕ προχώρησε στην εντολή μετακίνησης της μοναδικής Αναισθησιολόγου του Νοσοκομείου Καρπάθου προς το Νοσοκομείο Ρόδου για το χρονικό διάστημα από 13 έως 27 Ιουλίου 2026. Η απόφαση αυτή προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία, καθώς κατά το διάστημα της μετακίνησης το Νοσοκομείο Καρπάθου θα παραμείνει χωρίς Αναισθησιολόγο. Η απουσία της μοναδικής ιατρού της συγκεκριμένης ειδικότητας δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τη δυνατότητα αντιμετώπισης επειγόντων περιστατικών, την κάλυψη ασθενών που απαιτούν αναισθησιολογική υποστήριξη και συνολικά τη διασφάλιση της ασφαλούς λειτουργίας του νοσοκομείου. Χαρακτηριστικό της κατάστασης πλήρους αποδιοργάνωσης του επικρατεί είναι ότι η μετακίνηση αυτή ακολουθεί το αίτημα της Διοίκησης του Νοσοκομείου Καρπάθου προς τη συγκεκριμένη ιατρό να μην κάνει χρήση της θερινής της άδειας κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο, λόγω των αυξημένων αναγκών της τουριστικής περιόδου. Η συγκεκριμένη ιατρός ανταποκρίθηκε στο αίτημα, προκειμένου να στηρίξει τη λειτουργία του νοσοκομείου και, στη συνέχεια, κλήθηκε αιφνιδιαστικά να μετακινηθεί.

Η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στο Νοσοκομείο Καρπάθου δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με συνεχείς μετακινήσεις προσωπικού από μια ήδη εξαντλημένη δομή προς άλλες μονάδες. Η πρακτική αυτή δεν αποτελεί λύση στις ελλείψεις του Εθνικού Συστήματος Υγείας αλλά μεταφέρει το πρόβλημα από τη μία υγειονομική μονάδα στην άλλη, αφήνοντας πίσω της ακόμη μεγαλύτερα κενά.

Επειδή ένα σύγχρονο κτίριο νοσοκομείου δεν μπορεί από μόνο του να εγγυηθεί την ασφάλεια των ασθενών, όταν οι ελλείψεις ανθρώπινου δυναμικού καθιστούν αδύνατη την πλήρη λειτουργία των υηρεσιών και οδηγούν σε διαρκή πίεση το υπάρχον προσωπικό,

Επειδή το Γενικό Νοσοκομείο Καρπάθου καλείται να καλύψει τις ανάγκες ενός νησιού με αυξημένο πληθυσμιακό φορτίο κατά τη θερινή περίοδο, ενώ η υφιστάμενη υποστελέχωση σε κρίσιμες ιατρικές ειδικότητες και υπηρεσίες δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για τη δυνατότητα παροχής ασφαλούς και ολοκληρωμένης περίθαλψης,

Επειδή οι συνεχείς μετακινήσεις προσωπικού από το Νοσοκομείο Καρπάθου προς άλλες υγειονομικές δομές, χωρίς παράλληλη πρόβλεψη αναπλήρωσης των εργαζομένων που αποχωρούν, οδηγούν σε περαιτέρω αποδυνάμωση μιας ήδη υποστελεχωμένης μονάδας και επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο τη λειτουργία της,

Επειδή η μετακίνηση της μοναδικής Αναισθησιολόγου του Νοσοκομείου Καρπάθου έχει ως άμεση συνέπεια την απουσία αναισθησιολογικής κάλυψης για το χρονικό διάστημα της μετακίνησης, με προφανείς κινδύνους την αντιμετώπιση επειγόντων περιστατικών και την ασφάλεια των ασθενών,

Επειδή οι διακομιδές ασθενών δεν μπορούν να αποτελούν υποκατάστατο της αναγκαίας στελέχωσης ενός νοσοκομείου, καθώς επιβαρύνουν τους ασθενείς και τις οικογένειές τους, αυξάνουν το κόστος για το Δημόσιο Σύστημα Υγείας και σε πολλές περιπτώσεις θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί εφόσον υπήρχε επαρκές και κατάλληλα καταρτισμένο προσωπικό,

Επειδή η μέχρι σήμερα πρακτική της Διοίκησης της 2ης Υγειονομικής Περιφέρειας δημιουργεί εύλογα ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο οι αποφάσεις μετακίνησης προσωπικού λαμβάνονται με αποκλειστικό γνώμονα τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας και της εύρυθμης λειτουργίας των υγειονομικών μονάδων

Ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός:

  1. Για ποιο λόγο αποφασίστηκε η μετακίνηση της μοναδικής Αναισθησιολόγου του Νοσοκομείου Καρπάθου, γνωρίζοντας ότι κατά το διάστημα αυτό το νοσοκομείο θα παραμείνει χωρίς αναισθησιολογική κάλυψη;
  2. Προτίθεται το Υπουργείο να ανακαλέσει την απόφαση μετακίνησης της μοναδικής Αναισθησιολόγου και να διασφαλίσει ότι το Νοσοκομείο Καρπάθου δεν θα παραμείνει χωρίς αναισθησιολογική κάλυψη;
  3. Για ποιο λόγο η 2η ΥΠΕ προχωρά σε τρίμηνες ή άλλες μεγάλης διάρκειας μετακινήσεις προσωπικού από το Νοσοκομείο Καρπάθου, χωρίς να υπάρχει παράλληλη πρόβλεψη αντικατάστασης των εργαζομένων που αποχωρούν;
  4. Πόσες οργανικές θέσεις ιατρών από τις συνολικά 23 προβλεπόμενες στο Νοσοκομείο Καρπάθου είναι σήμερα καλυμμένες και ποιο είναι το σχέδιο του Υπουργείου για την πλήρη στελέχωσή τους;
  5. Ποιος είναι ο σχεδιασμός του Υπουργείου για την άμεση κάλυψη των κενών σε ιατρικό, νοσηλευτικό και λοιπό προσωπικό, ώστε το Νοσοκομείο Καρπάθου να μπορεί να επιτελεί με ασφάλεια τον ρόλο του;
  6. Πώς δικαιολογεί η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου και η Διοίκηση της 2ης ΥΠΕ τη συνεχιζόμενη αφαίμαξη προσωπικού από ένα ήδη τραγικά υποστελεχωμένο νοσοκομείο;

Ο Ερωτών Βουλευτής

Παναγιωτόπουλος Ανδρέας

Αλ. Μεϊκόπουλος: «Η ευλογιά αφάνισε τα κοπάδια τους. Η Κυβέρνηση τους στερεί το Πρόγραμμα Νέων Αγροτών» || Κατατεθείσα Ερώτηση

Την ανάγκη άμεσης νομοθετικής παρέμβασης, ώστε να προστατευθούν οι νέοι κτηνοτρόφοι που εντάχθηκαν στο Πρόγραμμα Νέων Αγροτών και έχασαν το ζωικό τους κεφάλαιο εξαιτίας της ευλογιάς αιγοπροβάτων, αναδεικνύει με κοινοβουλευτική Ερώτησή του προς τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων ο Βουλευτής Μαγνησίας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Αλέξανδρος Μεϊκόπουλος. Την ερώτηση συνυπογράφει ο αρμόδιος τομεάρχης της Κ.Ο., Β. Κόκκαλης.

«Η εξάπλωση της ευλογιάς των αιγοπροβάτων και η εφαρμογή των υποχρεωτικών υγειονομικών μέτρων για τον περιορισμό της νόσου οδήγησαν στη θανάτωση χιλιάδων ζώων σε ολόκληρη τη χώρα, προκαλώντας τεράστιο πλήγμα στην ελληνική κτηνοτροφία. Ανάμεσα στους πλέον πληγέντες βρίσκονται δεκάδες νέοι κτηνοτρόφοι, οι οποίοι είχαν επενδύσει το μέλλον τους στον πρωτογενή τομέα μέσω του Προγράμματος Νέων Αγροτών της πρόσκλησης του 2021. Ιδιαίτερα στη Μαγνησία, νέοι παραγωγοί που είχαν ήδη λάβει την πρώτη δόση της ενίσχυσης και βρίσκονται στο τελικό στάδιο ολοκλήρωσης των επιχειρηματικών τους σχεδίων, είδαν τις εκμεταλλεύσεις τους να καταστρέφονται ολοκληρωτικά, καθώς υποχρεώθηκαν να οδηγήσουν σε θανάτωση το σύνολο του ζωικού τους κεφαλαίου, εφαρμόζοντας τις αποφάσεις της Πολιτείας για την αντιμετώπιση της επιζωοτίας.

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα σοβαρό αδιέξοδο. Οι συγκεκριμένοι νέοι κτηνοτρόφοι αδυνατούν πλέον αντικειμενικά να εκπληρώσουν τις δεσμεύσεις του προγράμματος και να επιτύχουν την απαιτούμενη τυπική απόδοση, όχι λόγω δικής τους υπαιτιότητας ή ελλιπούς διαχείρισης της εκμετάλλευσής τους, αλλά εξαιτίας ενός γεγονότος ανωτέρας βίας, το οποίο αναγνωρίζει και η ίδια η Πολιτεία. Παρά ταύτα, η μοναδική λύση που μέχρι σήμερα προσφέρει το Υπουργείο είναι η δυνατότητα απένταξης από το Πρόγραμμα, χωρίς επιστροφή της πρώτης δόσης της ενίσχυσης. Πρόκειται, όμως, για μια επιλογή που ουσιαστικά οδηγεί τους νέους ανθρώπους εκτός του επαγγέλματος, στερώντας τους τη δυνατότητα να ανασυστήσουν τις μονάδες τους, να ολοκληρώσουν το επιχειρηματικό τους σχέδιο και να λάβουν τη δεύτερη δόση της ενίσχυσης, ύψους 12.000 ευρώ», ανέφερε ο Βουλευτής.

Ο Αλέξανδρος Μεϊκόπουλος υπογραμμίζει ότι οι πληγέντες κτηνοτρόφοι ζητούν το αυτονόητο. Να τους δοθεί ο απαραίτητος χρόνος ώστε να ανασυστήσουν το ζωικό τους κεφάλαιο, να επανεκκινήσουν την παραγωγική τους δραστηριότητα και να ολοκληρώσουν κανονικά το πρόγραμμα στο οποίο εντάχθηκαν. «Η αναγνώριση ενός περιστατικού ως γεγονότος ανωτέρας βίας δεν μπορεί να εξαντλείται στη δυνατότητα εγκατάλειψης της παραγωγικής δραστηριότητας. Αντίθετα, οφείλει να συνοδεύεται από ουσιαστικά μέτρα στήριξης που θα επιτρέψουν στους νέους παραγωγούς να παραμείνουν στην ύπαιθρο, να συνεχίσουν να παράγουν και να διατηρήσουν ζωντανή την ελληνική κτηνοτροφία. Η απένταξη των πληγέντων από το Πρόγραμμα Νέων Αγροτών έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τον βασικό του σκοπό, που είναι η ανανέωση του αγροτικού πληθυσμού, η ενίσχυση της επιχειρηματικότητας στην ύπαιθρο και η διατήρηση των νέων ανθρώπων στον πρωτογενή τομέα», σημείωσε ο Βουλευτής.

Με την Ερώτησή του, ζητά να θεσπιστεί ειδική πρόβλεψη για τους συγκεκριμένους δικαιούχους, ώστε να τους δοθεί επαρκής χρόνος για την ανασύσταση των εκμεταλλεύσεών τους χωρίς να χάσουν το δικαίωμα ολοκλήρωσης του Προγράμματος και καταβολής της δεύτερης δόσης της ενίσχυσης.

Ακολουθεί το κείμενο της ερώτησης:

Αθήνα, 9 Ιουλίου 2026

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων

Θέμα: Διασφάλιση της συνέχισης του Προγράμματος Νέων Αγροτών για τους κτηνοτρόφους που επλήγησαν από την ευλογιά αιγοπροβάτων

Η εξάπλωση της ευλογιάς των αιγοπροβάτων έχει προκαλέσει μία από τις σοβαρότερες κρίσεις που έχει αντιμετωπίσει τα τελευταία χρόνια η ελληνική κτηνοτροφία.

Η εφαρμογή των αναγκαίων υγειονομικών μέτρων για τον περιορισμό της νόσου οδήγησε στην υποχρεωτική θανάτωση χιλιάδων ζώων, με αποτέλεσμα εκατοντάδες κτηνοτρόφοι να χάσουν το παραγωγικό τους κεφάλαιο και να βρεθούν αντιμέτωποι με τον κίνδυνο οικονομικής κατάρρευσης. Η κατάσταση αυτή δεν απειλεί μόνο τη βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεών τους, αλλά και την ίδια την προοπτική διατήρησης της κτηνοτροφικής δραστηριότητας σε πολλές περιοχές της χώρας.

Ιδιαίτερα έντονο είναι το πρόβλημα για τους νέους κτηνοτρόφους που εντάχθηκαν στο Πρόγραμμα Νέων Αγροτών της πρόσκλησης του 2021, μεταξύ των οποίων και δικαιούχοι από τη Μαγνησία. Χαρακτηριστικές είναι περιπτώσεις νέων κτηνοτρόφων της περιοχής, οι οποίοι, έχοντας ήδη λάβει από το 2021 την πρώτη δόση της ενίσχυσης και ευρισκόμενοι στο στάδιο ολοκλήρωσης του επιχειρηματικού τους σχεδίου, έχασαν το σύνολο του ζωικού τους κεφαλαίου λόγω της υποχρεωτικής θανάτωσης των ζώων εξαιτίας της ευλογιάς. Ως εκ τούτου, αδυνατούν, αντικειμενικά, να επιτύχουν την απαιτούμενη τυπική απόδοση (10% των κοπαδιών τους) και να εκπληρώσουν τις δεσμεύσεις του Προγράμματος, όχι λόγω δικής του υπαιτιότητας ή πλημμελούς διαχείρισης της εκμετάλλευσής τους, αλλά εξαιτίας ενός γεγονότος ανωτέρας βίας, το οποίο αναγνωρίζει και η ίδια η Πολιτεία. Ως αποτέλεσμα, πλήθος νέων κτηνοτρόφων που επλήγησαν από την ευλογιά αντιμετωπίζουν σήμερα τον κίνδυνο να μην ολοκληρώσουν επιτυχώς το πρόγραμμα και, κατά συνέπεια, να στερηθούν τη δεύτερη δόση της ενίσχυσης (12.000 ευρώ).

Οι προαναφερόμενοι παραγωγοί δεν ζητούν την απαλλαγή τους από τις υποχρεώσεις του προγράμματος, ούτε την απένταξή τους. Ζητούν να τους δοθεί η δυνατότητα να ανασυστήσουν το ζωικό τους κεφάλαιο, να συνεχίσουν την παραγωγική τους δραστηριότητα, να ολοκληρώσουν το επιχειρηματικό τους σχέδιο και να λάβουν τη δεύτερη δόση της ενίσχυσης, όπως προβλέπεται για όλους τους δικαιούχους. Ωστόσο, μέχρι σήμερα, το Υπουργείο, παρά το ότι αναγνωρίζει την ευλογιά ως παράγοντα ανωτέρας βίας, η μόνη διέξοδος που παρέχει στους πληγέντες είναι η δυνατότητα απένταξης από το Πρόγραμμα Νέων Αγροτών, χωρίς επιστροφή της πρώτης δόσης της ενίσχυσης.

Πρόκειται για μια λύση που δεν αποκαθιστά την αδικία ούτε υπηρετεί τον σκοπό του ίδιου του προγράμματος. Αντιθέτως, οδηγεί ουσιαστικά τους νέους κτηνοτρόφους εκτός του επαγγέλματος, στερώντας τους τη δυνατότητα να επανεκκινήσουν την παραγωγική τους δραστηριότητα και να ολοκληρώσουν την επένδυση που ήδη έχουν πραγματοποιήσει.

Είναι προφανές ότι η αναγνώριση ενός γεγονότος ανωτέρας βίας δεν μπορεί να εξαντλείται στην αποδοχή της εγκατάλειψης μιας παραγωγικής δραστηριότητας. Αντίθετα, οφείλει να συνοδεύεται από τα αναγκαία μέτρα που θα επιτρέψουν στους πληγέντες να αποκαταστήσουν την παραγωγή τους και να συνεχίσουν να ασκούν το επάγγελμά τους. Άλλωστε, ο θεμελιώδης στόχος του Προγράμματος Νέων Αγροτών είναι η ανανέωση του αγροτικού πληθυσμού, η ενίσχυση της επιχειρηματικότητας στην ύπαιθρο και η διατήρηση νέων ανθρώπων στον πρωτογενή τομέα. Η απένταξη των πληγέντων κτηνοτρόφων, αντί της ουσιαστικής στήριξής τους ώστε να ανασυστήσουν το ζωικό τους κεφάλαιο και να συνεχίσουν την παραγωγή, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη φιλοσοφία και τον αναπτυξιακό σκοπό του ίδιου του Προγράμματος.

Επειδή, η απώλεια του ζωικού κεφαλαίου των πληγέντων κτηνοτρόφων οφείλεται αποκλειστικά στην εφαρμογή υποχρεωτικών μέτρων που επέβαλε η Πολιτεία για την αντιμετώπιση της ευλογιάς των αιγοπροβάτων,

Επειδή, οι δικαιούχοι του Προγράμματος Νέων Αγροτών επιθυμούν να παραμείνουν ενεργοί κτηνοτρόφοι και όχι να οδηγηθούν σε αναγκαστική έξοδο από το επάγγελμα,

Επειδή, η στήριξη της νέας γενιάς αγροτών και η διατήρηση της παραγωγικής δραστηριότητας αποτελούν βασικούς στόχους της αγροτικής πολιτικής.

Ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός:

  1. Πόσοι δικαιούχοι του Προγράμματος Νέων Αγροτών έχουν επηρεαστεί από την ευλογιά αιγοπροβάτων, πόσοι εξ αυτών αδυνατούν να ολοκληρώσουν το πρόγραμμα και πόσοι προέρχονται από την Περιφέρεια Θεσσαλίας και ειδικότερα από τη Μαγνησία;
  2. Προτίθεται να θεσπίσει ειδική πρόβλεψη για τους δικαιούχους του Προγράμματος Νέων Αγροτών που απώλεσαν το ζωικό τους κεφάλαιο λόγω ευλογιάς αιγοπροβάτων, ώστε να τους δοθεί επαρκής χρόνος για την ανασύσταση της εκμετάλλευσής τους και την ολοκλήρωση των επιχειρηματικών τους σχεδίων;
  3. Ποια συγκεκριμένα μέτρα προτίθεται να λάβει για την ταχεία ανασύσταση του ζωικού κεφαλαίου των πληγέντων νέων κτηνοτρόφων, προκειμένου να συνεχίσουν απρόσκοπτα την παραγωγική τους δραστηριότητα;

Οι Ερωτώντες Βουλευτές

Μεϊκόπουλος Αλέξανδρος

Κόκκαλης Βασίλης

«Τα ψέματα τελείωσαν»: Ο Β. Κόκκαλης ζητά τολμηρές αποφάσεις για να σωθεί ο πρωτογενής τομέας

Την ανάγκη για ριζικές αλλαγές στον σχεδιασμό της αγροτικής πολιτικής, υποστηρίζοντας ότι ο πρωτογενής τομέας βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι, ανέδειξε στην τοποθέτησή του στη Διακομματική Επιτροπή για τη μελέτη των προβλημάτων και την επεξεργασία προτάσεων ενίσχυσης του πρωτογενούς τομέα ο βουλευτής Λάρισας του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία κ. Βασίλης Κόκκαλης.

Ο Λαρισαίος βουλευτής υποστήριξε ότι το πόρισμα της επιτροπής δεν θα έχει ουσιαστική αξία εάν περιοριστεί στη διαπίστωση των προβλημάτων, χωρίς να συνοδεύεται από συγκεκριμένες και εφαρμόσιμες προτάσεις. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «τα ψέματα τελείωσαν», τονίζοντας ότι εάν υπάρχει μέλλον για τον πρωτογενή τομέα απαιτούνται πλέον τολμηρές πολιτικές αποφάσεις.

Ο κ. Κόκκαλης στάθηκε ιδιαίτερα στο δομικό πρόβλημα της ελληνικής γεωργίας, σημειώνοντας ότι οι αγρότες αποτελούν ένα επάγγελμα στο οποίο εμφανίζονται  επίσης ως παραγωγοί, οικονομολόγοι, νομικοί και διαχειριστές πολύπλοκων προγραμμάτων, γεγονός που, όπως είπε, αποδεικνύει ότι το σημερινό μοντέλο δεν μπορεί να συνεχιστεί.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ανάγκη ενίσχυσης των συνεταιρισμών, επισημαίνοντας ότι σήμερα δεν υπάρχουν ουσιαστικά κίνητρα για τη συμμετοχή των παραγωγών σε συνεργατικά σχήματα, αφού τα φορολογικά οφέλη είναι αντίστοιχα με εκείνα της συμβολαιακής γεωργίας. Παράλληλα υποστήριξε ότι οι συνεταιρισμοί δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τις εμπορικές εταιρείες στα επενδυτικά προγράμματα και ζήτησε ένα νέο μοντέλο συνεργατισμού με πραγματικά κίνητρα.

Αναφερόμενος στην εκπαίδευση των αγροτών, υπογράμμισε ότι η Ελλάδα διαθέτει το λιγότερο εκπαιδευμένο ανθρώπινο δυναμικό στον πρωτογενή τομέα σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρά την ύπαρξη δεκάδων προγραμμάτων κατάρτισης, ζητώντας η εκπαίδευση να αποκτήσει πρακτικό χαρακτήρα και να συνδεθεί άμεσα με την παραγωγή.

Ο πρώην υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων εστίασε ακόμη στην αποτυχία, όπως τη χαρακτήρισε, των προγραμμάτων νέων αγροτών, εκτιμώντας ότι το βασικό πρόβλημα δεν είναι μόνο το ύψος των ενισχύσεων αλλά η έλλειψη πρόσβασης των νέων στη γεωργική γη, καθώς -όπως επισήμανε- οι τράπεζες χρηματοδοτούν την αγορά εξοπλισμού αλλά όχι την αγορά αγροτικής γης.

Σκληρή ήταν η κριτική του και για την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών σε γη υψηλής παραγωγικότητας. Ο κ. Κόκκαλης υποστήριξε ότι η χώρα δεν μπορεί να θυσιάζει εύφορες εκτάσεις για ενεργειακές εγκαταστάσεις, προειδοποιώντας ότι, εάν συνεχιστεί αυτή η πρακτική, θα πληγεί η αγροτική παραγωγή και η διατροφική επάρκεια.

Περνώντας στα ζητήματα της καθημερινότητας, χαρακτήρισε «τουλάχιστον απαράδεκτο» τον σχεδιασμό του προγράμματος των βιολογικών καλλιεργειών, υποστηρίζοντας ότι η προσπάθεια αντιμετώπισης των παρατυπιών οδήγησε σε οριζόντιες κυρώσεις, με αποτέλεσμα να τιμωρούνται και συνεπείς παραγωγοί.

Για τη διαχείριση της ευλογιάς στα αιγοπρόβατα έκανε λόγο για «εγκληματική» αντιμετώπιση της κρίσης, ζητώντας απαντήσεις για τους ελέγχους στους μετακινούμενους κτηνοτρόφους και για το εάν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ζητήσει έλεγχο ανίχνευσης αντισωμάτων από εμβολιασμούς. Παράλληλα υπογράμμισε ότι η μετακινούμενη κτηνοτροφία αποτελεί στοιχείο της οικονομικής και κοινωνικής ζωής εκατοντάδων ορεινών χωριών.

Ο κ. Κόκκαλης αναφέρθηκε επίσης στο ζήτημα των ελληνοποιήσεων, επισημαίνοντας ότι η πλήρης εφαρμογή του πληροφοριακού συστήματος «Άρτεμις ΙΙ» καθυστερεί επί έξι χρόνια, παρότι -όπως είπε- θα μπορούσε να εξασφαλίσει πλήρη ιχνηλασιμότητα του γάλακτος και αποτελεσματικό έλεγχο της αγοράς.

Κλείνοντας την παρέμβασή του, κάλεσε την πολιτική ηγεσία του υπουργείου να διευκρινίσει με ποιον τρόπο σχεδιάζει να συνδέσει τις ενισχύσεις της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής με την πραγματική παραγωγή, υποστηρίζοντας ότι μόνο έτσι μπορεί να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του πρωτογενούς τομέα και η στήριξη των πραγματικών παραγωγών.

Χρ. Γιαννούλης: «Η παραίτηση Φάμελλου πρέπει να γίνει αφετηρία ανασύνταξης – Δεν έχουμε την πολυτέλεια της εσωστρέφειας»

Συνέντευξη του εκπροσώπου Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και βουλευτή Α΄ Θεσσαλονίκης, Χρήστου Γιαννούλη στον Real fm

Την ανάγκη η παραίτηση του Σωκράτη Φάμελλου να αποτελέσει αφετηρία πολιτικού αναστοχασμού και ανασύνταξης, αντί για έναν νέο κύκλο εσωκομματικών συγκρούσεων, υπογράμμισε ο εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία και βουλευτής Α’ Θεσσαλονίκης, Χρήστος Γιαννούλης σε ραδιοφωνική του συνέντευξη στον Real fm.

Όπως σημείωσε, η παραίτηση ενός προέδρου κόμματος αποτελεί από μόνη της πολιτικό γεγονός μείζονος σημασίας και θα έπρεπε να οδηγήσει τα στελέχη και τα μέλη του κόμματος σε μια περίοδο εσωτερικής κατάδυσης, αυτοκριτικής και αναστοχασμού.

Ο κ. Γιαννούλης εξέφρασε, παράλληλα, τον προβληματισμό του για τη δημόσια αντιπαράθεση που αναπτύχθηκε γύρω από διαδικαστικά ζητήματα, όπως ο χρόνος σύγκλησης της Κεντρικής Επιτροπής, επισημαίνοντας ότι με αυτόν τον τρόπο χάνεται η μεγάλη πολιτική εικόνα.

Αναφερόμενος σε δημόσιες παρεμβάσεις για τις εσωκομματικές διαδικασίες, επισήμανε ότι, σύμφωνα με το καταστατικό, η Επιτροπή Δεοντολογίας έχει συγκεκριμένες αρμοδιότητες που αφορούν την εξέταση παραβιάσεων από στελέχη και μέλη και δεν παρεμβαίνει στη διοικητική λειτουργία ή στον προγραμματισμό των κομματικών οργάνων.

Ο εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ επανέλαβε ότι η στρατηγική προτεραιότητα πρέπει να παραμείνει η προσπάθεια που έχει ξεκινήσει εδώ και ενάμιση χρόνο για μια ευρεία προοδευτική εκλογική σύμπραξη, με την αυτοτέλεια όλων των πολιτικών δυνάμεων και χωρίς σχέσεις εξάρτησης ή ηγεμονισμού, ώστε να ενισχυθούν οι πιθανότητες πολιτικής αλλαγής.

«Δεν έχουμε την πολυτέλεια να σπαταλάμε πολιτικό χρόνο σε εσωστρέφεια, προσωπικούς σχεδιασμούς και τακτικισμούς, όταν η κοινωνία περιμένει απαντήσεις στα μεγάλα προβλήματά της», τόνισε.

Απαντώντας, τέλος, σε ερώτηση για το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ, χρησιμοποίησε μια χαρακτηριστική παρομοίωση:

«Το καντήλι, όσο λάδι κι αν έχει, αν φυσάμε όλοι μαζί για να σβήσει, θα σβήσει. Το ερώτημα είναι ποιος φυσάει. Και η απάντηση είναι: όλοι μας. Γι’ αυτό χρειάζεται συλλογική ευθύνη, ώστε ο ΣΥΡΙΖΑ να παραμείνει ζωντανός και χρήσιμος για την κοινωνία».

Σωκράτης Φάμελλος: Ποιον κοροϊδεύει ο κ. Μητσοτάκης;

Ανάρτηση του βουλευτή Β’ Θεσσαλονίκης του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Σωκράτη Φάμελλου 

Την ώρα που τα δύο διυλιστήρια καταγράφουν κέρδη ύψους 1 δισ. ευρώ το τρίμηνο (!), η κυβέρνηση πανηγυρίζει γιατί θα μειώσουν την τιμή κατά 10 λεπτά το λίτρο στη βενζίνη και 5 λεπτά στο diesel;

Την ίδια ώρα που τα διυλιστήρια αύξησαν πριν από μία εβδομάδα τις τιμές έως και 20 λεπτά/λίτρο, και τώρα τις μειώνουν κατά το ήμισυ;

Την ίδια ώρα που οι διεθνείς τιμές του Brent έχουν υποχωρήσει 25% με 30% αλλά στην Ελλάδα οι καταναλωτές πληρώνουν από τις υψηλότερες τιμές καυσίμων στην Ευρώπη;

Η λύση δεν είναι τα επικοινωνιακά «καθρεφτάκια» προς ιθαγενείς. Αυτά κύριε Μητσοτάκη είναι καθαρή κλεψιά των διυλιστηρίων, στην οποία η κυβέρνηση βάζει πλάτη.

Μόνη λύση είναι ο δημόσιος έλεγχος και η ρύθμιση της ενεργειακής αγοράς, με φορολόγηση υπερκερδών, μείωση ΕΦΚ και περιορισμός περιθωρίου (κέρδους) διύλισης, ώστε η μείωση τιμής να φτάσει στην αντλία. 

Προτάσεις που ο ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ έχει καταθέσει επανειλημμένα στη Βουλή.

Συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ

Μετά την παραίτηση του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ σ. Σωκράτη Φάμελλου, αναβλήθηκε η έκτακτη συνεδρίαση της ΚΕ, που είχε προγραμματισθεί για αύριο Σάββατο 11/7/2026.

Για να εκκινήσει η διαδικασία εκλογής προέδρου και αναπλήρωσής του σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού του κόμματος, έχει ήδη αποσταλεί πρόσκληση για συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας τη Δευτέρα 13/7/2026 και ώρα 15.00 στα γραφεία του κόμματος στην Κουμουνδούρου, ώστε να προγραμματιστεί και η απαραίτητη σύγκληση της ΚΕ.

Ερώτηση βουλευτών ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ με πρωτοβουλία Ε. Ακρίτα: «Η πρόληψη της έμφυλης βίας δεν μπορεί να διδάσκεται με στερεότυπα»

Αθήνα, 10 Ιουλίου 2026

Ερώτηση

Προς την Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού

Θέμα: «Η πρόληψη της έμφυλης βίας δεν μπορεί να διδάσκεται με στερεότυπα»

Το σχολείο είναι ο κατεξοχήν χώρος όπου αποδομούνται τα έμφυλα στερεότυπα και καλλιεργείται η κουλτούρα του σεβασμού, της ισότητας και της μηδενικής ανοχής απέναντι σε κάθε μορφή βίας. Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για το μάθημα της Κοινωνικής και Πολιτικής Αγωγής, το οποίο καλείται να διαμορφώσει ενεργούς, δημοκρατικούς και συνειδητοποιημένους πολίτες.

Εύλογο προβληματισμό προκαλούν, συνεπώς, τα αποσπάσματα που έχουν δημοσιοποιηθεί από το νέο βιβλίο Κοινωνικής και Πολιτικής Αγωγής για τη Γ΄ Γυμνασίου, το οποίο προορίζεται να διδαχθεί από το σχολικό έτος 2027-2028. Σύμφωνα με τα αποσπάσματα αυτά, στο κεφάλαιο για την έμφυλη βία τα κορίτσια προτρέπονται, μεταξύ άλλων, να θυμούνται ότι οι άνδρες έχουν μεγαλύτερη σωματική δύναμη, να «αποφεύγουν τις κακοτοπιές» και να αποφεύγουν «βίαιους, επιθετικούς, δύστροπους, νάρκισσους και χειριστικούς» άνδρες. Παράλληλα, η κακοποίηση περιγράφεται ως φαινόμενο που στρέφεται κατά των «αδύναμων», ενώ σε άλλο σημείο αναπαράγονται στερεοτυπικές αντιλήψεις για τους κοινωνικούς ρόλους ανδρών και γυναικών.

Οι διατυπώσεις αυτές δημιουργούν την εντύπωση ότι το βάρος της πρόληψης μετατίθεται στο πιθανό θύμα, αντί να διατυπώνεται με απόλυτη σαφήνεια η θεμελιώδης αρχή ότι η ευθύνη για κάθε μορφή κακοποίησης ανήκει αποκλειστικά στον θύτη.

Το σχολείο δεν μπορεί να εκπαιδεύει τα κορίτσια πώς να αποφεύγουν τη βία, πριν εκπαιδεύσει όλα τα παιδιά ότι η βία δεν είναι ποτέ δικαίωμα, ότι η συναίνεση δεν είναι διαπραγματεύσιμη και ότι η ευθύνη για κάθε μορφή κακοποίησης ανήκει αποκλειστικά στον θύτη. Αυτή είναι η ουσία της πρόληψης. Αυτή οφείλει να είναι και η ουσία μιας σύγχρονης εκπαίδευσης που φιλοδοξεί να διαμορφώνει πολίτες με δημοκρατική συνείδηση, σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα και μηδενική ανοχή απέναντι στην έμφυλη βία.

Με δεδομένο ότι τα σχολικά εγχειρίδια αποτελούν επίσημο εκπαιδευτικό υλικό της Πολιτείας και διαμορφώνουν αντιλήψεις και αξίες ήδη από την εφηβική ηλικία,

Ερωτάται η αρμόδια Υπουργός:

1. Επιβεβαιώνει το Υπουργείο ότι οι συγκεκριμένες διατυπώσεις περιλαμβάνονται στο νέο βιβλίο Κοινωνικής και Πολιτικής Αγωγής για τη Γ΄ Γυμνασίου και, εφόσον ναι, με ποια παιδαγωγικά και επιστημονικά κριτήρια κρίθηκαν κατάλληλες για τη διδασκαλία μαθητών και μαθητριών;

2. Θεωρεί ότι το συγκεκριμένο περιεχόμενο ανταποκρίνεται στις αρχές της ισότητας των φύλων, της εκπαίδευσης στα ανθρώπινα δικαιώματα και της πρόληψης της έμφυλης βίας που η ίδια η Πολιτεία οφείλει να υπηρετεί;

3. Προτίθεται να αναθεωρήσει τις επίμαχες διατυπώσεις πριν από την οριστική ένταξη του βιβλίου στη διδακτέα ύλη;

Οι Ερωτώσες Βουλεύτριες και οι Ερωτώντες Βουλευτές

Ακρίτα Έλενα

Τσαπανίδου Παρθένα (Πόπη)

Βέττα Καλλιόπη

Ζαμπάρας Μιλτιάδης (Μίλτος)

Μπάρκας Κωνσταντίνος (Κώστας)

Παναγιωτόπουλος Ανδρέας

Παπαηλιού Γεώργιος

Ψυχογιός Γεώργιος

Χρ. Γιαννούλης: «Η επιλογή του Σωκράτη Φάμελλου να μη συμβάλει σε έναν νέο κύκλο εσωστρέφειας και διχασμού δεν αποτελεί τακτικισμό αλλά συνειδητή πολιτική στάση»

Συνέντευξη του εκπροσώπου Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και βουλευτή Α΄ Θεσσαλονίκης, Χρήστου Γιαννούλη στο ΕΡΤnews

Την ανάγκη να επικρατήσει η πολιτική ευθύνη απέναντι στην προσωπολατρία, αλλά και να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα από τις πρόσφατες εξελίξεις στον προοδευτικό χώρο, υπογράμμισε ο εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία και βουλευτής Α’ Θεσσαλονίκης, Χρήστος Γιαννούλης.

Όπως σημείωσε, είχε εκφράσει από την πρώτη στιγμή τις επιφυλάξεις του για την απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής της 6ης Ιουνίου, υποστηρίζοντας ότι έπρεπε να συνοδεύεται από σαφές χρονικό όριο.

«Σήμερα θεωρώ ότι εκείνη η απόφαση ήταν ημιτελής και σε αρκετές περιπτώσεις παρερμηνεύτηκε. Η βιασύνη όλων μας, η αγωνία να μη χαθεί μια πολιτική ευκαιρία, δημιούργησε συμπεριφορές που δεν βοήθησαν», ανέφερε.

Αναφερόμενος στον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ, Σωκράτη Φάμελλο, υπογράμμισε ότι η επιλογή του να μη συμβάλει σε έναν νέο κύκλο εσωστρέφειας και διχασμού δεν αποτελεί τακτικισμό αλλά συνειδητή πολιτική στάση.

«Όποιος γνωρίζει τον Σωκράτη Φάμελλο καταλαβαίνει ότι όταν λέει πως δεν θέλει να αναλάβει το βάρος ενός νέου διχασμού, το εννοεί. Δεν είναι μια συγκυριακή επιλογή, αλλά στοιχείο της πολιτικής του συγκρότησης», σημείωσε.

Ο κ. Γιαννούλης επισήμανε ακόμη ότι οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν ένα ξεκάθαρο πολιτικό μήνυμα, καθώς η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών επιθυμεί πολιτική αλλαγή.

«Το ερώτημα είναι αν κάθε προοδευτική δύναμη πιστεύει ότι μπορεί μόνη της να εκφράσει αυτό το αίτημα. Η δική μου θέση παραμένει σταθερή: τα κόμματα πρέπει να διατηρήσουν την αυτοτέλειά τους, αλλά όταν έρθει η ώρα της κάλπης να υπάρξει ένα κοινό προοδευτικό ψηφοδέλτιο που θα πολλαπλασιάσει τις πιθανότητες πολιτικής αλλαγής. Αυτό είναι το μήνυμα που στέλνει σήμερα η κοινωνία», κατέληξε.

Στη Βουλή από τον Β. Κόκκαλη η προειδοποίηση για «κατάρρευση» του εκπαιδευτικού επαγγέλματος

Ο κίνδυνος περαιτέρω απαξίωσης του εκπαιδευτικού επαγγέλματος και οι συνέπειες που αυτή μπορεί να έχει για το σύνολο του εκπαιδευτικού συστήματος βρέθηκαν στο επίκεντρο κοινοβουλευτικής παρέμβασης του βουλευτή Λάρισας του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία, Βασίλη Κόκκαλη, ο οποίος κατέθεσε αναφορά προς την υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, ζητώντας άμεσες κυβερνητικές πρωτοβουλίες.

Στην αναφορά του, ο Λαρισαίος βουλευτής καταθέτει δημοσίευμα ηλεκτρονικού Τύπου που φιλοξενεί τις επισημάνσεις της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών Λειτουργών Ελλάδας, σύμφωνα με τις οποίες το εκπαιδευτικό επάγγελμα βρίσκεται πλέον σε οριακό σημείο, με υπαρκτό κίνδυνο συστημικής αποδυνάμωσης εφόσον δεν ληφθούν άμεσα ουσιαστικά μέτρα.

Όπως επισημαίνεται, η κρίση δεν περιορίζεται σε επιμέρους δυσλειτουργίες, αλλά συνιστά μια συνολική υποβάθμιση του επαγγέλματος, που εκδηλώνεται μέσα από τη μείωση του κύρους των εκπαιδευτικών, τη δυσκολία προσέλκυσης νέων επιστημόνων, τις χαμηλές αποδοχές σε συνδυασμό με το αυξημένο κόστος ζωής, τις επισφαλείς εργασιακές συνθήκες και την ολοένα εντονότερη επαγγελματική εξουθένωση.

Ο κ. Κόκκαλης υπογραμμίζει ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο τους εκπαιδευτικούς, αλλά επηρεάζει άμεσα την ποιότητα της παρεχόμενης Παιδείας, την ισότητα των ευκαιριών, την αναπτυξιακή πορεία της χώρας και τις προοπτικές της νέας γενιάς. Όπως τονίζει, η αδυναμία διασφάλισης αξιοπρεπών συνθηκών άσκησης του εκπαιδευτικού λειτουργήματος πλήττει έναν από τους βασικότερους πυλώνες της κοινωνικής συνοχής και της δημοκρατικής εξέλιξης.

Παράλληλα, καλεί την κυβέρνηση να αντιμετωπίσει με τη δέουσα σοβαρότητα τις προειδοποιήσεις που διατυπώνονται, επισημαίνοντας ότι κάθε περαιτέρω καθυστέρηση εντείνει την αποχώρηση έμπειρων εκπαιδευτικών, αποθαρρύνει νέους επιστήμονες από την επιλογή του επαγγέλματος και επιβαρύνει συνολικά τη λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος.

Με την αναφορά του, ζητά από την υπουργό να εξετάσει τα στοιχεία που τίθενται υπόψη της και να ενημερώσει τη Βουλή για τις πρωτοβουλίες που προτίθεται να αναλάβει προκειμένου να αντιμετωπιστεί η κατάσταση.

Επισυνάπτεται η Αναφορά.