Από τη διάβρωση των θεσμών και τα ζητήματα λογοδοσίας, μέχρι την ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και τις αντιφάσεις της Ευρώπης απέναντι στις παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Έντονος προβληματισμός και αιχμηρή κριτική για την κατάσταση του κράτους δικαίου, τη λειτουργία των θεσμών, την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων εκφράστηκε στην εκδήλωση «ΑΝΟΧΥΡΩΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ – ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ ΣΕ ΚΡΙΣΗ», που πραγματοποιήθηκε στο Πάρκο Ελευθερίας (πρ. ΕΑΤ–ΕΣΑ), με πρωτοβουλία της Left και του Αντιπροέδρου της, Κώστα Αρβανίτη.
Η εκδήλωση μετέφερε στην Αθήνα τη συζήτηση που άνοιξε στις Βρυξέλλες μετά την υπερψήφιση της Έκθεσης για το Κράτος Δικαίου 2025 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με εισηγητή τον Κώστα Αρβανίτη. Οι πιέσεις στους θεσμούς, τα ζητήματα λογοδοσίας, οι υποκλοπές, οι επιθέσεις στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, η προστασία των δικαιωμάτων διεθνώς και η κατάσταση στα Προσφυγικά βρέθηκαν στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου.
Στη συζήτηση συμμετείχαν ο πρώην Πρόεδρος της ΑΔΑΕ και επίτιμος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Χρήστος Ράμμος, ο Δήμαρχος Αθηναίων Χάρης Δούκας, η Ομότιμη Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου του ΑΠΘ Ιφιγένεια Καμτσίδου, η δικηγόρος και πρώην μέλος της Ολομέλειας της ΑΔΑΕ Κατερίνα Παπανικολάου και ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης.
Την εκδήλωση άνοιξε η Ελένη Κωστοπούλου, μητέρα του Ζακ Κωστόπουλου, η οποία αναφέρθηκε στη βιωμένη εμπειρία της μέσα στις δικαστικές αίθουσες μετά τη δολοφονία του παιδιού της, θέτοντας κρίσιμα ερωτήματα για τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, την προστασία των θυμάτων και την ανάγκη ισονομίας. «Φαίνεται πως δεν υπάρχει όριο ή κόκκινες γραμμές, στο δικαστήριο για να υπερασπιστεί ενας δικηγόρος τον πελάτη του τόνισε χαρακτηριστικά».
Η Ελένη Κωστοπούλου υπογράμμισε ότι η εμπιστοσύνη στους θεσμούς δεν μπορεί να οικοδομηθεί χωρίς σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, χωρίς ουσιαστική λογοδοσία και χωρίς ένα δικαστικό σύστημα που να λειτουργεί με όρους διαφάνειας, ευπρέπειας και ίσης μεταχείρισης. Αναφέρθηκε στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι οικογένειες των θυμάτων μέσα στη δικαστική διαδικασία, στην ανάγκη προστασίας της μνήμης των νεκρών και στην υποχρέωση των θεσμών να εγγυώνται ότι κανείς δεν βρίσκεται πάνω από τον νόμο.
Στην εισαγωγική του τοποθέτηση, ο Κώστας Αρβανίτης τόνισε ότι η κρίση του κράτους δικαίου δεν είναι ένα αφηρημένο θεσμικό ζήτημα, αλλά αποτυπώνεται στην καθημερινότητα των πολιτών, συνδέοντάς την με την ακρίβεια, τη στεγαστική κρίση, τη διεύρυνση των ανισοτήτων και τη γενικευμένη ανασφάλεια.
Όπως σημείωσε, «η δημοκρατία, το κράτος δικαίου και η θεσμική ευρυθμία απαξιώνονται σταθερά και μεθοδευμένα», υποστηρίζοντας ότι η αποδυνάμωση των θεσμικών εγγυήσεων και της λογοδοσίας οδηγεί σε βαθιά κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών προς το πολιτικό σύστημα. Όπως σημείωσε χαρακτηριστικά, «η απαξίωση των θεμελιακών αρχών υπήρξε πάντα κεντρική πολιτική προτεραιότητα και επιλογή των απανταχού καθεστωτικών».
Αναφερόμενος στην πολιτική κατάσταση στη χώρα, έκανε λόγο για ένα μοντέλο διακυβέρνησης που, όπως είπε, «οι ιστορικοί του μέλλοντος θα περιγράψουν», ενώ οι συνέπειές του βιώνονται ήδη από τους πολίτες. «Σήμερα στην Ελλάδα έχουμε Νέα Δημοκρατία, δεν έχουμε Δημοκρατία», τόνισε.
Παράλληλα υπογράμμισε ότι η απάντηση στην κρίση δημοκρατίας και θεσμών βρίσκεται στη συγκρότηση μιας ισχυρής προοδευτικής εναλλακτικής. Όπως ανέφερε, «η απάντηση δεν μπορεί να είναι η επιστροφή στις εργοστασιακές ρυθμίσεις που μας έφεραν εδώ», αλλά η συσπείρωση της Αριστεράς και των δημοκρατικών δυνάμεων γύρω από ένα σχέδιο με κοινωνική δικαιοσύνη, διαφάνεια και πραγματική προστασία των δικαιωμάτων.
Αναφερόμενος στην Έκθεση για το Κράτος Δικαίου 2025 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της οποίας υπήρξε ο εισηγητής, υπογράμμισε ότι η σημασία της δεν βρίσκεται μόνο στις διαπιστώσεις της για τη Δικαιοσύνη, τη διαφθορά, την ελευθερία του Τύπου και τα θεμελιώδη δικαιώματα, αλλά και στο γεγονός ότι αποτέλεσε προϊόν ευρείας δημοκρατικής συναίνεσης των πολιτικών δυνάμεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Ο Αντιπρόεδρος της Left σημείωσε ότι η διαδικασία που οδήγησε στην υπερψήφιση της Έκθεσης απέδειξε πως οι προοδευτικές δυνάμεις μπορούν να συγκροτήσουν κοινό μέτωπο υπεράσπισης της δημοκρατίας, των δικαιωμάτων και των θεσμών απέναντι στις τάσεις αυταρχισμού και οπισθοδρόμησης.
Όπως ανέφερε, η Έκθεση αποτέλεσε «μια έμπρακτη απόδειξη ότι στις προοδευτικές δυνάμεις υπάρχει σφυγμός, ωριμότητα και δυνατότητα να γείρουν την πλάστιγγα» απέναντι στην υποχώρηση των δημοκρατικών εγγυήσεων.
Χαιρετισμό μέσω βίντεο απηύθυνε η ευρωβουλεύτρια Έλενα Κουντουρά, η οποία τόνισε ότι η ασφάλεια των πολιτών στις μετακινήσεις τους συνδέεται άμεσα με τη λειτουργία του κράτους δικαίου και πρέπει να αποτελεί αντικείμενο ουσιαστικού και συστηματικού ελέγχου και δράσης. Υπογράμμισε ότι έχει αποδειχθεί πως στην Ελλάδα παραβιάζονται πέντε ευρωπαϊκοί κανονισμοί και δύο ευρωπαϊκές οδηγίες για τη σιδηροδρομική ασφάλεια, αναδεικνύοντας την ανάγκη για πλήρη διαφάνεια, λογοδοσία και ουσιαστική προστασία της ζωής των πολιτών.
Ο Χρήστος Ράμμος, πρώην Πρόεδρος της ΑΔΑΕ και επίτιμος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, υπογράμμισε ότι η σημερινή κατάσταση του κράτους δικαίου δημιουργεί λόγους έντονης ανησυχίας, καθώς «η δημοκρατία δεν είναι στα καλύτερά της» και η γενικότερη εικόνα είναι τέτοια που «χτυπούν συναγερμοί».
Αναφερόμενος στην υπόθεση των υποκλοπών, χαρακτήρισε την απόφαση του Αρείου Πάγου για τη μη περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης ως «ακατανόητη» και σημείωσε ότι αποτελεί συνέχεια μιας σειράς εξελίξεων που έχουν προκαλέσει απογοήτευση για τη λειτουργία της Δικαιοσύνης. Όπως τόνισε, «η ελληνική Δικαιοσύνη δεν καταφέρνει να ανταποκριθεί σε αυτό που ζητά το λειτούργημά της» όταν κρίνονται υποθέσεις μείζονος δημοκρατικού ενδιαφέροντος.
Ο κ. Ράμμος υπογράμμισε ότι η δυσανεξία απέναντι σε αποφάσεις που δεν είναι αρεστές στους κυβερνώντες υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς, ενώ αναφέρθηκε και στον κίνδυνο της απαξίωσης της δημοκρατίας και της διάδοσης ενός μισαλλόδοξου λόγου απέναντι στους αδύναμους και στις ευάλωτες ομάδες.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις υποκλοπές, επισημαίνοντας ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο την ίδια την παρακολούθηση, αλλά και το γεγονός ότι τεράστιος όγκος προσωπικών δεδομένων πολιτών βρίσκεται σε άγνωστα χέρια, γεγονός που δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους για τη δημοκρατική λειτουργία.
Τέλος, υπογράμμισε ότι χωρίς κράτος δικαίου, κοινωνική συνοχή και εμπιστοσύνη στους θεσμούς, μια χώρα οδηγείται σε κοινωνικές εντάσεις και σε ένα μοντέλο όπου κυριαρχεί η διαφθορά αντί της δημοκρατικής λογοδοσίας.
Ο δήμαρχος Αθηναίων, Χάρης Δούκας, με τη σειρά του, αναφέρθηκε ιδιαίτερα στην υπόθεση των Προσφυγικών και στη δραματική κατάσταση του απεργού πείνας Αριστοτέλη Χαντζή, τονίζοντας την ανάγκη οι λύσεις να προκύπτουν μέσα από τον διάλογο και τη συμμετοχή της ίδιας της κοινότητας. Όπως σημείωσε, η δημοκρατία δεν είναι μόνο θεσμοί, αλλά και καθημερινή πράξη: η προστασία της στέγης, των δημόσιων αγαθών, της κοινωνικής συνοχής και της αξιοπρέπειας των ανθρώπων. Μίλησε για τη «δημοκρατία της καθημερινότητας», που δοκιμάζεται στη γειτονιά, στο σχολείο, στον δημόσιο χώρο και στις υπηρεσίες που επηρεάζουν τη ζωή των πολιτών.
Αναφερόμενος στις μεγάλες προκλήσεις της εποχής, υπογράμμισε την ανάγκη να μπουν όροι κοινωνικής δικαιοσύνης και βιωσιμότητας στην τεχνολογική ανάπτυξη, σημειώνοντας ότι πρέπει να τεθεί το ερώτημα «ποιος θα βάλει φρένο στους ολιγάρχες που ελέγχουν τα data centers» και να διασφαλιστεί ότι η ψηφιακή μετάβαση δεν θα γίνεται εις βάρος του περιβάλλοντος και της κοινωνίας.
Η Ιφιγένεια Καμτσίδου, Ομότιμη Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου του ΑΠΘ, ανέδειξε τη σύνδεση του κράτους δικαίου με την προστασία των δικαιωμάτων, την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και τη δημοκρατική αρχή. Όπως τόνισε, η ελληνική Δικαιοσύνη βρίσκεται σε κρίση, με υποθέσεις όπως οι υποκλοπές και ο ΟΠΕΚΕΠΕ να πλήττουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς. Αναφερόμενη στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, σημείωσε χαρακτηριστικά ότι «η κυρία Κοβέσι προσπαθεί να κάνει το έργο που ίσως δεν θα χρειαζόταν να κάνει, αν το έκανε κάποιος εγχώριος δικαστικός λειτουργός».
Η κα. Καμτσίδου υπογράμμισε ότι «βρισκόμαστε σε μια οριακή στιγμή», καθώς η υπονόμευση του κράτους δικαίου αποδυναμώνει τη δημοκρατία και ευνοεί την άνοδο ακροδεξιών και αυταρχικών αντιλήψεων. Παράλληλα, πρότεινε θεσμικές παρεμβάσεις για την ενίσχυση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, την αναμόρφωση του συστήματος ευθύνης υπουργών και την ενδυνάμωση της συμμετοχής των πολιτών στη δημοκρατική διαδικασία.
Κλείνοντας, κάλεσε τις προοδευτικές δυνάμεις να παρουσιάσουν ένα συνεκτικό σχέδιο δημοκρατικής ανασυγκρότησης της χώρας.
Η Κατερίνα Παπανικολάου, δικηγόρος και πρώην μέλος της Ολομέλειας της ΑΔΑΕ, κινήθηκε στο ίδιο μήκος κύματος, επισημαίνοντας πως δεν μπορεί να γίνει ο επιβεβλημένος αμοιβαίος έλεγχος μεταξύ των θεσμών, εξαιτίας της παντοδυναμίας της πολιτικής εξουσίας. Αναφερόμενη στη σωρεία σκανδάλων, υπογράμμισε πως η πλειοψηφία δεν μπορεί να αρνείται να κληθούν μάρτυρες επειδή «δεν τους θεωρεί κρίσιμους» ενώ τόνισε πως «δεν είναι τυχαίο που οι πολίτες δεν εμπιστεύονται τη δικαιοσύνη».
Ολοκληρώνοντας, η κα. Παπανικολάου εξέφρασε την άποψη της, πως οι κυβερνητικές πρακτικές του διορισμού της ηγεσίας της δικαιοσύνης έχουν κλονίσει ανεπανόρθωτα την εμπιστοσύνη των πολιτών σε αυτή.
Ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης αναφέρθηκε στη δική του εμπειρία από την υπόθεση των υποκλοπών, υπογραμμίζοντας τον κρίσιμο ρόλο των θεσμικών αντιβάρων. Όπως ανέφερε, όταν προσέφυγε στην ΑΔΑΕ ζητώντας ενημέρωση για ενδεχόμενη παρακολούθησή του, στις 12 Αυγούστου 2020, η παρακολούθηση διακόπηκε την ίδια ημέρα.
Αναφερόμενος στους χειρισμούς της υπόθεσης, σημείωσε ότι η κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στη Δικαιοσύνη και τους θεσμούς έχει γίνει πλέον αντιληπτή από την κοινωνία, ενώ τόνισε ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τις παρακολουθήσεις, αλλά και τα δεδομένα που συλλέχθηκαν και παραμένουν σε άγνωστα χέρια. Παράλληλα, υπογράμμισε τη σημασία της δημοσιογραφικής έρευνας και της κοινωνικής πίεσης στην αποκάλυψη της υπόθεσης.
Κλείνοντας, άσκησε κριτική στον τρόπο σύνταξης των ετήσιων εκθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το κράτος δικαίου, σημειώνοντας ότι βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε στοιχεία που παρέχουν οι ίδιες οι κυβερνήσεις και όχι σε μια ανεξάρτητη αποτύπωση της πραγματικότητας από την κοινωνία των πολιτών και τους θεσμούς ελέγχου.
Ο Νίκος Κολοκοτρώνης, δικηγόρος και γεωγράφος και μέλος της Επιτροπής για την ανάδειξη και υπεράσπιση της Κοινότητας των Προσφυγικών και της συλλογικής τους μνήμης αναφέρθηκε στο ζήτημα των Προσφυγικών και την κινητοποίηση κομμάτων, φορέων και απλών πολιτών στην διατήρηση τους και τη στήριξη τους στο αγώνα του Α. Χαντζή.
Ο κ. Κολοκοτρώνης υπογράμμισε πως στα Προσφυγικά κατοικούν περισσότεροι από τετρακόσιοι άνθρωποι από είκοσι επτά χώρες και οποίοι, όπως υποστηρίζει αντιμετωπίζονται με καταστολή από τις αστυνομικές αρχές, προληπτικές προσαγωγές και βιαιότητα, ακόμη και ενάντια σε παιδιά ενώ αποκάλυψε πως για το θέμα των Προσφυγικών έχει ήδη παρέμβει ειδικός εισηγητής του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για θέματα παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων και το δικαίωμα στη στέγη.
Τις ομιλίες έκλεισε ο κ. Δήμος Καραβόλτσης, κάτοικος των Προσφυγικών, ο οποίος δήλωσε χαρακτηριστικά πως « παίρνουμε ρίσκα για μεγάλες επενδύσεις, όχι όμως για την κοινωνική πολιτική» ενώ στην ενδεχόμενη βίαιη «αντεπίθεση» της κυβέρνησης στο ζήτημα, επέμεινε πως «επίθεση στα Προσφυγικά είναι επίθεση στην ίδια την αστική δημοκρατία».
Σύντομες παρεμβάσεις κατέθεσαν η Λούκα Κατσέλη, Ομ.Καθηγήτρια ΕΚΠΑ και πρώην υπουργός και ο Θεόδωρος Μαντάς, Αντιπρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.
Οι ομιλητές ανέδειξαν τα κρίσιμα ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία των θεσμών, την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, τη διαφάνεια, τη λογοδοσία της εξουσίας, τις υποκλοπές, την ελευθερία του Τύπου και την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στην εκδήλωση παραβρέθηκαν, μεταξύ άλλων, ο Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Σωκράτης Φάμελλος, η Αντιπρόεδρος της Βουλής Όλγα Γεροβασίλη, η πρώην Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου, καθώς και βουλευτές, στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, της Νέας Αριστεράς και του ΠΑΣΟΚ, εκπρόσωποι της αυτοδιοίκησης, της νομικής κοινότητας και της κοινωνίας των πολιτών.