Την παρέμβαση της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ζητά με επίκαιρη ερώτηση που κατέθεσε στη Βουλή, ο βουλευτής Λάρισας του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία κ. Βασίλης Κόκκαλης, αναδεικνύοντας το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκονται εκατοντάδες ασφαλισμένοι που, παρότι έχουν συμπληρώσει τα ηλικιακά και ασφαλιστικά κριτήρια, δεν μπορούν να λάβουν τη σύνταξή τους λόγω ρυθμισμένων οφειλών.
Όπως επισημαίνει ο Λαρισαίος βουλευτής, το πρόβλημα αφορά κυρίως πρώην ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες, οι οποίοι έχουν καλύψει τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, ωστόσο η ύπαρξη οφειλών προς τα ασφαλιστικά ταμεία – ακόμη και όταν αυτές έχουν ρυθμιστεί – λειτουργεί ως εμπόδιο στην απονομή της σύνταξης.
Ο κ. Κόκκαλης αναφέρει ότι πολλοί ασφαλισμένοι έχουν υπαχθεί με δικαστική απόφαση στον λεγόμενο «Νόμο Κατσέλη», δηλαδή στον Νόμο 3869/2010, έπειτα από πολυετείς δικαστικές διαδικασίες, εξασφαλίζοντας ρύθμιση ή και διαγραφή μέρους των οφειλών τους. Παρά ταύτα, κατά τη διαδικασία συνταξιοδότησης, η ύπαρξη της οφειλής – ακόμη και αν είναι δικαστικά ρυθμισμένη – αντιμετωπίζεται διοικητικά ως εμπόδιο για την απονομή της σύνταξης.
Παρόμοιο πρόβλημα, σύμφωνα με την ερώτηση, αντιμετωπίζουν και ασφαλισμένοι που έχουν ενταχθεί στον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών του Νόμου 4738/2020, καταβάλλοντας κανονικά έως και 240 δόσεις. Παρά τη συνέπειά τους, εφόσον το συνολικό ύψος της οφειλής υπερβαίνει συγκεκριμένα διοικητικά όρια – 20.000 ή 30.000 ευρώ για ελεύθερους επαγγελματίες και 6.000 ή 10.000 ευρώ για ασφαλισμένους του πρώην ΟΓΑ – καλούνται να πληρώσουν εφάπαξ τη διαφορά μέσα σε προθεσμία δύο μηνών, διαφορετικά η σύνταξη δεν απονέμεται.
Υποστηρίζει ότι η πρακτική αυτή δημιουργεί μια εμφανή αντίφαση, καθώς ενώ το κράτος ενθαρρύνει τη ρύθμιση οφειλών και τη συνέπεια των οφειλετών, στην πράξη στερεί από πολίτες άνω των 67 ετών τη δυνατότητα να λάβουν τη σύνταξή τους, αφήνοντάς τους χωρίς εισόδημα στο τέλος του εργασιακού τους βίου.
Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Κόκκαλης τονίζει ότι το δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλιση και στη συνταξιοδότηση αποτελεί συνταγματικά κατοχυρωμένη έκφανση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και δεν μπορεί να τίθεται σε παρατεταμένη διοικητική αναστολή όταν έχουν εκπληρωθεί οι ουσιαστικές προϋποθέσεις. Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι η ένταξη και η συνεπής τήρηση ρύθμισης οφειλών, είτε βάσει δικαστικής απόφασης είτε μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού, δεν μπορεί να οδηγεί σε αποκλεισμό από τη σύνταξη, ιδιαίτερα όταν η Πολιτεία έχει θεσπίσει το πλαίσιο της «δεύτερης ευκαιρίας».
Με την επίκαιρη ερώτησή του προς την Υπουργό Εργασίας, ζητά να διευκρινιστεί για ποιο λόγο αρνείται το κράτος την απονομή σύνταξης σε ασφαλισμένους που τηρούν αποδεδειγμένα τις ρυθμίσεις των οφειλών τους, ενώ παράλληλα καλεί την κυβέρνηση να παρουσιάσει τα μέτρα που προτίθεται να λάβει ώστε να αρθεί το συγκεκριμένο αδιέξοδο και να διασφαλιστεί μια ρεαλιστική και κοινωνικά δίκαιη λύση για τους ασφαλισμένους.
Ακολουθεί η Επίκαιρη Ερώτηση:
Αθήνα, 6 Μαρτίου 2026
ΕΠΙΚΑΙΡΗ ΕΡΩΤΗΣΗ
Προς την Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης
Θέμα: «Σε αδιέξοδο χιλιάδες ασφαλισμένοι που έχουν ρυθμισμένες οφειλές για την πρώτη κατοικία και στον εξωδικαστικό, αλλά τους απαγορεύεται να βγουν σε σύνταξη»
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι εκατοντάδες ασφαλισμένοι, κυρίως πρώην ελεύθεροι επαγγελματίες και αγρότες, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει το απαιτούμενο ηλικιακό όριο και τα ελάχιστα έτη ασφάλισης, αδυνατούν να λάβουν τη σύνταξή τους, όχι λόγω έλλειψης ασφαλιστικού χρόνου αλλά εξαιτίας ρυθμισμένων οφειλών.
Πρόκειται για ασφαλισμένους που έχουν υπαχθεί με δικαστική απόφαση στον Ν. 3869/2010 («Ν. Κατσέλη») και έχουν πετύχει ρύθμιση ή και διαγραφή μέρους των οφειλών τους μετά από πολυετείς δικαστικές διαδικασίες. Ωστόσο, κατά το στάδιο της συνταξιοδότησης, η ύπαρξη της οφειλής – έστω και δικαστικά ρυθμισμένης – αντιμετωπίζεται διοικητικά ως εμπόδιο για την απονομή σύνταξης, δημιουργώντας ένα ιδιότυπο κενό μεταξύ δικαστικής ρύθμισης και ασφαλιστικής πράξης.
Ανάλογο αδιέξοδο παρατηρείται και σε όσους έχουν ενταχθεί στον εξωδικαστικό μηχανισμό του Ν. 4738/2020, καταβάλλοντας κανονικά έως 240 δόσεις. Παρά τη συνέπεια αυτή, εάν το συνολικό ύψος της οφειλής υπερβαίνει τα προβλεπόμενα διοικητικά όρια, ήτοι 20.000 ή 30.000 ευρώ, κατά περίπτωση, για τους ελεύθερους επαγγελματίες και 6.000 ή 10.000 ευρώ, κατά περίπτωση, για τους ασφαλισμένους του πρώην ΟΓΑ, καλούνται να καταβάλουν εφάπαξ τη διαφορά εντός ασφυκτικής προθεσμίας δύο μηνών, άλλως η σύνταξη δεν απονέμεται. Ωστόσο, η πρακτική αυτή οδηγεί σε μια εμφανή αντίφαση: το κράτος ενθαρρύνει τη ρύθμιση και τη συνέπεια, αλλά στην πράξη στερεί από τον συνεπή οφειλέτη ένα θεμελιωμένο κοινωνικοασφαλιστικό δικαίωμα, αφήνοντας πολίτες άνω των 67 ετών χωρίς εισόδημα στο τέλος του εργασιακού τους βίου.
Επειδή το δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλιση και στη συνταξιοδότηση αποτελεί συνταγματικά κατοχυρωμένη έκφανση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και δεν μπορεί να τελεί υπό καθεστώς παρατεταμένης διοικητικής αναστολής, όταν έχουν πληρωθεί οι ουσιαστικές προϋποθέσεις,
Επειδή η ένταξη και συνεπής τήρηση ρύθμισης οφειλών, είτε κατ’ εφαρμογή δικαστικής απόφασης είτε μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού, δεν μπορεί να μετατρέπεται σε λόγο αποκλεισμού από τη σύνταξη, ιδίως όταν η Πολιτεία έχει θεσπίσει το πλαίσιο της «δεύτερης ευκαιρίας».
Ερωτάται η αρμόδια Υπουργός:
Ο Ερωτών Βουλευτής
Κόκκαλης Βασίλειος