Β. Κόκκαλης Βουλευτές ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ

Τροπολογία του ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ στο σχέδιο νόμου της Αντιπροεδρίας της Κυβέρνησης με τον τίτλο: «Παρεμβάσεις για ένα κράτος πιο φιλικό στον πολίτη»

Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ κατέθεσε Τροπολογία με την οποία επιδιώκεται η αποκατάσταση της λειτουργικής αποτελεσματικότητας του άρθρου 39 του Νόμου 3259/2004, μέσω της εκ νέου ενεργοποίησης της δυνατότητας επανυπολογισμού οφειλών προς πιστωτικά ιδρύματα, εταιρείες ειδικού σκοπού και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις.

Η ρύθμιση αυτή είχε θεσπιστεί με σκοπό την αντιμετώπιση της υπέρμετρης διόγκωσης ιδιωτικών χρεών, η οποία προκλήθηκε από διαδοχικούς ανατοκισμούς και επανειλημμένες κεφαλαιοποιήσεις τόκων, φαινόμενα που οδήγησαν σε οικονομικά αποτελέσματα δυσανάλογα σε σχέση με το αρχικό κεφάλαιο των οφειλών.

Το εν λόγω άρθρο παραμένει τυπικά σε ισχύ, χωρίς όμως να μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα για οφειλέτες που δεν είχαν τη δυνατότητα ή το χρόνο να ασκήσουν τα προβλεπόμενα δικαιώματά τους κατά το αρχικό χρονικό διάστημα εφαρμογής του.

Η εξέλιξη αυτή έχει ως συνέπεια τη διατήρηση, μέχρι και σήμερα, οφειλών των οποίων το εμφανιζόμενο ύψος υπερβαίνει σε εξαιρετικά δυσανάλογο βαθμό το αρχικό κεφάλαιο, χωρίς η επιβάρυνση αυτή να ανταποκρίνεται ούτε σε πραγματική οικονομική ωφέλεια του οφειλέτη, ούτε σε εύλογη αποζημίωση του πιστωτή.

Σκοπός της ρύθμισης είναι η αποκατάσταση της απαίτησης σε ύψος που προκύπτει από αντικειμενικούς και ήδη θεσπισμένους κανόνες, λαμβάνοντας υπόψη, τόσο το αρχικό κεφάλαιο, όσο και το σύνολο των καταβολών που έχουν πραγματοποιηθεί διαχρονικά από τον οφειλέτη, τον εγγυητή ή τρίτους.

Επιδιώκεται η εξισορρόπηση των συμφερόντων οφειλετών και πιστωτών, η ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου και η επανένταξη μεγάλου αριθμού πολιτών και επιχειρήσεων στην οικονομική και παραγωγική ζωή, προς όφελος τόσο της κοινωνικής συνοχής όσο και της πραγματικής εισπραξιμότητας των απαιτήσεων.

Μεταξύ άλλων, θεσπίζεται νέα, εύλογη προθεσμία εντός της οποίας οι οφειλέτες δύνανται να υποβάλουν αίτηση επανυπολογισμού της οφειλής τους, σύμφωνα με τους κανόνες του άρθρου 39 του ν. 3259/2004. Ο επανυπολογισμός διενεργείται μέσω ειδικής ηλεκτρονικής πλατφόρμας, η οποία λειτουργεί υπό την εποπτεία του αρμόδιου Υπουργείου και εφαρμόζει αυτοματοποιημένο αλγόριθμο, διασφαλίζοντας την ομοιόμορφη, διαφανή και αντικειμενική εφαρμογή της διάταξης.

Μετά την ολοκλήρωση του επανυπολογισμού, παρέχεται η δυνατότητα ρύθμισης της επανυπολογισθείσας οφειλής με διάρκεια και όρους που καθιστούν εφικτή και βιώσιμη την αποπληρωμή της, σύμφωνα με τα ισχύοντα για ενήμερες οφειλές.

Παράλληλα, από την υποβολή της αίτησης επανυπολογισμού και έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας προβλέπεται η αναστολή των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης για την οφειλή που υπάγεται στη ρύθμιση, προκειμένου να διασφαλιστεί η ουσιαστική αποτελεσματικότητα του μηχανισμού.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της τροπολογίας:

Στο σχέδιο νόμου της Αντιπροεδρίας της Κυβέρνησης με τον τίτλο: «Παρεμβάσεις για ένα κράτος πιο φιλικό στον πολίτη»

Θέμα «Οφειλές προς πιστωτικά ιδρύματα, εταιρείες ειδικού σκοπού και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις- τροποποίηση άρθρου 39 του ν. 3259/2004»    

Α. ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Με την προτεινόμενη τροπολογία επιδιώκεται η αποκατάσταση της λειτουργικής αποτελεσματικότητας του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, μέσω της εκ νέου ενεργοποίησης της δυνατότητας επανυπολογισμού οφειλών προς πιστωτικά ιδρύματα, εταιρείες ειδικού σκοπού και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις. Η ρύθμιση αυτή είχε θεσπιστεί με σκοπό την αντιμετώπιση της υπέρμετρης διόγκωσης ιδιωτικών χρεών, η οποία προκλήθηκε από διαδοχικούς ανατοκισμούς και επανειλημμένες κεφαλαιοποιήσεις τόκων, φαινόμενα που οδήγησαν σε οικονομικά αποτελέσματα δυσανάλογα σε σχέση με το αρχικό κεφάλαιο των οφειλών.

Από την ερμηνεία της παραγράφου 1 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 προκύπτει ότι η διάταξη δεν έχει καταργηθεί και εξακολουθεί να υφίσταται στο ισχύον νομικό πλαίσιο. Ωστόσο, η πρακτική εφαρμογή της είχε συνδεθεί με συγκεκριμένες προθεσμίες και διαδικαστικές προϋποθέσεις, οι οποίες έχουν πλέον εξαντληθεί χρονικά. Ως αποτέλεσμα, το άρθρο παραμένει τυπικά σε ισχύ, χωρίς όμως να μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα για οφειλέτες που δεν είχαν τη δυνατότητα ή τον χρόνο να ασκήσουν τα προβλεπόμενα δικαιώματά τους κατά το αρχικό χρονικό διάστημα εφαρμογής του.

Η εξέλιξη αυτή έχει ως συνέπεια τη διατήρηση, μέχρι και σήμερα, οφειλών των οποίων το εμφανιζόμενο ύψος υπερβαίνει σε εξαιρετικά δυσανάλογο βαθμό το αρχικό κεφάλαιο, χωρίς η επιβάρυνση αυτή να ανταποκρίνεται ούτε σε πραγματική οικονομική ωφέλεια του οφειλέτη ούτε σε εύλογη αποζημίωση του πιστωτή. Τα πανωτόκια και οι επανειλημμένες κεφαλαιοποιήσεις τόκων έχουν οδηγήσει σε μαθηματικά και οικονομικά αποτελέσματα που αποκόπτονται πλήρως από τη λογική της σύμβασης δανείου και από την αρχή της αναλογικότητας, με συνέπεια τη μόνιμη αδυναμία εξυπηρέτησης των οφειλών, τον αποκλεισμό των οφειλετών από την οικονομική δραστηριότητα και, τελικώς, τη μακροχρόνια αδρανοποίηση των ίδιων των απαιτήσεων.

Η προτεινόμενη τροπολογία δεν εισάγει νέο μηχανισμό ρύθμισης, ούτε θεσπίζει γενικευμένη διαγραφή χρεών. Αντιθέτως, συνιστά ενεργοποίηση εκ νέου ενός ήδη θεσπισμένου κανόνα δικαίου, με την πρόβλεψη νέας προθεσμίας και σύγχρονων εργαλείων εφαρμογής, προσαρμοσμένων στις σημερινές συνθήκες. Σκοπός της ρύθμισης είναι η αποκατάσταση της απαίτησης σε ύψος που προκύπτει από αντικειμενικούς και ήδη θεσπισμένους κανόνες, λαμβάνοντας υπόψη τόσο το αρχικό κεφάλαιο όσο και το σύνολο των καταβολών που έχουν πραγματοποιηθεί διαχρονικά από τον οφειλέτη, τον εγγυητή ή τρίτους.

Με τον τρόπο αυτό επιδιώκεται η εξισορρόπηση των συμφερόντων οφειλετών και πιστωτών, η ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου και η επανένταξη μεγάλου αριθμού πολιτών και επιχειρήσεων στην οικονομική και παραγωγική ζωή, προς όφελος τόσο της κοινωνικής συνοχής όσο και της πραγματικής εισπραξιμότητας των απαιτήσεων.

Ειδικότερα με τις διατάξεις της προτεινόμενης τροπολογίας προβλέπεται η εκ νέου εφαρμογή του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 σε οφειλές προς πιστωτικά ιδρύματα και εταιρείες ειδικού σκοπού, που έχουν αναθέσει τη διαχείριση των οφειλών αυτών σε εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, οι οποίες (οφειλές) απορρέουν από συμβάσεις που έχουν συναφθεί έως συγκεκριμένο χρονικό σημείο και εξακολουθούν να υφίστανται κατά τον χρόνο υποβολής της σχετικής αίτησης.

Θεσπίζεται νέα, εύλογη προθεσμία εντός της οποίας οι οφειλέτες δύνανται να υποβάλουν αίτηση επανυπολογισμού της οφειλής τους, σύμφωνα με τους κανόνες του άρθρου 39 του ν. 3259/2004. Ο επανυπολογισμός διενεργείται μέσω ειδικής ηλεκτρονικής πλατφόρμας, η οποία λειτουργεί υπό την εποπτεία του αρμόδιου Υπουργείου και εφαρμόζει αυτοματοποιημένο αλγόριθμο, διασφαλίζοντας την ομοιόμορφη, διαφανή και αντικειμενική εφαρμογή της διάταξης.

Η πλατφόρμα λαμβάνει υποχρεωτικά υπόψη το σύνολο των καταβολών που έχουν πραγματοποιηθεί οποτεδήποτε από τον οφειλέτη, τον εγγυητή ή τρίτους. Το αποτέλεσμα του επανυπολογισμού προσδιορίζει το οριστικό ύψος της απαίτησης και δεσμεύει τόσο τον πιστωτή όσο και τον οφειλέτη, εκτός εάν αποδειχθεί σφάλμα ως προς τα δεδομένα που εισήχθησαν στη διαδικασία.

Μετά την ολοκλήρωση του επανυπολογισμού παρέχεται η δυνατότητα ρύθμισης της επανυπολογισθείσας οφειλής με διάρκεια και όρους που καθιστούν εφικτή και βιώσιμη την αποπληρωμή της, σύμφωνα με τα ισχύοντα για ενήμερες οφειλές. Παράλληλα, από την υποβολή της αίτησης επανυπολογισμού και έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας προβλέπεται η αναστολή των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης για την οφειλή που υπάγεται στη ρύθμιση, προκειμένου να διασφαλιστεί η ουσιαστική αποτελεσματικότητα του μηχανισμού.

Τέλος, διευκρινίζεται ότι οι διατάξεις της τροπολογίας δεν καταλαμβάνουν απαιτήσεις που έχουν εξοφληθεί πλήρως ούτε εκείνες για τις οποίες το ύψος της οφειλής έχει κριθεί αμετάκλητα με δικαστική απόφαση, ενώ η ισχύς της αρχίζει από τη δημοσίευσή της.

Β. ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΑ-ΠΡΟΣΘΗΚΗ

Άρθρο…….«Οφειλές προς πιστωτικά ιδρύματα, εταιρείες ειδικού σκοπού και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις- τροποποίηση άρθρου 39 του ν. 3259/2004»   

  1. Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί έως την 31/12/2025 με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου.
  2. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξή τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2026 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Οι οφειλέτες δύνανται να υποβάλουν αίτηση επανυπολογισμού της οφειλής τους εντός προθεσμίας δώδεκα (12) μηνών από την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αντα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις.
  3. Παρέλευση της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου άπρακτης ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω. Στην περίπτωση αυτή η οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης.
  4. Στην περίπτωση απαιτήσεων από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που είχαν συνομολογηθεί κατά την ισχύ του Ν. 2789/2000 και το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 2.201.000,00 ευρώ, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31.12.1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα ή το αρχικό κεφάλαιο υπερβαίνει τις 400.000,00 ευρώ, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 1 και του α` εδαφίου της παρ. 2 του παρόντος άρθρου. Η αληθής έννοια του παραπάνω εδαφίου είναι ότι σε περίπτωση περισσοτέρων συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων λαμβάνεται υπόψη το ληφθέν κεφάλαιο του κάθε δανείου ή πίστωσης χωριστά και ότι τα τιθέμενα ως άνω όρια του αρχικού κεφαλαίου των 400.000 ευρώ και της οφειλής των 2.201.000 ευρώ, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί την 31.10.1999, λαμβάνονται υπόψη διαζευκτικά και όχι σωρευτικά. Και στην περίπτωση αυτή δεν επιτρέπεται η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης ούτε η συνέχιση διαδικασιών που έχουν αρχίσει μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2026 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Τα πιστωτικά ιδρύματα θα προχωρήσουν, κατά τους όρους των τελευταίων δύο εδαφίων της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, σε ρύθμιση της εξόφλησης της κατά περίπτωση συνολικής οφειλής που απορρέει από τις παραπάνω συμβάσεις, μετά από αίτηση των οφειλετών ή των εγγυητών που πρέπει να υποβληθεί στα πιστωτικά ιδρύματα μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2026 το αργότερο. Μη εμπρόθεσμη υποβολή αίτησης κατά τα προαναφερθέντα ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών, παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής. Στην περίπτωση αυτή η οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης.
  5. Προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει, το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών το διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση. Για δάνεια που χορηγήθηκαν πριν από το έτος 1990, εφόσον δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία των οφειλών αυτών για την ανεύρεση του αρχικού κεφαλαίου, η συνολική οφειλή δεν δύναται να υπερβαίνει ποσοστό 150% του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε στην τελευταία προ του έτους 1990 ρύθμιση. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να υπολογίζουν το ύψος της οφειλής της παρούσας παραγράφου, να τη γνωστοποιούν στον οφειλέτη και να συνομολογούν τη ρύθμιση εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης, η οποία πρέπει να υποβληθεί μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2026 το αργότερο. Και ως προς τις οφειλές αυτές ισχύουν οι λοιπές διατάξεις του παρόντος άρθρου.
  6. Οι ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου πρέπει να συνομολογούνται από τα πιστωτικά ιδρύματα εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την εμπρόθεσμη υποβολή της αίτησης, εφαρμοζομένης και στην περίπτωση αυτή της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 47 του Ν. 2873/2000, όπως ισχύει.
  7. Ο επανυπολογισμός της οφειλής διενεργείται μέσω ειδικής ηλεκτρονικής πλατφόρμας, η οποία λειτουργεί υπό την εποπτεία του αρμόδιου Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και ιδίως υπό την Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους και εφαρμόζει αυτοματοποιημένο αλγόριθμο σύμφωνα με τους κανόνες του άρθρου 39 του ν. 3259/2004. Η πλατφόρμα λαμβάνει υποχρεωτικά υπόψη το σύνολο των καταβολών που έχουν πραγματοποιηθεί οποτεδήποτε από τον οφειλέτη, τον εγγυητή ή τρίτους.
  8. Το αποτέλεσμα του επανυπολογισμού προσδιορίζει το οριστικό ύψος της απαίτησης και δεσμεύει τον πιστωτή και τον οφειλέτη, εκτός εάν αποδειχθεί σφάλμα ως προς τα δεδομένα που εισήχθησαν στην πλατφόρμα. Μετά την ολοκλήρωση του επανυπολογισμού, ο οφειλέτης δύναται να αιτηθεί τη ρύθμιση της επανυπολογισθείσας οφειλής με διάρκεια και όρους που καθιστούν εφικτή και βιώσιμη την αποπληρωμή της, σύμφωνα με τα ισχύοντα για ενήμερες οφειλές, με τη σύμφωνη γνώμη των πιστωτικών ιδρυμάτων και των λοιπών φορέων, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τα είκοσι έτη.
  9. Οι διατάξεις του παρόντος δεν καταλαμβάνουν απαιτήσεις που έχουν εξοφληθεί πλήρως ούτε απαιτήσεις για τις οποίες το ύψος της οφειλής έχει κριθεί αμετάκλητα με δικαστική απόφαση.
  10. Οι ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου πρέπει να συνομολογούνται από τα πιστωτικά ιδρύματα εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την εμπρόθεσμη υποβολή της αίτησης, εφαρμοζομένης και στην περίπτωση αυτή της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 47 του Ν. 2873/2000, όπως ισχύει.
  11. Εάν κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου διαγραφούν από τα πιστωτικά ιδρύματα ποσά τόκων ή κεφαλαιοποιημένα ποσά τόκων: α) αυτό δεν θα επιφέρει επιβολή προστίμων, προσαυξήσεων ή τελών, που προβλέπονται με διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, β) τα ποσά αυτά δύνανται να έρχονται σε μείωση της καθαρής θέσης ή να αποσβεσθούν σε διάρκεια πέντε (5) ετών.
  12. Καταβολές που έγιναν οποτεδήποτε από τον οφειλέτη, τον εγγυητή ή τρίτο και αφορούν σε οφειλές ρυθμιζόμενες με τις ανωτέρω παραγράφους, αφαιρούνται από το συνολικό ποσό της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώνεται με βάση τις διατάξεις του παρόντος.
  13. Στις διατάξεις του παρόντος άρθρου υπάγονται και οι οφειλές επιχειρήσεων που τέθηκαν σε εκκαθάριση ή ειδική εκκαθάριση χωρίς όμως να έχει εγκατασταθεί και να αρχίσει τις εργασίες του ο εκκαθαριστής ή ο ειδικός εκκαθαριστής αντίστοιχα.
  14. Στις διατάξεις του παρόντος άρθρου υπάγονται και τα δάνεια που έχουν ρυθμιστεί με βάση το Ν. 128/1975.
  15. Τα δικαιώματα του παρόντος άρθρου έχουν και οι καθολικοί διάδοχοι του πρωτοφειλέτη ή του εγγυητή.
  16. Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει.
  17. Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από τη δημοσίευσή του.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΟΜΕΝΩΝ Ή ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ

Τροποποίηση – αντικατάσταση – συμπλήρωση διατάξεων
Διατάξεις αξιολογούμενης ρύθμισηςΥφιστάμενες διατάξεις
Άρθρο…….«Οφειλές προς πιστωτικά ιδρύματα, εταιρείες ειδικού σκοπού και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις- τροποποίηση άρθρου 39 του ν. 3259/2004»    1. Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί έως την 31/12/2025 με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου. 2. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξή τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2026 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Οι οφειλέτες δύνανται να υποβάλουν αίτηση επανυπολογισμού της οφειλής τους εντός προθεσμίας δώδεκα (12) μηνών από την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αντα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις. 3. Παρέλευση της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου άπρακτης ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω. Στην περίπτωση αυτή η οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης. 4. Στην περίπτωση απαιτήσεων από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που είχαν συνομολογηθεί κατά την ισχύ του Ν. 2789/2000 και το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 2.201.000,00 ευρώ, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31.12.1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα ή το αρχικό κεφάλαιο υπερβαίνει τις 400.000,00 ευρώ, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 1 και του α` εδαφίου της παρ. 2 του παρόντος άρθρου. Η αληθής έννοια του παραπάνω εδαφίου είναι ότι σε περίπτωση περισσοτέρων συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων λαμβάνεται υπόψη το ληφθέν κεφάλαιο του κάθε δανείου ή πίστωσης χωριστά και ότι τα τιθέμενα ως άνω όρια του αρχικού κεφαλαίου των 400.000 ευρώ και της οφειλής των 2.201.000 ευρώ, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί την 31.10.1999, λαμβάνονται υπόψη διαζευκτικά και όχι σωρευτικά. Και στην περίπτωση αυτή δεν επιτρέπεται η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης ούτε η συνέχιση διαδικασιών που έχουν αρχίσει μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2026 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Τα πιστωτικά ιδρύματα θα προχωρήσουν, κατά τους όρους των τελευταίων δύο εδαφίων της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, σε ρύθμιση της εξόφλησης της κατά περίπτωση συνολικής οφειλής που απορρέει από τις παραπάνω συμβάσεις, μετά από αίτηση των οφειλετών ή των εγγυητών που πρέπει να υποβληθεί στα πιστωτικά ιδρύματα μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2026 το αργότερο. Μη εμπρόθεσμη υποβολή αίτησης κατά τα προαναφερθέντα ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών, παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής. Στην περίπτωση αυτή η οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης. 5. Προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει, το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών το διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση. Για δάνεια που χορηγήθηκαν πριν από το έτος 1990, εφόσον δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία των οφειλών αυτών για την ανεύρεση του αρχικού κεφαλαίου, η συνολική οφειλή δεν δύναται να υπερβαίνει ποσοστό 150% του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε στην τελευταία προ του έτους 1990 ρύθμιση. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να υπολογίζουν το ύψος της οφειλής της παρούσας παραγράφου, να τη γνωστοποιούν στον οφειλέτη και να συνομολογούν τη ρύθμιση εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης, η οποία πρέπει να υποβληθεί μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2026 το αργότερο. Και ως προς τις οφειλές αυτές ισχύουν οι λοιπές διατάξεις του παρόντος άρθρου. 6. Οι ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου πρέπει να συνομολογούνται από τα πιστωτικά ιδρύματα εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την εμπρόθεσμη υποβολή της αίτησης, εφαρμοζομένης και στην περίπτωση αυτή της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 47 του Ν. 2873/2000, όπως ισχύει. 7. Ο επανυπολογισμός της οφειλής διενεργείται μέσω ειδικής ηλεκτρονικής πλατφόρμας, η οποία λειτουργεί υπό την εποπτεία του αρμόδιου Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και ιδίως υπό την Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους και εφαρμόζει αυτοματοποιημένο αλγόριθμο σύμφωνα με τους κανόνες του άρθρου 39 του ν. 3259/2004. Η πλατφόρμα λαμβάνει υποχρεωτικά υπόψη το σύνολο των καταβολών που έχουν πραγματοποιηθεί οποτεδήποτε από τον οφειλέτη, τον εγγυητή ή τρίτους. 8. Το αποτέλεσμα του επανυπολογισμού προσδιορίζει το οριστικό ύψος της απαίτησης και δεσμεύει τον πιστωτή και τον οφειλέτη, εκτός εάν αποδειχθεί σφάλμα ως προς τα δεδομένα που εισήχθησαν στην πλατφόρμα. Μετά την ολοκλήρωση του επανυπολογισμού, ο οφειλέτης δύναται να αιτηθεί τη ρύθμιση της επανυπολογισθείσας οφειλής με διάρκεια και όρους που καθιστούν εφικτή και βιώσιμη την αποπληρωμή της, σύμφωνα με τα ισχύοντα για ενήμερες οφειλές, με τη σύμφωνη γνώμη των πιστωτικών ιδρυμάτων και των λοιπών φορέων, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τα είκοσι έτη. 9. Οι διατάξεις του παρόντος δεν καταλαμβάνουν απαιτήσεις που έχουν εξοφληθεί πλήρως ούτε απαιτήσεις για τις οποίες το ύψος της οφειλής έχει κριθεί αμετάκλητα με δικαστική απόφαση. 10. Οι ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου πρέπει να συνομολογούνται από τα πιστωτικά ιδρύματα εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την εμπρόθεσμη υποβολή της αίτησης, εφαρμοζομένης και στην περίπτωση αυτή της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 47 του Ν. 2873/2000, όπως ισχύει. 11. Εάν κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου διαγραφούν από τα πιστωτικά ιδρύματα ποσά τόκων ή κεφαλαιοποιημένα ποσά τόκων: α) αυτό δεν θα επιφέρει επιβολή προστίμων, προσαυξήσεων ή τελών, που προβλέπονται με διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, β) τα ποσά αυτά δύνανται να έρχονται σε μείωση της καθαρής θέσης ή να αποσβεσθούν σε διάρκεια πέντε (5) ετών. 12. Καταβολές που έγιναν οποτεδήποτε από τον οφειλέτη, τον εγγυητή ή τρίτο και αφορούν σε οφειλές ρυθμιζόμενες με τις ανωτέρω παραγράφους, αφαιρούνται από το συνολικό ποσό της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώνεται με βάση τις διατάξεις του παρόντος. 13. Στις διατάξεις του παρόντος άρθρου υπάγονται και οι οφειλές επιχειρήσεων που τέθηκαν σε εκκαθάριση ή ειδική εκκαθάριση χωρίς όμως να έχει εγκατασταθεί και να αρχίσει τις εργασίες του ο εκκαθαριστής ή ο ειδικός εκκαθαριστής αντίστοιχα. 14. Στις διατάξεις του παρόντος άρθρου υπάγονται και τα δάνεια που έχουν ρυθμιστεί με βάση το Ν. 128/1975. 15. Τα δικαιώματα του παρόντος άρθρου έχουν και οι καθολικοί διάδοχοι του πρωτοφειλέτη ή του εγγυητή. 16. Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει. 17. Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από τη δημοσίευσή του.Άρθρο 39 του ν. 3259/2004 Οφειλές προς πιστωτικά ιδρύματα       1.Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου. 2.Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεων τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις. 3.Παρέλευση της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου άπρακτης ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω. Στην περίπτωση αυτή η οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης. 4.Στην περίπτωση απαιτήσεων από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που είχαν συνομολογηθεί κατά την ισχύ του Ν. 2789/2000 και το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 2.201.000,00 ευρώ, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31.12.1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα ή το αρχικό κεφάλαιο υπερβαίνει τις 400.000,00 ευρώ, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 1 και του α’ εδαφίου της παρ. 2 του παρόντος άρθρου. Η αληθής έννοια του παραπάνω εδαφίου είναι ότι σε περίπτωση περισσοτέρων συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων λαμβάνεται υπόψη το ληφθέν κεφάλαιο του κάθε δανείου ή πίστωσης χωριστά και ότι τα τιθέμενα ως άνω όρια του αρχικού κεφαλαίου των 400.000 ευρώ και της οφειλής των 2.201.000 ευρώ, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί την 31.10.1999, λαμβάνονται υπόψη διαζευκτικά και όχι σωρευτικά. Και στην περίπτωση αυτή δεν επιτρέπεται η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης ούτε η συνέχιση διαδικασιών που έχουν αρχίσει μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Τα πιστωτικά ιδρύματα θα προχωρήσουν, κατά τους όρους των τελευταίων δύο εδαφίων της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, σε ρύθμιση της εξόφλησης της κατά περίπτωση συνολικής οφειλής που απορρέει από τις παραπάνω συμβάσεις, μετά από αίτηση των οφειλετών ή των εγγυητών που πρέπει να υποβληθεί στα πιστωτικά ιδρύματα μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο. Μη εμπρόθεσμη υποβολή αίτησης κατά τα προαναφερθέντα ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών, παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής. Στην περίπτωση αυτή η οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης. 5.Προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει, το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του ατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών το διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση. Για δάνεια που χορηγήθηκαν πριν από το έτος 1990, εφόσον δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία των οφειλών αυτών για την ανεύρεση του αρχικού κεφαλαίου, η συνολική οφειλή δεν δύναται να υπερβαίνει ποσοστό 150% του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε στην τελευταία προ του έτους 1990 ρύθμιση. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να υπολογίζουν το ύψος της οφειλής της παρούσας παραγράφου, να τη γνωστοποιούν στον οφειλέτη και να συνομολογούν τη ρύθμιση εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης, η οποία πρέπει να υποβληθεί μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο. Και ως προς τις οφειλές αυτές ισχύουν οι λοιπές διατάξεις του παρόντος άρθρου. 6.Οι ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου πρέπει να συνομολογούνται από τα πιστωτικά ιδρύματα εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την εμπρόθεσμη υποβολή της αίτησης, εφαρμοζόμενης και στην περίπτωση αυτή της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 47 του Ν. 2873/2000, όπως ισχύει. 7.Εάν κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου διαγραφούν από τα πιστωτικά ιδρύματα ποσά τόκων ή κεφαλαιοποιημένα ποσά τόκων: α) αυτό δεν θα επιφέρει επιβολή προστίμων, προσαυξήσεων ή τελών, που προβλέπονται με διατάξεις της επικείμενης νομοθεσίας, β) τα ποσά αυτά δύνανται να έρχονται σε μείωση της καθαρής θέσης ή να αποσβεσθούν σε διάρκεια πέντε (5) ετών. 8.Καταβολές που έγιναν οποτεδήποτε από τον οφειλέτη, τον εγγυητή ή τρίτο και αφορούν σε οφειλές ρυθμιζόμενες με τις ανωτέρω παραγράφους, αφαιρούνται από το συνολικό ποσό της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώνεται με βάση τις διατάξεις του παρόντος. 9.Στις διατάξεις του παρόντος άρθρου υπάγονται και οι οφειλές επιχειρήσεων που τέθηκαν σε εκκαθάριση ή ειδική εκκαθάριση χωρίς όμως να έχει εγκατασταθεί και να αρχίσει τις εργασίες του ο εκκαθαριστής ή ο ειδικός εκκαθαριστής αντίστοιχα. 10.Στις διατάξεις του παρόντος άρθρου υπάγονται και τα δάνεια που έχουν ρυθμισθεί με βάση το Ν. 128/1975. 11.Τα δικαιώματα του παρόντος άρθρου έχουν και οι καθολικοί διάδοχοι του πρωτοφειλέτη ή του εγγυητή. 12.Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει.



































 

Αθήνα, 2 Απριλίου 2026

Οι προτείνοντες βουλευτές

Κόκκαλης Βασίλης

Καλαματιανός Διονύσης

Μαμουλάκης Χάρης

Ξανθόπουλος Θεόφιλος

Γιαννούλης Χρήστος

Scroll