«Πέθανε ο ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Τσουκαλάς.»
Η είδηση κάνει τον γύρο του διαδικτύου κι εγώ αδυνατώ να την αποδεχτώ. Την ακούω χωρίς να την ακούω.
Δεν είναι απλά η θλίψη για έναν καθηγητή που με καθόρισε στα πανεπιστημιακά μου χρόνια – τα μαθήματά του άλλωστε έχουν αφήσει εποχή. Δεν είναι μόνο οι αναμνήσεις που αίφνης με κατακλύζουν με λεπτομέρειες σα να ήσαν χθες.
Αναμνήσεις όπως το καθοριστικό αποτύπωμα στη σκέψη μου ενός από τα κομβικά του έργα που πρωτοδιαβάσαμε για τον κοινωνικό ρόλο των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα, “Εξάρτηση και Αναπαραγωγή”, με πρόλογο Σβορώνου, στην κλασσική έκδοση του Θεμέλιου ή όταν εκεί γύρω στις αρχές της δεκαετίας του 2000 μου ζητούσε, από εμένα, που μετείχα σε ένα από τα πολλά σεμινάριά του, την αγγλική έκδοση του “Οριενταλισμού” του Ε. Σαίντ, στον οποίο είχαμε κάνει αναφορά. Δεν είναι μόνο οι συζητήσεις για βιβλία, άρθρα, παρεμβάσεις, που κάναμε μετέπειτα καθώς ο Τσουκαλάς ήταν πάντα εναργής, παρεμβαίνοντας για την πολιτική, την κοινωνία, για την Αριστερά. Δεν είναι μόνο αυτά. Για εμένα ο Τσουκαλάς δεν είναι (το “ήταν” μου είναι ακόμη δύσκολο) μόνο “ο κορυφαίος διανοητής”.
Είναι η ξεχωριστή προσωπικότητα, ο άνθρωπος που ακόμη και όταν διαφωνούσες μαζί του, όπως όταν δέχθηκε την πρόταση του τότε Πρωθυπουργού Σημίτη, να γίνει μέλος της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής, είχες μια ιδιαίτερη αίσθηση. Ότι είχες την τύχη να μοιράζεσαι για λίγο μια σπουδαία αύρα – ήθους, γνώσης, ακεραιότητας.
Αύρα ανεπανάληπτη, δώρο μοναδικό, Δασκάλου μοναδικού.