Ο Γιώργος ήταν παιδί λαϊκής γειτονιάς.
Με πατέρα εργάτη στα ναυπηγεία του Περάματος. Δούλεψε κι ο ίδιος από μαθητής και στα δεκάξι του ήδη τραγουδούσε τα βράδια.
Αυτή την καταγωγή δεν την έκρυψε όταν έγινε ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους Έλληνες τραγουδιστές. Την πήρε μαζί του.
Κι ίσως αυτό είναι ένα κομμάτι του Γιώργου που αδικήθηκε πίσω από την εικόνα του «εκκεντρικού» Μαζωνάκη.
Γιατί ήταν βαθιά λαϊκός και ταυτόχρονα είχε μια αχόρταγη περιέργεια για ό,τι υπήρχε έξω από τα όρια του κόσμου όπου γεννήθηκε.
Στις παραστάσεις του η λαϊκή πίστα μπορούσε να συνομιλεί με το θέατρο, τη μόδα, την παγκόσμια τέχνη και τη διανόηση. Πρόσωπα και αναφορές που κανείς δεν περίμενε να συναντήσει σε ένα νυχτερινό κέντρο έμπαιναν στη σκηνογραφία του. Ο ίδιος μπορούσε να φορά Gareth Pugh και Alexander McQueen και, όταν τον ρωτούσαν ποιον άνθρωπο θαυμάζει, να απαντά: τον Σωκράτη.
Και για όλα αυτά άκουσε τα εξ αμάξης.
Για τα ρούχα του, για τον τρόπο που στεκόταν, για όσα τολμούσε πάνω στη σκηνή, για όσα δεν χωρούσαν στην προκατασκευασμένη εικόνα του «λαϊκού άνδρα τραγουδιστή».
Κι όμως, αυτό ήταν ίσως το πιο λαϊκό πάνω του: δεν ζήτησε άδεια για να είναι αυτό που ήταν.
Κρατάω και κάποιες φωτογραφίες μας. Θα μείνουν εκεί που ανήκουν, στο προσωπικό μου αρχείο.
Όπως προσωπικές θα μείνουν και κάποιες στιγμές. Από εκείνες που δεν χρειάζεται να τις αφηγηθείς για να θυμάσαι ποιος στάθηκε δίπλα σου όταν τα πράγματα ήταν δύσκολα.
Σήμερα θέλω να κρατήσω αυτόν τον Γιώργο.
Το παιδί της λαϊκής γειτονιάς που κοίταξε πολύ πέρα από αυτήν χωρίς ποτέ να ντραπεί γι’ αυτήν.
Τον άνθρωπο που άκουσε πολλά, τόλμησε περισσότερα και επέμεινε μέχρι τέλους να ανήκει στον εαυτό του.
Γεια σου Μαζώ…
https://www.facebook.com/share/p/1DFJLobN9T/?mibextid=wwXIfr