Σε συνθήκες πολιτικού «εμφυλίου πολέμου»!

Του Μανόλη Αναστασιάδη

Οι συνθήκες όμως τώρα μας υποχρεώνουν σε μεγαλύτερη προσοχή και πιο σφιχτή ενότητα και συσπείρωση, αν δεν θέλουμε να υποστούμε μια νέα, πραγματική και οδυνηρή ήττα.

Το Συνέδριό μας, το πρώτο μας ως κυβερνητικού κόμματος, διεξάγεται σε συνθήκες εμφυλίου πολέμου, που ευτυχώς δεν είναι ένοπλος!

Πολλοί σύντροφοι δεν φαίνεται να το καταλαβαίνουν αυτό. Δεν βλέπουν ότι η ωμή ταξική σύγκρουση, που σοβεί από τον Ιανουάριο του `15, έχει μετατραπεί σε υπαρξιακή.

Πρώτη φορά κυβέρνηση στη χώρα μας θεωρείται από σύσσωμη την αντιπολίτευση ως ταξικός εχθρός και αντιμετωπίζεται ως τέτοιος -και δικαίως!

Μόνο το ΚΚΕ δεν το καταλαβαίνει αυτό και συντάσσεται αντικειμενικά και με τον τρόπο του με την υπόλοιπη αντιπολίτευση.

Πρώτη φορά κυβέρνηση στον τόπο μας και σε όλη την Ευρώπη αντιμετωπίζει τόσο λυσσώδη αντίδραση από τους πολιτικούς εκπροσώπους των ταξικών μας αντιπάλων, που καταλαβαίνουν σιγά σιγά με τι «έχουν μπλέξει» και προσπαθούν με κάθε τρόπο να απαλλαγούν από εμάς.

Τέτοια λυσσώδη αντίδραση δεν έχει υποστεί στην Ιστορία πιθανόν καμία άλλη κυβέρνηση, με εξαίρεση εκείνη του Σαλβαντόρ Αλιέντε στη Χιλή, σε άλλες όμως συνθήκες και περιβάλλον, που ανατράπηκε με τα όπλα.

Επίσης, στην Ελλάδα δεν πρέπει να υπήρξε άλλη κυβέρνηση, ανεξάρτητα από το κόμμα που τη στήριζε, που να αντιμετώπισε τέτοια εσωτερική κριτική, που δεν εκφράζει ευτυχώς την πλειονότητα των κομματικών δυνάμεων, αλλά που είναι διαρκής και επίμονη. Πολλοί, δηλαδή, σύντροφοι αντί να δουν τα πραγματικά πολιτικά και ιστορικά επίδικα και να συγκεντρώσουν την προσοχή τους όχι στο πώς θα στηρίξουν την κυβέρνηση -που στο κάτω κάτω του δικού τους κόμματος είναι- αλλά πώς θα συμμετάσχουν, με τον δικό τους τρόπο, σ` αυτό τον αγώνα, που αποτελεί κορύφωση της ταξικής πάλης στην εποχή μας και στις σημερινές συνθήκες, επιλέγουν επί μέρους ζητήματα -πολύ σοβαρά πιθανόν, στα οποία μάλιστα να δεχτώ ότι συχνά έχουν δίκιο-, τα οποία όμως είναι εκτός στόχου και χρόνου.

Εν αρχή ην το προπατορικό αμάρτημα. Δηλαδή, η ήττα του Ιουλίου. Τι συνέβη, όμως, εκεί; Ολόκληρο το κόμμα, πρωτοστατούντων μάλιστα των συντρόφων και συντροφισσών που ύστερα έφυγαν, συμφωνούσε, συμφωνούσαμε -τουλάχιστον κατά πλειοψηφία- ότι θα πηγαίναμε στη διαπραγμάτευση μαχητικά, όχι με διάθεση συμβιβασμών και υποταγής, όπως οι τότε κυβερνώντες, οι οποίοι μάλιστα συμφωνούσαν και ιδεολογικά με την «τρόικα», ότι θα απειλούσαμε με ρήξη και οι Ευρωπαίοι, προκειμένου να θέσουν σε κίνδυνο το ευρώ, θα υποχωρούσαν. Η εκτίμησή μας αποδείχτηκε λάθος. Οι τροϊκανοί ήταν ισχυρότεροι και ήμασταν μόνοι. Δεν έκαναν πίσω και έθεσαν τελεσίγραφο, μπροστά στο οποίο, σε συνθήκες μάλιστα οικονομικής ασφυξίας, πολιτικής απομόνωσης εντός και εκτός Ελλάδος και αφόρητης πίεσης συνθηκολογήσαμε, γιατί καμιά στιγμή δεν είχαμε εντολή από τον ελληνικό λαό να φύγουμε από το ευρώ και να μείνουμε και χωρίς χρηματοδότηση.

Μπορεί οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες, που πάντα είχαν άλλο πολιτικό σχέδιο και επιδιώξεις, να κατήγγειλαν το κόμμα και να το διέσπασαν, οι εκλογές του Σεπτεμβρίου όμως έδειξαν ότι ο λαός αποδέχτηκε, αν δεν ενέκρινε ακριβώς, τη στάση μας και αντελήφθη ότι δεν είχαμε, δεν είχε, άλλη επιλογή. Και ανανέωσε την εντολή του. Γιατί δέχτηκαν οι εκλογείς ότι δεν τους εξαπατήσαμε. Αλλά ότι δεν μπορέσαμε να φέρουμε κάτι καλύτερο.

Αυτά όλα οι αντίπαλοί μας, που είδαν ότι στις τραγικές εκείνες συνθήκες εμείς καταφέραμε καλύτερα αποτελέσματα από εκείνους, διαπράττουν την πολιτική ατιμία να μας πολεμάνε, γιατί αποδεχτήκαμε εκείνα που οι ίδιοι μας πίεζαν αφόρητα να δεχτούμε πάση θυσία.

Αλλά και οι αποχωρήσαντες σύντροφοί μας και σε ηπιότερη μορφή και πολλοί μέσα στο κόμμα που ασκούν κριτική ξεχνούν κάτω από ποιες συνθήκες έγινε ο συμβιβασμός και επιμένουν να μας χρεώνουν το τρίτο Μνημόνιο. Να μας επιβάλουν την «ιδιοκτησία» του, ενώ είναι φανερό ότι εφαρμόζουμε μεν ότι συμφωνήσαμε, προσπαθώντας όμως να «τρέξουμε» και όσα μέτρα του παράλληλου προγράμματος μπορούμε και στην έκταση που το μπορούμε, προκειμένου να ανακουφίσουμε όσους έχουν πληγεί περισσότερο από την εξαετή λιτότητα. Ενός παράλληλου προγράμματος που σπεύσαμε να διαμορφώσουμε αμέσως μετά τη συμφωνία του Ιουλίου, εναλλακτικά προς το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, που ακυρώθηκε από τις συνθήκες.

Παράλληλα, με αλλεπάλληλες ενέργειες, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, γίνεται προσπάθεια να χτιστούν συμμαχίες που θα επιτρέψουν συν τω χρόνω αλλαγές στη διεθνή θέση της χώρας, πολιτικές που θα συμβάλουν στην ανάπτυξη και άρα στην καταπολέμηση της ανεργίας, που είναι η αιτία πολλών κακών και θα ανοίξουν τον δρόμο στην απομείωση του χρόνου που θα βγάλουμε από τον λαιμό μας τον βρόγχο.

Είναι, λοιπόν, όλα καλώς καμωμένα; Προφανώς όχι.

Και πρώτα πρώτα στο κόμμα. Όπου διατηρούνται όλες οι παθογένειες του παρελθόντος και προστέθηκε και η αποψίλωση στελεχών που τραβήχτηκαν σε κυβερνητικά και κρατικά καθήκοντα. Όπου οι τάσεις εξακολουθούν να λειτουργούν στρεβλά, ως κόμμα μέσα στο κόμμα, αν και με τρόπο σαφώς βελτιωμένο σε σχέση με το παρελθόν.

Έφυγαν οι «αριστεροί» από το κόμμα και σπεύσαμε να ξαναχωριστούμε σε νεοαριστερούς και δεξιούς. Σε προεδρικούς και αντιφρονούντες. Είναι στο DNA μας; Πιθανόν… Οι συνθήκες όμως τώρα μας υποχρεώνουν σε μεγαλύτερη προσοχή και πιο σφιχτή ενότητα και συσπείρωση, αν δεν θέλουμε να υποστούμε μια νέα, πραγματική και οδυνηρή ήττα. Όπου το Κόμμα πολύ απέχει από το να είναι «κόμμα των μελών». Όπου οι Ο.Μ. ποτέ δεν ρωτιούνται και δεν ζητείται η γνώμη τους για την ανάθεση κυβερνητικών καθηκόντων σε μέλη τους ή σε παράγοντες της περιοχής τους.

Υπάρχουν προβλήματα με την επιδιωκόμενη διεύρυνση του κόμματος; Ασφαλώς! Αυτή η ηλεκτρονική αίτηση εγγραφής και η διαχείρισή της και γενικά η διαδικασία ένταξης νέων μελών μου… κάθεται λίγο στον λαιμό. Παρεμπιπτόντως, δεν θεωρώ ότι ο Αλέξης Τσίπρας επιδιώκει να μας πάει στη Σοσιαλδημοκρατία. Συμμάχους νομίζω ότι αναζητεί σε έναν δύσκολο αγώνα, όπου βίωσε την απόλυτη πολιτική μοναξιά. Και έχουμε, αναμφίβολα, ανάγκη συμμάχων.

Με τις Θέσεις της Κ.Ε. συμφωνώ και θα τις ψηφίσω.

Συμπέρασμα: Πρέπει να αποκτήσουμε κόμμα. Το χρειαζόμαστε τώρα περισσότερο από κάθε άλλη στιγμή στην Ιστορία μας. Τότε και η κυβέρνηση θα υποχρεωθεί να το ακούει και να το παίρνει περισσότερο υπ` όψιν της σε όλα τα επίπεδα.

Τέλος, θεωρώ αρνητικό που πάλι η πολύ αναγκαία προσαρμογή του Καταστατικού στις νέες συνθήκες παραπέμπεται στο μέλλον.

 

* Ο Μανόλης Αναστασιάδης είναι μέλος της Ο.Μ. Αμπελοκήπων Αθήνας

Scroll