“Φαίνεται ότι ο κ. Κυρανάκης δεν ντρέπεται καθόλου. Υπό το φως του μεγαλύτερου δυστυχήματος στον σιδηρόδρομο που έχει δει ποτέ η χώρα, να τολμά να λέει τερατώδη ψέματα. Τι τηλεδιοίκηση παρέδωσε η κυβέρνησή σας, κ. Κυρανάκη; Τον σιδηρόδρομο στον Μπράλο και τον Γοργοπόταμο. Σε αυτή τη γραμμή ποια τηλεδιοίκηση είχε εφαρμοστεί; Εμείς κατεβάσαμε τη γραμμή μετά από 170 χρόνια ελληνικού σιδηροδρόμου. Σας το έχω ξαναπεί. Ακριβώς στον ίδιο διάλογο είχαμε.
Σε ποια υποδομή θα αναπτύσσονταν, λοιπόν, η τηλεδιοίκηση; Παραλάβαμε από εσάς μια σύμβαση που σύμφωνα με το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν ήταν δυνατόν να υλοποιηθεί. Λύσαμε όλα τα νομικά προβλήματα, προχωρήσαμε την τηλεδιοίκηση και εσείς -για σαράντα χιλιάδες ευρώ- δεν είχατε τηλεδιοίκηση στη Λάρισα τη νύχτα της τραγωδίας. Και τολμάτε και κουνάτε το δάχτυλο. Έχουν γίνει οι μεγαλύτερες κινητοποιήσεις από τότε που ιδρύθηκε το ελληνικό κράτος γι αυτή την τραγωδία. Έλεος πια!
Ο σιδηρόδρομος, λοιπόν, κατέβηκε και απέκτησε σύγχρονη διπλή γραμμή επί ΣΥΡΙΖΑ. 2018. Καμία υπερβολή δεν είναι αυτή. Καμία υπερβολή.
75% ολοκληρωμένη διοίκηση και την πήγατε στο 80. Για τέσσερα χρόνια (σ.σ. ως τη βραδιά του δυστυχήματος των Τεμπών) δεν κάνατε απολύτως τίποτα. Και σας ρωτώ: Ακόμα και αν δεν καταφέρνατε να ολοκληρώσετε την τηλεδιοίκηση, αυτά τα 40 χιλιάρικα για την τηλεδιοίκηση της Λάρισας, τα μηχανήματα που έβλεπαν μέχρι την Κατερίνη γιατί δεν τα είχατε εγκαταστήσει και το κάνατε τέσσερις εβδομάδες μετά την τραγωδία; Και τολμάτε και μιλάτε!
Τέσσερα χρόνια από τον Ιούλιο του 2019, που έπιασε η φωτιά στον σταθμό της Λάρισας, το είχατε αφήσει ερείπιο και πήγε ο ανεκδιήγητος Παπαδόπουλος και έλεγε «τέλος» στον συνδικαλιστή σας, για να μη δει ο ελληνικός λαός ότι είναι ερειπωμένα τα πράγματα εκεί. Με τους αχθοφόρους που τους κάνετε σταθμάρχες. Ντροπή, επιτέλους! Ζητήστε μια συγγνώμη. Αφήστε την αντιπολίτευση, εμείς σας έχουμε μάθει, έχουμε συνηθίσει στη διαστρέβλωση, τη συκοφαντία, τα στησίματα, τις χυδαιολογίες. Ζητήστε μία συγγνώμη από τον κόσμο που ακούει. Πείτε ότι θα διορθωθείτε. Έξι χρόνια μετά, επτά χρόνια μετά. Πείτε κάτι! “