Παρακολουθώντας τη ρητορική του αντιπάλου, κυρίαρχα της ΝΔ αλλά και των υπόλοιπων εκφραστών του αστικού μπλοκ, διαπιστώνει κανείς ότι ένα κεντρικό εργαλείο επίθεσης στο ΣΥΡΙΖΑ και σε αυτή την κυβέρνηση δεν είναι τόσο μια προσπάθεια να καταδειχθεί το ότι «εμείς θα τα κάναμε καλύτερα». Υπάρχει φυσικά και αυτό, αλλά νομίζω ότι τίθεται σε δεύτερη μοίρα.
Το κυρίαρχο αφήγημα είναι το εξής: «το μνημόνιο είναι ένα και μοναδικό, αναπόφευκτο, όλοι είμαστε κοινωνοί του. Ο ΣΥΡΙΖΑ είπε ψέματα στο λαό ότι θα μπορούσε να το καταργήσει, τώρα το εφαρμόζει. Και συνεχίζει να λέει ψέματα ότι μπορεί να αμβλύνει τις πολιτικές του μνημονίου». Τώρα τελευταία το αφήγημα αυτό έχει προχωρήσει: «Γενικά, ό,τι λέει ο Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ψέματα. Μη δίνετε σημασία!». Και η εξήγηση: «Γιατί λένε ψέματα; Μα φυσικά γιατί το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι η εξουσία»…
Επομένως, αυτό που ο αντίπαλος προτάσσει ως διαχωριστική γραμμή, δεν είναι τόσο η υπεροχή της δικής του πολιτικής πρότασης, του δικού του σχεδίου, όσο το γεγονός ότι «εκπροσωπεί» την αλήθεια απέναντι στο ψέμα (ή το «λαϊκισμό» κλπ.). Αξίζει να παρατηρήσει κανείς ότι η χρήση του όρου «αλήθεια» έχει πολύ κομβικό ρόλο στη ρητορεία του Κυριάκου Μητσοτάκη τους τελευταίους μήνες. Εδώ και καιρό μιλά για «μια συμφωνία αλήθειας» με τους πολίτες και το τελευταίο διάστημα τιτλοφορεί έτσι την καμπάνια για τη δική του πρόταση διακυβέρνησης. «Συμφωνία αλήθειας» έγραφε το φόντο όταν μιλούσε ο Μητσοτάκης στη ΔΕΘ, και αυτή η φρασεολογία βρισκόταν παντού στην ατμόσφαιρα. «Ρεαλισμός, αλήθεια και κοινή λογική η στρατηγική Μητσοτάκη» ήταν ο τίτλος ενός άρθρου στο «Βήμα» στα τέλη Αυγούστου…
Αυτή η ρητορική αποτελεί, πρώτα απ’ όλα, μια επικοινωνιακή τακτική που στόχο έχει να «πατήσει» πάνω στο συμβιβασμό του καλοκαιριού του 2015, ώστε να διεμβολίσει τα κοινωνικά ακροατήρια του ΣΥΡΙΖΑ και να καλλιεργήσει το αίσθημα της εξαπάτησης, της αδικίας, παρουσιάζοντας στον αντίποδα το Μητσοτάκη ως «μετρημένο» και «ειλικρινή».
Πίσω όμως από μια επικοινωνιακή τεχνική, δια χειρός Θεοδωρικάκου, αυτό που κάνει η νέα ηγεσία της ΝΔ (και όσοι απ’ το συστημικό μπλοκ επιστρατεύουν το ίδιο αφήγημα) είναι κάτι πολύ βαθύτερο. Είναι μία μάχη ιδεολογίας. Γνωρίζουμε από παλιά και από τη θεωρητική συνεισφορά στο συγκεκριμένο θέμα, ότι ένα από τα προσδιοριστικά χαρακτηριστικά της ιδεολογίας είναι η διαχωριστική «αλήθεια/ψεύδος». Η ιδεολογία μπορεί να νοηθεί ως ένας «Λόγος» που διαδραματίζει ρόλο συγκροτητικό για το υποκείμενο και για να το κάνει αυτό, του φτιάχνει ένα πλαίσιο αλήθειας. Με αυτή την έννοια, ο τρόπος που το υποκείμενο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τον κόσμο, δεν είναι προϊόν μιας αυθύπαρκτης εσωτερικής αλήθειας, αλλά προϊόν των κοινωνικών σχέσεων και των αντίρροπων κοινωνικών δυνάμεων που προτάσσουν ανταγωνιστικά πλαίσια αλήθειας. Έτσι, η «αλήθεια» δεν είναι ποτέ φυσικά μία και μοναδική αλλά έχει πάντοτε ως υπόβαθρο τη σύγκρουση και τη μάχη για την ηγεμονία.
Οι Hall και Gieben, εξηγώντας το όρο «Λόγος» (discourse), αναφέρονται στον τρόπο με τον οποίο τον χρησιμοποιεί στο έργο του ο Γάλλος φιλόσοφος Μισέλ Φουκώ:
«Ο Φουκώ υποστηρίζει ότι οι δηλώσεις σχετικά με τον κοινωνικό, πολιτικό ή ηθικό κόσμο σπανίως είναι απλώς αληθείς ή ψευδείς. Τα δε «γεγονότα» δε μας καθιστούν ικανούς να αποφασίζουμε οριστικά σχετικά με την αλήθεια ή το ψεύδος τους, εν μέρει επειδή τα γεγονότα μπορούν να ερμηνευθούν με διαφορετικούς τρόπους”. (1)
Με αυτή την έννοια, κάποιος μπορεί να δει στους πρώτους μήνες του ’15 τον ιστορικό αγώνα ενός λαού για την αποδέσμευση από τη λιτότητα και άλλος μπορεί να δει μία παρακινδυνευμένη πολιτική που «μας φόρτωσε κι άλλα δις στο χρέος»… Και τα δύο μπορεί να στηριχθούν σε «γεγονότα», αλλά το ποια άποψη επικρατεί είναι ζήτημα ηγεμονίας…
Επιστρέφοντας στο τώρα. Μία από τις χειρότερες επιπτώσεις του τρίτου μνημονίου, πέρα από το κυριότερο που είναι τα αποτυπώματα που αφήνει στην κοινωνία, είναι ότι δίνει ιδεολογικό χώρο στον αντίπαλο ώστε να «γιορτάσει» το μνημονιακό του ρεαλισμό, να παρουσιάσει αυτή την πολιτική ως μοναδική και «αληθινή».
Μάλιστα, η διαφορά του Κυριάκου Μητσοτάκη σε σχέση με τους προηγούμενους εκπροσώπους αυτής της πολιτικής είναι ότι αυτός χαρακτηρίζεται από ό,τι σχηματικά θα μπορούσαμε να πούμε «απενοχοποιημένο νεοφιλελευθερισμό». Το νεοφιλελεύθερο σχέδιο, που υπέστη μια σημαντική πολιτική ήττα με την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση (και την υπομένει με την παραμονή του), προσπαθεί να πάρει τη ρεβάνς προτάσσοντας ένα πέρα για πέρα θετικό και οραματικό αφήγημα.
«Σήμερα είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαίο να συν-διαμορφώσουμε ένα συλλογικό εθνικό όραμα για τη μετά το Μνημόνιο Ελλάδα […] Αυτής που επιδιώκει την αριστεία και την επιβράβευση σε κάθε τομέα της οικονομικής και κοινωνικής ζωής […] Μόνο η κοινωνική οικονομία της αγοράς μπορεί να παράγει πλούτο για όλους, να προσελκύσει επενδύσεις, να δημιουργήσει νέες δουλειές», έλεγε ο Κ. Μητσοτάκης στη ΔΕΘ.
Ήρθε η ώρα για μικρότερο κράτος, λιγότερους φόρους για τους πλούσιους (αφού εκείνοι φέρνουν δουλειές), για εργασιακή επισφάλεια (καλύτερα έτσι παρά στην ανεργία). Μνημόνιο με κέφι, όχι ψέματα και λαϊκισμός…
«Εντάξει, αν ειπώθηκαν και κάποιες υπερβολές»…
Είναι δυσάρεστο, ωστόσο, αυτή η ρητορική του αντιπάλου να έχει αντανάκλαση στο δικό μας δημόσιο λόγο, αλλά και στους δικούς μας προβληματισμούς και την εσωτερική μας κουβέντα. Είναι δυσάρεστο να ακούς εκπροσώπους του ΣΥΡΙΖΑ στη δημόσια σφαίρα αλλά και συντρόφους στις μεταξύ μας συζητήσεις να λένε «πριν τις πρώτες εκλογές του ’15, ειπώθηκαν και κάποιες υπερβολές / το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης δεν ήταν ρεαλιστικό…». Ακόμα και ο σ. πρόεδρος, σε μια έντονη αντιπαράθεση στη Βουλή, υποστήριξε ότι ίσως να διακατεχόμασταν από «αυταπάτες»…
Αυταπάτες, προεκλογικές κορώνες, υπερβολές, μπορούμε να δεχτούμε ότι υπήρξαν. Είναι όμως αυτή η μεγάλη εικόνα; Είναι «αυτό που πληρώνουμε τώρα»; Σαφέσταστα όχι. Αντίθετα, αυτό είναι που επιδιώκει να περάσει ο αντίπαλος και πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί. Γιατί δεν πρέπει να τον αφήνουμε να μας κινητοποιεί ενοχές σχετικά με το δίκαιο του αγώνα ενάντια στη λιτότητα. Τα λάθη, τις όποιες αυταπάτες μπορούμε να τα εντοπίσουμε στον τρόπο που δώσαμε τη μάχη, στην ανάλυση της συγκυρίας και του συσχετισμού δυνάμεων. Αλλά όχι στο δίκαιο και στην «αλήθεια» του στόχου μας.
Αυτή η συζήτηση, βέβαια, δεν αφορά τόσο το πώς μιλάμε για το παρελθόν ούτε βγάζει το άγχος ότι πρέπει να δηλώνουμε ότι διαφωνούμε με το μνημόνιο (παρ’ ότι και αυτά έχουν τη σημασία τους). Κυρίως αφορά το πώς σχεδιάζουμε την πολιτική μας στο παρόν και το μέλλον. Ο στόχος της απεμπλοκής από το νεοφιλελεύθερο σχέδιο και την επιτροπεία πρέπει να υπάρχει στο στρατηγικό ορίζοντα, αλλά πρέπει να φτιάχνει μέτωπα και μέσα στα επόμενα χρόνια, τα χρόνια της επιτροπείας.
Πού να αναζητάμε τέτοια μέτωπα; Στη μάχη που δίνουμε για την εργασιακή πραγματικότητα όχι μόνο στη διαπραγμάτευση, αλλά και στην καθημερινότητα της μαύρης εργασίας, στην εργοδοτική αυθαιρεσία, στον κατακερματισμό των δικαιωμάτων των νέων ανθρώπων. Εκεί που μέχρι στιγμής έχουμε αποδειχθεί κατώτεροι των περιστάσεων. Στον τρόπο που μιλάμε για τη «δίκαιη ανάπτυξη», σύνθημα που πρέπει να αποκτήσει συγκεκριμένο σχέδιο και περιεχόμενο. Ποτέ, ως χώρος, δε μιλούσαμε γενικά και αόριστα για θέσεις εργασίας, για επενδύσεις, χωρίς να κοιτάμε το κοινωνικό τους πρόσημο, το αποτύπωμά τους στο περιβάλλον και φυσικά το τι δικαιώματα συνεπάγονται. Σπάνια λέγαμε απλά για «ανάπτυξη», πάντοτε μιλούσαμε για παραγωγική ανασυγκρότηση, δηλαδή για το τι πρέπει να αναπτυχθεί, σε ποιο τομέα, με ποιο τρόπο…
Εν όψει συνεδρίου και της κουβέντας που θα γίνει για την επόμενη μέρα, πρέπει να σκεφτούμε πώς, βήμα – βήμα, θα φτιάξουμε ένα σχέδιο ώστε η πάλη με το νεοφιλελευθερισμό να «παίζεται» στο σήμερα, σε πεδία έξω από τη συμφωνία ή ακόμα και μέσα σε αυτήν, σε σημεία που δε βλέπει τόσο ο αντίπαλος. Η πορεία για την απεμπλοκή από την επιτροπεία δε θα είναι επ’ ουδενί, ομαλή, γραμμική και χωρίς συγκρούσεις… Μόνο έτσι όμως θα συνεχίσουμε να εκφράζουμε κάτι διαφορετικό. Όχι για το ΣΥΡΙΖΑ ή για την «τιμή της Αριστεράς», αλλά για να μην ηττηθεί η πεποίθηση ότι μπορεί να υπάρξει και μία άλλη διέξοδος από την κρίση που θα βάζει μπροστά τις ανάγκες των πολλών…
Καλό συνέδριο να έχουμε.
* Γιώργος Διάκος, μέλος της Γραμματείας του ΚΣ της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ
1 Hall Stuart, Gieben Bram, Η διαμόρφωση της Νεωτερικότητας, Σαββάλας 2003, σελ. 426.