Άρθρο του Όθωνα Ηλιόπουλου, Βουλευτή Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και Τομεάρχη Απόδημου Ελληνισμού στην Εφημερίδα των Συντακτών
Η κρίση που διαπερνά το Δημοκρατικό Κόμμα των ΗΠΑ σήμερα δεν είναι δυσεξήγητη ούτε και το πώς έφτασε σε αυτό το σημείο προκαλεί έκπληξη. Σίγουρα θα μπορούσε να είναι ένα μάθημα προς αποφυγήν. Η κρίση αυτή είναι αποτέλεσμα των εμποδίων που υπήρξαν στην όποια διαδικασία ανανέωσης του κόμματος. Οι παραδοσιακοί κομματικοί μηχανισμοί της Νάνσι Πελόζι και των Κλίντον ήλεγξαν ασφυκτικά την ανάδειξη νέων στελεχών στο κόμμα και το έστρεψαν δεξιότερα, τη στιγμή που η αριστερή πτέρυγα, που εκφραζόταν από τον Μπέρνι Σάντερς, αποκλείστηκε από τις διαδικασίες του Δημοκρατικού Κόμματος.
Η παραίτηση του μέχρι τώρα υποψηφίου των Δημοκρατικών για την προεδρία των ΗΠΑ και σημερινού προέδρου Μπάιντεν δεν αποτέλεσε κεραυνό εν αιθρία.
Στις τελευταίες εμφανίσεις του προέδρου τα σημάδια της σωματικής και πνευματικής του έκπτωσης ήταν έκδηλα. Ο χρόνος βέβαια της παραίτησης συνδέεται τόσο με το πώς αποτιμήθηκε η εικόνα του στο πρόσφατο debate όσο και με την απόπειρα δολοφονίας κατά του Τραμπ, εξέλιξη που αλλάζει το πολιτικό τοπίο δραματικά καθώς πλέον ο Τραμπ προβάλλεται ως ένας ηγέτης υπό διωγμόν.
Κυρίαρχο ρόλο όμως στην απόσυρση από την προεδρική εκστρατεία έπαιξε σαφώς και η ανάκληση χορηγιών εκατομμυρίων δολαρίων προς το Δημοκρατικό Κόμμα από πλούσιους χορηγούς. Το καθεστώς των χορηγιών διαμορφώνει ένα προβληματικό σύστημα που παραμορφώνει πολύ επικίνδυνα τις δημοκρατικές διαδικασίες στο πολιτικό σκηνικό των ΗΠΑ, καθώς επί της ουσίας συνιστά ένα είδος νομιμοποίησης της διαπλοκής. Στις ΗΠΑ δεν μπορεί κανείς να ενισχύσει άμεσα έναν υποψήφιο με ποσόν μεγαλύτερο των 10.000 δολαρίων. Μπορεί όμως να δώσει απεριόριστο ποσόν χρημάτων σε ένα fund που χρηματοδοτεί την καμπάνια του υποψηφίου (τα λεγόμενα Super PACs).
Η βουλεύτρια από τη Νέα Υόρκη, Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ, που εκφράζει την αριστερή πτέρυγα του Δημοκρατικού Κόμματος, κατέδειξε ότι ο ισχύων νόμος που αφορά τις χορηγίες δεν προστατεύει επί της ουσίας το δημόσιο συμφέρον, καθώς δεν υπάρχει καμία απολύτως νομοθεσία που να διασφαλίζει ότι το νομοθετικό έργο όποιου εκλεγεί δεν θα είναι προϊόν συναλλαγής, βάσει των συμφερόντων οικονομικών ή επαγγελματικών κλάδων που είχαν χρηματοδοτήσει τις πολιτικές εκστρατείες υποψηφίων. Μία τρομακτική περιγραφή της δύναμης των δωρητών υπάρχει σε αναρτηθέν βίντεο της γερουσιαστή (https://www.youtube.com/watch?v=j_gxiMTIudA).
Το ίδιο φαινόμενο της απόλυτης κυριαρχίας των «φιλανθρωπικών» παροχών παρατηρήσαμε πρόσφατα και στα Πανεπιστήμια των ΗΠΑ. Η απόσυρση των δωρεών από διάσημα Πανεπιστήμια όπως Χάρβαρντ, Κολούμπια, της Πενσιλβάνια, οδήγησε μέσα σε λίγες μέρες όχι μόνο στην αλλαγή της στάσης τους στην αντιμετώπιση των φοιτητικών διαμαρτυριών αλλά και στην αλλαγή προέδρου του Πανεπιστημίου. Η προσεκτική παρατήρηση των παραπάνω επιδράσεων δημιουργεί μεγάλες ανησυχίες και ερωτήματα, από το ποιος ελέγχει τελικά τη νομοθετική εξουσία της λεγόμενης «δημοκρατίας» στον καπιταλισμό μέχρι το πού βασίζεται η «αυτοτέλεια» της μη κρατικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Η κρίση που διαπερνά το Δημοκρατικό Κόμμα των ΗΠΑ σήμερα δεν είναι δυσεξήγητη ούτε και το πώς έφθασε σε αυτό το σημείο προκαλεί έκπληξη. Σίγουρα θα μπορούσε να είναι ένα μάθημα προς αποφυγήν. Η κρίση αυτή είναι αποτέλεσμα των εμποδίων που υπήρξαν στην όποια διαδικασία ανανέωσης του κόμματος. Οι παραδοσιακοί κομματικοί μηχανισμοί της Νάνσι Πελόζι και των Κλίντον ήλεγξαν ασφυκτικά την ανάδειξη νέων στελεχών στο κόμμα και το έστρεψαν δεξιότερα, τη στιγμή που η αριστερή πτέρυγα, που εκφραζόταν από τον Μπέρνι Σάντερς, αποκλείστηκε από τις διαδικασίες του Δημοκρατικού Κόμματος. Ο κλασικός κομματικός μηχανισμός κινήθηκε συστηματικά εναντίον του Σάντερς. Ο Ομπάμα επικράτησε αυτού του μηχανισμού εν μέρει λόγω του εξαιρετικά χαρισματικού χαρακτήρα του αλλά επίσης (και ίσως κυρίως) λόγω της υποστήριξης από τον μακαρίτη πια γερουσιαστή Κένεντι (η οικογένεια Κένεντι έδρασε ως το αντίπαλον δέος των Κλίντον μέσα στο κόμμα).
Το αποτέλεσμα ήταν η επικράτηση μιας συντηρητικής πολιτικής που δεν επέτρεψε την ανανέωση στελεχών και παραγνώριζε συστηματικά το γεγονός ότι θα έπρεπε να υπάρχει πολύ μεγαλύτερη επαφή με τον κόσμο. Δεν πρέπει να ξεχνούμε, είπε η Οκάσιο-Κορτέζ, πως ό,τι θετικό έκανε ο Μπάιντεν, την περίοδο της διακυβέρνησής του, έγινε κάτω από την πίεση της ομάδας των αριστερών που προσπάθησαν να ενισχύσουν με κοινωνικά μέτρα το πρόγραμμά του (Democratic Socialists of America, DSA, η αριστερή συνιστώσα του Δημοκρατικού Kόμματος).
Φωτογραφία: EUROKINISSI/ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ