Κοινή Ανακοίνωση του Τμήματος Ενέργειας & Περιβάλλοντος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και του Τομεάρχη της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Χρήστου Γιαννούλη για τις κυβερνητικές εξαγγελίες για το ενεργειακό κόστος
Η σημερινή παρουσίαση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας για σταδιακή μείωση της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος κατά 30% έως το 2029 αποτελεί έμμεση παραδοχή της αποτυχίας της κυβερνητικής πολιτικής των τελευταίων ετών να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το υψηλό ενεργειακό κόστος.
Μετά από χρόνια ενεργειακής ακρίβειας, η κυβέρνηση ζητά από νοικοκυριά και επιχειρήσεις να περιμένουν έως το 2029 για μια μείωση που σήμερα αποτελεί στόχο και όχι εγγυημένο αποτέλεσμα.
Από τη σημερινή παρουσίαση προκύπτουν έξι κρίσιμα ζητήματα που απαιτούν καθαρές απαντήσεις:
1. Το «30% έως το 2029» – από ποια τιμή και με ποια εγγύηση;
Δεν έχει εξηγηθεί από ποια τιμή βάσης υπολογίζεται το 30%, ποια θα είναι η πορεία της μείωσης ανά έτος και, κυρίως, ποιος μηχανισμός θα εξασφαλίσει ότι θα φτάσει πράγματι στον λογαριασμό.
Την ίδια στιγμή, το ίδιο το ΥΠΕΝ αναφέρει ότι η Ελλάδα είναι πλέον καθαρός εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας και ότι το σχετικό εμπορικό πλεόνασμα προσεγγίζει το 1 δισ. ευρώ.
Αν το ενεργειακό πλεονέκτημα υπάρχει ήδη, γιατί δεν το βλέπει ο πολίτης στον λογαριασμό του; Γιατί πρέπει να περιμένει έως το 2029;
2. ΑΠΕ, αποθήκευση και δίκτυα – ποιος καρπώνεται το όφελος;
Οι επενδύσεις σε ΑΠΕ, δίκτυα, διασυνδέσεις και αποθήκευση είναι αναγκαίες και ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ τις υποστηρίζει. Όμως οι ΑΠΕ έχουν ήδη συμβάλει στη μείωση της τιμής στην Αγορά Επόμενης Ημέρας, χωρίς το όφελος να μεταφέρεται αντίστοιχα στη λιανική.
Η κυβέρνηση οφείλει όμως να απαντήσει και σε ένα ακόμη κρίσιμο ερώτημα: γιατί χρειάστηκαν επτά χρόνια διακυβέρνησης για να αναγνωρίσει στην πράξη τον κρίσιμο ρόλο της αποθήκευσης και να προχωρήσει μόλις τώρα στην ανάπτυξή της σε ουσιαστική κλίμακα;
Η έγκαιρη ανάπτυξη συστημάτων αποθήκευσης θα επέτρεπε μεγαλύτερη αξιοποίηση της φθηνής παραγωγής από ΑΠΕ, περιορισμό των περικοπών και μικρότερη εξάρτηση από ακριβές θερμικές μονάδες στις ώρες που δεν υπάρχει επαρκής παραγωγή από ΑΠΕ. Θα μπορούσε, συνεπώς, να έχει συμβάλει νωρίτερα και στη συγκράτηση του κόστους στην Αγορά Εξισορρόπησης.
Ποιο ήταν το κόστος αυτής της καθυστέρησης για τους καταναλωτές και ποιοι ωφελήθηκαν από μια αγορά που επί χρόνια παρέμεινε περισσότερο εξαρτημένη από τις μονάδες φυσικού αερίου για την κάλυψη των αναγκών εξισορρόπησης;
Το κόστος της αγοράς εξισορρόπησης, οι στρεβλώσεις στη λειτουργία της αγοράς και τα υψηλά περιθώρια κέρδους εξακολουθούν να επιβαρύνουν την τελική τιμή.
Δεν είναι αποδεκτό η κοινωνία να χρηματοδοτεί την ενεργειακή μετάβαση, να αυξάνεται η φθηνή παραγωγή από ΑΠΕ και ο καταναλωτής να εξακολουθεί να πληρώνει ακριβό ρεύμα.
Απαιτούνται διαφάνεια, ουσιαστική εποπτεία της αγοράς και έλεγχος των ακραίων περιθωρίων κέρδους.
3. ΥΚΩ και διασυνδέσεις – πού αποτυπώνεται η εξοικονόμηση;
Η μείωση κατά 50% της πρώτης κλίμακας των ΥΚΩ από το 2027 είναι θετική. Δεν μπορεί όμως να αποσυνδέεται από τη μεγάλη εξοικονόμηση που έχουν ήδη δημιουργήσει οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις.
Σύμφωνα με τον ΑΔΜΗΕ, για την περίοδο 2026–2030 η εξοικονόμηση ΥΚΩ από τις διασυνδέσεις Κρήτης και Κυκλάδων εκτιμάται κατά μέσο όρο στα 550 εκατ. ευρώ ετησίως, ενώ το καθαρό οικονομικό όφελος για τους καταναλωτές από τις νέες διασυνδέσεις εκτιμάται σε πάνω από 400 εκατ. ευρώ ετησίως.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση υπολογίζει σε 50 εκατ. ευρώ ετησίως το κόστος της μείωσης της πρώτης κλίμακας των ΥΚΩ, ενώ προβλέπει και επιχορήγηση του λογαριασμού ΥΚΩ με 200 εκατ. ευρώ από τον κρατικό προϋπολογισμό για το 2027.
Πώς αξιοποιούνται οι εξοικονομήσεις των διασυνδέσεων; Ποια είναι η πραγματική κατάσταση του ειδικού λογαριασμού ΥΚΩ και γιατί το όφελος δεν έχει αποτυπωθεί νωρίτερα και σε μεγαλύτερη έκταση στους λογαριασμούς των καταναλωτών;
Το όφελος των διασυνδέσεων δεν αποτελεί κυβερνητική παροχή. Πρέπει να επιστρέφει με διαφάνεια στην κοινωνία.
4. Ρευματοκλοπές και ληξιπρόθεσμες οφειλές – η ενεργειακή φτώχεια δεν είναι παραβατικότητα
Η αντιμετώπιση των ρευματοκλοπών και των στρατηγικών κακοπληρωτών είναι αναγκαία. Η κυβέρνηση όμως δεν μπορεί να περιορίζεται στη διαπίστωση του προβλήματος.
Από τα μέχρι σήμερα δημοσιευμένα στοιχεία προκύπτει ότι ο περιορισμός των μη τεχνικών απωλειών εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρή εκκρεμότητα, παρά τους σχετικούς στόχους που τίθενται από τη ΡΑΑΕΥ. Ερωτήματα προκαλεί και το γεγονός ότι στο Σχέδιο Ανάπτυξης Δικτύου 2026–2030 δεν αποτυπώνεται συγκεκριμένος ετήσιος στόχος μείωσης του ποσοστού των μη τεχνικών απωλειών.
Παράλληλα, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ έχει ήδη αναδείξει κοινοβουλευτικά καταγγελίες για αυθαίρετους και ατεκμηρίωτους καταλογισμούς ρευματοκλοπής σε καταναλωτές, χωρίς επαρκή τεχνικό έλεγχο και τεκμηρίωση.
Η αντιμετώπιση των πραγματικών ρευματοκλοπών απαιτεί αποτελεσματικούς ελέγχους και αξιόπιστες διαδικασίες, με πλήρη προστασία των καταναλωτών από άδικους καταλογισμούς.
Ταυτόχρονα, δεν μπορεί να συγχέεται η στρατηγική αθέτηση πληρωμών με την πραγματική αδυναμία νοικοκυριών και μικρών επιχειρήσεων.
Άλλο ο στρατηγικός κακοπληρωτής και άλλο ο πολίτης που δεν μπορεί να πληρώσει τον λογαριασμό του. Η ενεργειακή φτώχεια δεν είναι παραβατικότητα. Είναι κοινωνικό πρόβλημα που απαιτεί κοινωνική πολιτική.
Η κυβέρνηση οφείλει να εξασφαλίσει σαφή διάκριση και ουσιαστική προστασία των πραγματικά ευάλωτων καταναλωτών.
5. Αυτοπαραγωγή και εξοικονόμηση – όχι μόνο για τους μεγάλους
Η εξαγγελία νέου πλαισίου για την ενεργειακή αυτονομία επιχειρήσεων και ΟΤΑ κινείται στη σωστή κατεύθυνση. Μένει όμως να αποδειχθεί ποιοι θα μπορούν πραγματικά να αξιοποιήσουν αυτή τη δυνατότητα.
Χρειάζεται ουσιαστική πρόσβαση στην αυτοπαραγωγή, την αποθήκευση και στον διαθέσιμο ηλεκτρικό χώρο για ΟΤΑ, ενεργειακές κοινότητες, μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αγρότες και νοικοκυριά.
Η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να αποτελεί προνομιακό πεδίο των μεγάλων ενεργειακών ομίλων.
Αντίστοιχα, τα προγράμματα εξοικονόμησης πρέπει να είναι πραγματικά προσβάσιμα στα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα και στα ενεργειακά ευάλωτα νοικοκυριά.
6. Βιομηχανία – το CISAF πρέπει να αξιοποιηθεί τώρα
Η μείωση των ΥΚΩ για τη βιομηχανία είναι μέτρο ανακούφισης, αλλά δεν αρκεί για να αντιμετωπίσει το σοβαρό ανταγωνιστικό μειονέκτημα του ενεργειακού κόστους.
Η κυβέρνηση οφείλει να αξιοποιήσει άμεσα τις δυνατότητες του ευρωπαϊκού πλαισίου CISAF (Clean Industrial Deal State Aid Framework) για στοχευμένη στήριξη επιχειρήσεων που είναι εκτεθειμένες στον διεθνή ανταγωνισμό και αντιμετωπίζουν υψηλό ενεργειακό κόστος, με σαφείς δεσμεύσεις για επενδύσεις στην ενεργειακή μετάβαση, διατήρηση της παραγωγής και προστασία των θέσεων εργασίας.
Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ επιμένει σε ουσιαστική εποπτεία και διαφάνεια στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και στην αγορά εξισορρόπησης, περιορισμό των ακραίων περιθωρίων κέρδους, ανάπτυξη δικτύων και αποθήκευσης, ενίσχυση της αυτοπαραγωγής και των ενεργειακών κοινοτήτων και αξιοποίηση των ευρωπαϊκών εργαλείων για τη μείωση του ενεργειακού κόστους της παραγωγής.
Η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να είναι μια μετάβαση στην οποία τα οφέλη ιδιωτικοποιούνται και το κόστος κοινωνικοποιείται.
Το ενεργειακό πλεονέκτημα της χώρας πρέπει να μεταφράζεται σε χαμηλότερους λογαριασμούς, ανταγωνιστικότερη παραγωγή και πραγματικό κοινωνικό όφελος.
Οι πολίτες πληρώνουν σήμερα. Δεν μπορούν να περιμένουν έως το 2029.