Στην Επιτροπή Συνταγματικής Αναθεώρησης της Βουλής, κατά τη συζήτηση για τα άρθρα 29 και 73, τοποθετήθηκε ο Βουλευτής Κορινθίας ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Γιώργος Ψυχογιός, ασκώντας κριτική στις προτάσεις της κυβερνητικής πλειοψηφίας και στη χαώδη απόσταση ανάμεσα στις διακηρύξεις της κυβέρνησης και στην πραγματική κοινοβουλευτική και θεσμική της πρακτική.
Άρθρο 29: «Συνταγματικός λαϊκισμός» από κόμμα με 600 εκατ. τραπεζικά χρέη
Ο Γ. Ψυχογιός υπογράμμισε ότι τα πολιτικά κόμματα είναι αναγκαία στη δημοκρατία, επικαλούμενος τη φράση του Αντόνιο Γκράμσι για τον «συλλογικό διανοούμενο», αλλά και ως φορείς ιδεών και προτάσεων, που οφείλουν να ανατροφοδοτούνται διαρκώς από την κοινωνία. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, όπως τόνισε, κάνει ακριβώς το αντίθετο: συμβάλλει στην απαξίωση των θεσμών, όπως αποτυπώνουν τα πρόσφατα στοιχεία του ΟΟΣΑ: μόλις 15% εμπιστοσύνη στα κόμματα, 25% στο Κοινοβούλιο, 18% στα ΜΜΕ, κλπ.
Χαρακτήρισε την πρόταση της πλειοψηφίας για το άρθρο 29 «συνταγματικό εντυπωσιασμό» και «συνταγματικό λαϊκισμό», επισημαίνοντας ότι το Σύνταγμα ήδη προβλέπει την υποχρέωση των κομμάτων να υπηρετούν τη δημοκρατία. Ξεκαθάρισε, επίσης, ότι έχει σημασία ποιός προτείνει τέτοιες διατάξεις: ένα κόμμα, όπως η ΝΔ, που λειτουργεί με υπερσυγκεντρωτισμό τόσο εσωτερικά όσο και στο κράτος μέσω του «επιτελικού» μοντέλου και της λογικής του κράτους-λάφυρο, που αναπτύσσει βαθιά πελατειακά δίκτυα μέσα από τη δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τον ΟΠΕΚΕΠΕ και που αντιμετωπίζει δανειακές υποχρεώσεις προς τις τράπεζες που προσεγγίζουν τα 600 εκατ. ευρώ χωρίς καμία ουσιαστική συνέπεια, τη στιγμή που πολίτες χάνουν το σπίτι τους για οφειλές μερικών δεκάδων χιλιάδων Ευρώ.
Άρθρο 73: Καλή νομοθέτηση που η κυβέρνηση «ποδοπατάει» καθημερινά
Στο άρθρο 73 και την αρχή της καλής νομοθέτησης, ο βουλευτής επισήμανε την κεντρική αντίφαση: η κυβέρνηση επιχειρεί να κατοχυρώσει συνταγματικά αρχές που η ίδια παραβιάζει συστηματικά και προκλητικά. Η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία που εισήχθη στην προηγούμενη αναθεώρηση το 2019 παραμένει ανενεργή. Ο εφαρμοστικός νόμος δεν έχει ψηφιστεί ακόμη, παρά τα κοινωνικά αιτήματα και τις συλλογές υπογραφών.
Κατήγγειλε συγκεκριμένες παθογένειες: την κατά συρροή κατάθεση άσχετων τροπολογιών σε Νομοσχέδια διαφορετικού αντικειμένου και, μάλιστα, την τελευταία στιγμή εξουδετερώνοντας τον κοινοβουλευτικό έλεγχο, την ενσωμάτωση αμφιλεγόμενων διατάξεων σε τροπολογίες με θετικές ρυθμίσεις για να εκτίθεται πολιτικά η αντιπολίτευση, τον αποκλεισμό φορέων από τις ακροάσεις των Επιτροπών, τον «βομβαρδισμό» της Βουλής με ογκώδη Νομοσχέδια εκατοντάδων άρθρων, όπως τα Ν/Σ του Υπουργείου Δικαιοσύνης, που δημιουργούν υπέρμετρες δυσκολίες εφαρμογής στη νομική κοινότητα, τη διοίκηση και τους πολίτες.
Κλείνοντας την παρέμβασή του, υπογράμμισε ότι ο πραγματικός σεβασμός στον πολίτη και την καλή νομοθέτηση δεν κρίνεται από συνταγματικές διακηρύξεις χωρίς αντίκρισμα, αλλά από τη λειτουργία της Βουλής, την ουσιαστική διαβούλευση, την πραγματική συμμετοχή των κοινωνικών φορέων, τη θεσμική σοβαρότητα και την αίσθηση των πολιτών ότι τα αιτήματά τους συζητούνται και λαμβάνονται υπόψη.
Όπως τόνισε, μόνο έτσι μπορεί να ενισχυθεί η δημοκρατική συμμετοχή, όχι μόνο κάθε τέσσερα χρόνια στην κάλπη, αλλά καθημερινά, σε κάθε γειτονιά, χώρο εργασίας και κοινωνικό πεδίο, όπου τίθενται ζητήματα δικαιωμάτων, θεσμών και δημοκρατίας