Την ανάγκη άμεσης νομοθετικής παρέμβασης για τον εξορθολογισμό της φορολόγησης στις κληρονομιές της Γ’ Κατηγορίας αναδεικνύει με ερώτησή του προς τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ο βουλευτής Λάρισας του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία κ. Βασίλης Κόκκαλης, κάνοντας λόγο για ένα καθεστώς που οδηγεί σε μαζικές αποποιήσεις περιουσιών και τελικά ζημιώνει τόσο τους πολίτες όσο και το ίδιο το Δημόσιο. Την ερώτηση συνυπογράφουν 9 ακόμη βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ.
Ο κ. Κόκκαλης επισημαίνει πως το ισχύον πλαίσιο για τις κληρονομιές συγγενών Γ’ Κατηγορίας χαρακτηρίζεται από «βαθιά οικονομική ασυμμετρία», καθώς προβλέπει ανώτατο φορολογικό συντελεστή που φτάνει το 40%, ενώ το αφορολόγητο όριο περιορίζεται μόλις στις 6.000 ευρώ. Όπως τονίζει, η υπερβολική αυτή επιβάρυνση έχει προκαλέσει «πρωτοφανή έκρηξη» αποποιήσεων κληρονομιάς σε όλη τη χώρα, αφού χιλιάδες πολίτες αδυνατούν να καλύψουν τους φόρους, τα συμβολαιογραφικά έξοδα και τα υπόλοιπα συναφή κόστη.
Στην ερώτησή του υπογραμμίζει πως η κατάσταση αυτή έχει σοβαρές κοινωνικές και δημοσιονομικές συνέπειες. Από τη μία πλευρά, ακίνητα που αποποιούνται οι κληρονόμοι περιέρχονται στο Δημόσιο, χωρίς όμως να αξιοποιούνται, με αποτέλεσμα να απαξιώνονται και να μένουν εκτός οικονομικής δραστηριότητας, στερώντας παράλληλα μελλοντικά έσοδα από φόρους και μισθώματα. Από την άλλη, σημειώνει ότι το υφιστάμενο σύστημα λειτουργεί τιμωρητικά για ανθρώπους που δεν διαθέτουν στενούς συγγενικούς δεσμούς, παρότι συχνά πρόκειται για πρόσωπα που στάθηκαν δίπλα στους διαθέτες και τους φρόντισαν στα τελευταία χρόνια της ζωής τους.
Ο Λαρισαίος βουλευτής εκτιμά ότι η μείωση του ανώτατου φορολογικού συντελεστή και η αύξηση του αφορολόγητου ορίου σε βιώσιμα επίπεδα θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως κίνητρο για την αποδοχή των κληρονομιών, ενισχύοντας παράλληλα την αγορά ακινήτων και τα μακροπρόθεσμα δημόσια έσοδα.
Με την ερώτησή του προς το υπουργείο, ο κ. Κόκκαλης ζητά να πληροφορηθεί εάν προτίθεται η κυβέρνηση να προχωρήσει σε αναθεώρηση της φορολογικής κλίμακας για τις κληρονομιές της Γ’ Κατηγορίας, αλλά και ποιες πρωτοβουλίες σχεδιάζονται για την καταγραφή και αξιοποίηση των χιλιάδων ακινήτων που έχουν ήδη περάσει στο Δημόσιο λόγω αποποιήσεων.
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ερώτησης:
Αθήνα, 25 Μαΐου 2026
ΕΡΩΤΗΣΗ
Προς τον κ. Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών
Θέμα: «Ανάγκη άμεσης νομοθετικής παρέμβασης για τον εξορθολογισμό της φορολόγησης των κληρονομιών της Γ’ Κατηγορίας με στόχο την αναχαίτιση του κύματος αποποιήσεων»
Το ισχύον θεσμικό πλαίσιο που διέπει τη φορολόγηση των κληρονομιών της Τρίτης Κατηγορίας συγγενών χαρακτηρίζεται από μια βαθιά οικονομική ασυμμετρία, η οποία πλέον παράγει σοβαρές κοινωνικές και δημοσιονομικές παρενέργειες. Συγκεκριμένα, η κατηγορία αυτή επιβαρύνεται με έναν εξοντωτικό ανώτατο συντελεστή φορολόγησης που αγγίζει το 40%, την ώρα που το αφορολόγητο όριο είναι σχεδόν μηδενικό, καθώς περιορίζεται μόλις στις 6.000 ευρώ. Η αυστηρότητα αυτή, αντί να λειτουργεί εισπρακτικά υπέρ του Δημοσίου, έχει οδηγήσει σε μια πρωτοφανή έκρηξη των αποποιήσεων κληρονομιάς σε όλη τη χώρα. Χιλιάδες πολίτες αναγκάζονται να αρνηθούν περιουσίες, αδυνατώντας να επωμιστούν τους δυσβάσταχτους φόρους, τα έξοδα συμβολαιογράφων και τα λοιπά παρεπόμενα βάρη.
Αυτή η κατάσταση πλήττει τελικά τα ίδια τα συμφέροντα του κράτους και της κοινωνίας για δύο βασικούς λόγους. Αρχικά λόγω του δημοσιονομικού και οικονομικού κόστους, διότι τα ακίνητα που μένουν στα «αζήτητα» περιέρχονται τελικά στο Δημόσιο, χωρίς, ωστόσο, να αξιοποιούνται. Αντιθέτως, απαξιώνονται, ερημώνουν και μένουν εκτός αγοράς, στερώντας από το κράτος μόνιμα και μελλοντικά έσοδα, όπως ο ΕΝΦΙΑ, οι φόροι μεταβίβασης και οι φόροι εισοδήματος από τυχόν μισθώματα. Επιπροσθέτως, διότι η παρούσα κλίμακα τιμωρεί στην πράξη τους συμπολίτες μας που δεν έχουν κοντινούς συγγενείς. Πολύ συχνά, οι κληρονόμοι της Γ’ Κατηγορίας είναι άνθρωποι που στάθηκαν δίπλα στον διαθέτη, φροντίζοντάς τον στα τελευταία χρόνια της ζωής του, και η κληρονομιά αποτελεί μια πράξη ηθικής και υλικής αναγνώρισης η οποία τελικά εκμηδενίζεται από το κράτος.
Η δραστική μείωση του ανώτατου συντελεστή και η παράλληλη αύξηση του αφορολόγητου ορίου σε ένα βιώσιμο επίπεδο θα λειτουργήσουν ως ισχυρό κίνητρο για την αποδοχή των κληρονομιών, τονώνοντας την αγορά ακινήτων και ενισχύοντας μακροπρόθεσμα τα δημόσια έσοδα μέσω της κυκλοφορίας του πλούτου.
Κατόπιν των ανωτέρω, ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός:
Οι Ερωτώντες Βουλευτές
Κόκκαλης Βασίλειος
Ακρίτα Έλενα
Βέττα Καλλιόπη
Δούρου Ειρήνη (Ρένα)
Κοντοτόλη Μαρίνα
Μαμουλάκης Χαράλαμπος (Χάρης)
Νοτοπούλου Αικατερίνη
Ξανθόπουλος Θεόφιλος
Παναγιωτόπουλος Ανδρέας
Τσαπανίδου Παρθένα (Πόπη)