Ερώτηση με πρωτοβουλία Ακρίτα στη Βουλή για δυσανάλογα και δυσμενή μέτρα σε βάρος ατόμων με ψυχική νόσο στη στράτευση
Με πρωτοβουλία της Έλενας Ακρίτα, δώδεκα συνολικά βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ έφεραν με ερώτησή τους στη Βουλή το ζήτημα της διακριτικής και δυσανάλογης μεταχείρισης χιλιάδων νέων με διαγνωσμένη ψυχική νόσο, όπως αυτή θεσμοθετείται στον Ν. 5265/2026 του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας.
Με συγκεκριμένες προβλέψεις του νόμου, άτομα με ψυχικές παθήσεις αντιμετωπίζονται ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας: Με αυστηρότερες και δυσμενέστερες προϋποθέσεις, μακρόχρονες και εξαντλητικές διαδικασίες αναβολών, αποκλεισμό των ιδιωτών ιατρών και – το πιο ανησυχητικό – έμμεση επιβολή ψυχιατρικής νοσηλείας ως όρου απαλλαγής από τη στράτευση, με αναφορές ακόμη και σε άγνωστη εν πολλοίς διάταξη της χούντας.
Όλα αυτά χωρίς επιστημονική τεκμηρίωση, χωρίς εξατομικευμένη κρίση και σε πλήρη αντίθεση με το Σύνταγμα, τη Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία, τη Σύμβαση Oviedo, τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και την ΕΣΔΑ.
Οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ ρωτούν μεταξύ άλλων τους αρμόδιους υπουργούς αν η Κυβέρνηση προτίθεται να αναθεωρήσει τις επίμαχες διατάξεις, εισάγοντας εξατομικευμένη κρίση, ίση μεταχείριση και εύλογες προσαρμογές για τα άτομα με ψυχική νόσο, σύμφωνα με το Σύνταγμα και τις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας.
Ακολουθεί η Ερώτηση
Αθήνα, 9 Φεβρουαρίου 2026
ΕΡΩΤΗΣΗ
Προς τους Υπουργούς
Εθνικής Άμυνας
Υγείας
Δικαιοσύνης
Θέμα: «Διακριτική και δυσανάλογη μεταχείριση ατόμων με διαγνωσμένη ψυχική νόσο στις διαδικασίες αναβολής και απαλλαγής από τη στράτευση».
Ο Ν. 5265/2026 του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας περιλαμβάνει ρυθμίσεις που αφορούν τη διαδικασία αναβολής και απαλλαγής από τη στράτευση για λόγους υγείας. Ορισμένες από τις ρυθμίσεις αυτές, ιδίως όσες αφορούν άτομα με διαγνωσμένη ψυχική νόσο, έχουν προκαλέσει έντονες επιφυλάξεις από επιστημονικούς και ανεξάρτητους θεσμούς.
Πιο συγκεκριμένα:
Οι εν λόγω διατάξεις του νόμου φαίνεται να εισάγουν ουσιώδη διαφοροποίηση και επιβάρυνση εις βάρος των ατόμων με ψυχική νόσο, σε σύγκριση με άτομα που αντιμετωπίζουν σωματικά προβλήματα υγείας, γεγονός που εγείρει σοβαρά ζητήματα συνταγματικής ισότητας (άρθρο 4 Συντ.), αλλά και ασυμβατότητας με το Διεθνές και Ενωσιακό Δίκαιο.
Επιπλέον, πέραν του άρθρου 7 της Σύμβασης Oviedo, οι σχετικές ρυθμίσεις ενδέχεται να προσκρούουν και σε σειρά δεσμευτικών διατάξεων του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρα 1 –ανθρώπινη αξιοπρέπεια, 3 –ακεραιότητα του ατόμου, 21 –απαγόρευση διακρίσεων, 26– ένταξη ατόμων με αναπηρία), καθώς και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (άρθρα 5, 8 και 14).
Ο Συνήγορος του Πολίτη έχει χαρακτηρίσει ρητώς τις εν λόγω ρυθμίσεις ασύμβατες με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία (ν. 4074/2012), ενώ η Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία προειδοποίησε για ενδεχόμενη παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ασθενών.
Κατόπιν των ανωτέρω,
Ερωτώνται οι κ.κ. Υπουργοί:
Οι ερωτώσες και ερωτώντες Βουλευτές
Ακρίτα Έλενα
Παναγιωτόπουλος Ανδρέας
Παπαηλιού Γιώργος
Βέττα Καλλιόπη
Γιαννούλης Χρήστος
Δούρου Ειρήνη (Ρένα)
Ζαμπάρας Μίλτος
Μαμουλάκης Χαράλαμπος (Χάρης)
Μπάρκας Κώστας
Νοτοπούλου Κατερίνα
Ξανθόπουλος Θεόφιλος
Ψυχογιός Γιώργος