Το 2ο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ συνέρχεται σε μια κρίσιμη περίοδο τόσο της διακυβέρνησης της χώρας από την Αριστερά, όσο και της λειτουργίας του κόμματος. Η συζευκτική λειτουργία των δύο -κυβέρνησης και κόμματος- είναι ένα από τα σοβαρότερα ζητήματα προς αντιμετώπιση και επίλυση, που παρουσιάστηκε από την πρώιμη περίοδο της διακυβέρνησης. Η κοινωνία υποστήριξε με ιδιαίτερη ζωντάνια τον ΣΥΡΙΖΑ στους δρόμους και τις πλατείες και στις τρεις εκλογικές μάχες ενάντια στη νεοφιλελεύθερη πολιτική, με τα γνωστά αποτελέσματα της νίκης που γέννησε τις ελπίδες για μια άλλη ζωή και μια άλλη κοινωνία. Ελπίδες που, χωρίς «θαύματα» από την κυβέρνηση και το κόμμα, μπορούν να αναβιώσουν στην κοινωνία, μιας και ήδη η κυβέρνηση, σε περίοδο οικονομικής ασφυξίας και ιδιαίτερης φτωχοποίησης της κοινωνίας, έδωσε νέα δείγματα γραφής, που μπορούν σταδιακά να οδηγήσουν μέσα από τα μονοπάτια και τους δρόμους στις λεωφόρους της υλοποίησης του προγράμματος της Αριστεράς.
Το συνέδριο υπό ορισμένους όρους και προϋποθέσεις μπορεί να συμβάλει προς αυτήν την κατεύθυνση. Ο ρόλος του είναι καθοριστικός, διότι για πρώτη φορά θα είναι ένα συνέδριο με την Αριστερά στην κυβέρνηση, επιδιώκοντας να αντιμετωπίσει και να επιλύσει, μεταξύ των άλλων, ζητήματα που αναδύονται από αυτό και μόνον το γεγονός. Το κόμμα και η κυβέρνηση αποτελούν διακριτές οντότητες αλλά και η λειτουργία τους οφείλει να είναι συζευκτική με ταυτόχρονη προώθηση δεσμών, ουσιαστικών πολιτικών και ιδεολογικών, με την κοινωνία και τα κινήματα. Ενδεικτικός είναι ο τρόπος της τυπικής δημόσιας διαβούλευσης νόμων, με ελάχιστη μάλιστα χρονική διάρκεια, κατά την οποία η κοινωνία αλλά ούτε και το κόμμα δεν είναι δυνατόν να συμμετέχουν και παραμένουν θεατές. Απλώς οργανώνεται μια εκ των υστέρων ενημέρωση, με την ανάπτυξη «διαλόγου» με στόχο την κατανόηση των νόμων που θεσπίστηκαν και της ασκούμενης κυβερνητικής πολιτικής.
Το κόμμα και η κυβέρνηση οφείλουν να ενεργοποιήσουν την κοινωνία στο επίπεδο μιας πραγματικής συμμετοχής της στην έγκαιρη διαμόρφωση των πολιτικών του κόμματος και της κυβέρνησης που αποτελούν και οφείλουν να αποτελούν την ιδεολογική έκφραση της κυβέρνησης από κοινού με το κόμμα της Αριστεράς.
Ένα τρίγωνο λοιπόν «κόμμα – κυβέρνηση – κοινωνία», το τρίγωνο των τριών «Κ» που δεν συστήνει σχήμα αλλά δομή, όπου ο διάλογος μεταξύ τους είναι ατέρμονος και, κυρίως, αμφίδρομος, συνδεδεμένος με τα κινήματα και επομένως αποτελεσματικός.
Θεωρώντας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της σχέσης των τριών «Κ» το ζήτημα της ανάπτυξης της χώρας σ’ αυτή την περίοδο της βαθιάς δημοσιονομικής κρίσης, ο προσδιορισμός της μορφής της και η εξέλιξή της είναι καίριας σημασίας απέναντι στη νεοφιλελεύθερη πολιτική και επομένως αποτελεί ένα σημαντικό κεφάλαιο στο 2ο Συνέδριο. Το πρότυπο ανάπτυξης της χώρας και των 13 περιφερειών της αποτελεί βασικό στοιχείο και δυναμική για την έξοδο από την κρίση και τη δόμηση του αύριο, της πορείας προς τον σοσιαλισμό. Επομένως, δίπλα στην κυβέρνηση, το κόμμα και η κοινωνία έχουν λόγο για να προσδιορίσουν και να απαντήσουν.
Για ποια ανάπτυξη; τη βιώσιμη ανάπτυξη; αυτή που μέχρι τώρα πρόβαλε σε ορισμένες πολιτικές περιφερειακής, κυρίως, εμβέλειας; την πράσινη ανάπτυξη; τη δίκαιη ανάπτυξη; Μέσα από ποιο διάλογο μεταξύ των τριών «Κ» περνάμε πρόσφατα σ’ αυτό τον μετασχηματισμό – στη δίκαιη ανάπτυξη;
Η «βιωσιμότητα» της βιώσιμης ανάπτυξης
Η βιώσιμη ανάπτυξη, στη Διεθνή Συνδιάσκεψη του Ρίο, το 1992, διατυπώθηκε για πρώτη φορά ως η ανάπτυξη που παρέχει μακροπρόθεσμα οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά οφέλη φροντίζοντας τις ανάγκες της παρούσας και των μελλοντικών γενεών. Αργότερα, σύμφωνα με τη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αυτή υιοθετήθηκε για πρώτη φορά στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Γκέτεμποργκ το 2001 και όπως αναπτύσσεται και σε μεταγενέστερα σχετικά κείμενα, είναι μια συνεχής πορεία αλλαγής και προσαρμογής, και όχι μια στατική κατάσταση, με στόχο την ικανοποίηση των αναγκών του παρόντος, χωρίς όμως να μειώνεται η δυνατότητα των μελλοντικών γενεών να ικανοποιήσουν και τις δικές τους ανάγκες, μέσα από την ισόρροπη και ισότιμη επιδίωξη των τριών πυλώνων της βιώσιμης ανάπτυξης: οικονομία – περιβάλλον – κοινωνία. Μέσα από τη συμπόρευση, δηλαδή, της οικονομικής ανάπτυξης, της προστασίας του περιβάλλοντος και της κοινωνικής συνοχής – το κοινωνικό όφελος των πολλών και το δημόσιο συμφέρον.
Η δίκαιη ανάπτυξη λοιπόν με τη μορφή της κοινωνικής συνοχής και σύγκλισης αποτελεί πυλώνα της βιώσιμης ανάπτυξης. Επομένως δεν δύναται να αποκόπτεται και να προβάλλει αυθύπαρκτη χωρίς τη συνδεδεμένη ισότιμη ύπαρξη του πυλώνα της προστασίας του περιβάλλοντος. Αυτές ήταν και είναι οι συνιστώσες της αντιδιαστολής των αναπτυξιακών πολιτικών της Αριστεράς από τη νεοφιλελεύθερη πολιτική που προσβλέπει στον πλουτισμό των ολίγων και τη φτωχοποίηση των πολλών και παράλληλα αγνοεί παντελώς την προστασία του περιβάλλοντος, ενίοτε μάλιστα καταστρέφει το περιβάλλον έναντι του πλουτισμού των ολίγων. Αλλά και στην περιβαλλοντική πολιτική της κυβέρνησης της Αριστεράς, παρά τις προσπάθειες της πολιτικής ηγεσίας, ο πυλώνας της προστασίας του περιβάλλοντος μοιάζει να έχει ατονίσει, είτε, λιγότερο, ως αυτόνομη πολιτική, είτε, περισσότερο, ως μια πολιτική ενσωματωμένη σε άλλες κυρίως αναπτυξιακές πολιτικές, όπως προτάσσουν οι αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης. Ωστόσο ο πυλώνας του περιβάλλοντος πρέπει να ενταθεί και να ενσωματωθεί στις κεντρικές και περιφερειακές πολιτικές, πόσο μάλλον που αποτελεί τη βασική συνιστώσα του χωρικού σχεδιασμού, ο οποίος επίσης έχει ατονίσει καθώς οι μνημονιακές προτεραιότητες έχουν προταχθεί.
Σήμερα το επίκεντρο της κυβερνητικής πολιτικής και των πολιτικών του κόμματος είναι, ορθώς, η κοινωνία – η «δίκαιη» ανάπτυξη, συνδεδεμένη με τις πολιτικές της κοινωνικής συνοχής, της κοινωνικής αλληλεγγύης, κ.λπ., και όπως την προσδιόρισε ο πρωθυπουργός
– κοινωνικό όφελος / δημόσιο συμφέρον
– παραγωγή πλούτου και δίκαιη διανομή του
– επιχειρηματικότητα που θα δημιουργήσει βιώσιμες και αξιοπρεπώς αμειβόμενες θέσεις εργασίας
– επούλωση τραυμάτων του κοινωνικού κράτους.
Όμως η επιλογή και η εξειδίκευση, κατά την τρέχουσα περίοδο, της συγκεκριμένης πολιτικής -της δίκαιης ανάπτυξης- δεν σημαίνει ότι αίρεται ο ρόλος της, ως πυλώνας της βιώσιμης ανάπτυξης, η «βιωσιμότητα» της οποίας δεν πρέπει να αμφισβητείται.
Ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα, μέσα από τον διαχρονικά δύσκολο δρόμο του διαλόγου στο πλαίσιο της Αριστεράς -διασπάσεις, αναχωρητισμοί, νίκες, ήττες-, διαμορφώθηκε ως πολυτασικό κόμμα, ή αν πια έχει φθαρεί η έννοια της «τάσης», ταυτιζόμενη με τους «μηχανισμούς» που την υποστηρίζουν, ας προβληματιστούμε για μια νέα συμβολική ή πραγματική ορολογία. Πάντως το ιδεολογικό απόθεμα της Αριστεράς, η οποία σήμερα ως κυβέρνηση βλέπει το φως της πράξης και της υλοποίησης πολιτικών, θα παραμείνει ως η μεγαλύτερη αξία, και καταλύτης θα είναι το συνέδριό μας.
* Η Έφη Καραθανάση είναι δρ. αρχιτέκτων πολεοδόμος, μέλος Ο.Μ. Πεντέλης και Τμήματος Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού