Δ. Καλαματιανός

Διονύσης Καλαματιανός: «Ευρωπαϊκή στρατηγική για την ειρήνη, όχι για τον πόλεμο»

Σημεία από την τοποθέτηση του Γραμματέα της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Διονύση Καλαματιανού, ως ομιλητή, στην εκδήλωση του Ενιαίου Συλλόγου Διδασκόντων Πανεπιστημίου Θεσσαλίας με θέμα «Το Πανεπιστήμιο και η κοινωνία στο πλαίσιο της Πολεμικής Οικονομίας».

Η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε ένα κρίσιμο και ιστορικό σταυροδρόμι. Θέλουμε μια Ευρώπη της ειρήνης, της συνεργασίας και της κοινωνικής συνοχής ή μια Ευρώπη της στρατιωτικοποίησης και των εξοπλιστικών ανταγωνισμών, που «στρώνει» τον δρόμο για νέες πολεμικές συρράξεις ακόμη και στο έδαφός της;

Όπως προκύπτει, η Ε.Ε. βρίσκεται προ των πυλών της εισδοχής της στην Πολεμική Οικονομία. Τι σημαίνει αυτό; Αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες και αποδοχή της λογικής της διαρκούς σύγκρουσης ως κανονικότητας. Η συνθήκη αυτή δεν αφορά μόνο την εξωτερική πολιτική. Αφορά την οικονομία, την κοινωνία, το κράτος πρόνοιας και τη δημόσια υγεία. Αφορά και τη δημόσια παιδεία, μέρος της οποίας είναι το Δημόσιο Πανεπιστήμιο.

Η Ε.Ε. είναι διατεθειμένη να βρει εκατοντάδες δισ. ευρώ για να καλύψει αμυντικές δαπάνες και να χρηματοδοτήσει την πολεμική βιομηχανία. Αυτό σημαίνει ότι αφενός είναι μπροστά μας ο κίνδυνος στρατιωτικοποίησης της ευρωπαϊκής πολιτικής, χωρίς εγγυήσεις ενίσχυσης της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας ή ακόμη περισσότερο της ελληνικής. Αφετέρου υπάρχει ο κίνδυνος μετατόπισης πόρων από κρίσιμους τομείς προς τους εξοπλισμούς.

Το πρόγραμμα ReArm Europe δεν συνοδεύεται από ισχυρές κοινωνικές εγγυήσεις. Δεν υπάρχει καμία ρητή δέσμευση ότι οι αυξημένες αμυντικές δαπάνες δεν θα χρηματοδοτηθούν σε βάρος της παιδείας, της υγείας και της κοινωνικής συνοχής. Η εμπειρία δείχνει ότι όταν αυξάνονται οι εξοπλιστικές δαπάνες, μειώνονται οι πόροι για τη δημόσια παιδεία και υγεία, τις κοινωνικές πολιτικές, τη νέα γενιά και τους εργαζόμενους.

Στο πλαίσιο αυτό, έχουμε βάσιμους λόγους να ανησυχούμε ότι η υλοποίηση του ReArm Europe θα επιφέρει δημοσιονομικές προσαρμογές που θα στερήσουν περαιτέρω πόρους από τη δημόσια παιδεία. Ήδη, τα δεδομένα για την Ελλάδα δεν είναι ενθαρρυντικά. Στο Μεσοπρόθεσμο 2026-2029 που κατέθεσε η κυβέρνηση, ως το 2029 προβλέπονται περικοπές -10% στην παιδεία (700 εκατ.). Την ίδια στιγμή, στη χώρα μας η συνολική δαπάνη για την παιδεία, ως ποσοστό του ΑΕΠ, διαρκώς υποχωρεί τα τελευταία χρόνια.

Σε μια τέτοια περίπτωση, ανεπηρέαστο δεν θα μείνει και το Δημόσιο Πανεπιστήμιο. Η στροφή στην Πολεμική Οικονομία θα το πιέσει να ευθυγραμμιστεί με τις ανάγκες της. Συνέπειες αυτού μπορεί να είναι η έρευνα να προσανατολίζεται σε στρατιωτικές εφαρμογές, η χρηματοδότηση να γίνεται υπό συγκεκριμένους όρους, ακόμη και να ασκούνται πιέσεις προς την ακαδημαϊκή κοινότητα.

Για εμάς, το Δημόσιο Πανεπιστήμιο είναι χώρος δημοκρατίας, κοινωνικής κινητικότητας, έρευνας, πολιτισμού, παραγωγής κριτικής σκέψης. Είναι θεσμός που οφείλει να υπηρετεί και τις κοινωνικές ανάγκες, την πράσινη μετάβαση, την υγεία, την κοινωνική συνοχή, την ειρήνη. Δεν πρέπει να εξαρτάται από την κούρσα των εξοπλισμών και τα γεωπολιτικά παιχνίδια των ισχυρών, αλλά να συνδέεται με τις ανάγκες και την ασφάλεια του ελληνικού λαού.

Το Δημόσιο Πανεπιστήμιο μπορεί και πρέπει να είναι χώρος παραγωγής γνώσης, πολιτισμού και συμπερίληψης, για έναν κόσμο συνεργασίας και αλληλεγγύης, όχι για έναν κόσμο που θα ζει υπό τον φόβο και την προετοιμασία ενός διαρκούς πολέμου. Μπορεί να συμβάλει στη διπλωματία και την εγγύτητα των λαών, στην ειρηνική επίλυση των διαφορών, στην κατανόηση της φύσης των συγκρούσεων και στην αποτροπή τους. Δεν πρέπει να μετατραπεί σε υποχείριο της Πολεμικής Οικονομίας. Χρειάζεται, λοιπόν, να το προστατέψουμε και να το ενισχύσουμε ως δημόσιο αγαθό και κοινωνικό θεσμό.

Γνωρίζουμε ότι ζούμε σε έναν κόσμο συγκρούσεων και ανταγωνισμών. Όμως, είναι άλλο πράγμα η άμυνα και η ασφάλεια της χώρας μας, και άλλο η αποδοχή της Πολεμικής Οικονομίας ως προτεραιότητα και κυρίαρχο μοντέλο. Η ιστορία διδάσκει ότι οι κούρσες εξοπλισμών δεν εγγυώνται την ειρήνη. Αντίθετα, τροφοδοτούν την ένταση και φέρνουν πιο κοντά τις συρράξεις.

Απέναντι στην πραγματικότητα που διαμορφώνεται, χρειαζόμαστε μια άλλη στρατηγική. Χρειαζόμαστε μια ευρωπαϊκή στρατηγική για την ειρήνη, όχι για τον πόλεμο. Που να βασίζεται στον σεβασμό του διεθνούς δικαίου και της ειρηνικής-διπλωματικής επίλυσης των διαφορών. Χωρίς σιωπή μπροστά στις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του διεθνούς δικαίου. Ο πρωταρχικός στόχος πρέπει να είναι η επένδυση στην ειρήνη, στη δημοκρατία και στην κοινωνική δικαιοσύνη.

Scroll