Άρθρο του Διονύση Καλαματιανού, βουλευτή Ηλείας, Γραμματέα της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ του Σαββατοκύριακου
Η πρόσφατη δήλωση του κ. Μητσοτάκη ότι η Ελλάδα πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο εισαγωγής της πυρηνικής ενέργειας στο ενεργειακό της σύστημα, προβληματίζει.
Μόλις το 2021, ο Πρωθυπουργός απέκλειε κατηγορηματικά κάθε εμπλοκή της Ελλάδας σε πυρηνικά προγράμματα. Σήμερα, ο ίδιος, χωρίς δημόσιο διάλογο, χωρίς σχέδιο και μελέτη σκοπιμότητας, χωρίς επιστημονική τεκμηρίωση, ανοίγει αυτό το ζήτημα.
Προφανώς, η συγκεκριμένη δήλωση είναι μια ακόμη απόδειξη της ασυνέπειας που διακρίνει την κυβέρνηση, όλα αυτά τα χρόνια που κυβερνά τον τόπο. Όμως, αυτή η «μετατόπιση» δεν είναι τυχαία. Αντίθετα, εντάσσεται στην πολιτική επιλογή της κυβέρνησης να βάζει τα μεγάλα συμφέροντα του ενεργειακού χώρου πάνω από τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.
Αυτό συμβαίνει, όταν έχουμε ήδη πληρώσει ακριβά τους κυβερνητικούς ενεργειακούς πειραματισμούς. Επιλογή της κυβέρνησης ήταν η πρόσδεση του ενεργειακού μείγματος της Ελλάδας στο εισαγόμενο φυσικό αέριο, που οδήγησε στην εκτίναξη του κόστους της ενέργειας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Και τώρα, αντί να κάνει την αυτοκριτική της, ανοίγει μια νέα, ακόμη πιο επικίνδυνη συζήτηση: αυτή της πυρηνικής ενέργειας.
Αναρωτιόμαστε: χρειάζεται η χώρα μας πυρηνική ενέργεια;
Οφείλουμε να λάβουμε υπόψη συγκεκριμένα στοιχεία. Η επιλογή αυτή είναι ελεγχόμενη για την ελληνική πραγματικότητα, με δεδομένη την έντονη σεισμική δραστηριότητα στην περιοχή μας. Παράλληλα, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε σε μια από τις πλέον γεωπολιτικά ασταθείς περιοχές στον πλανήτη, με ότι αυτό μπορεί να συνεπάγεται. Επίσης, όταν μιλάμε για πυρηνική ενέργεια, δεν υπάρχει το παραμικρό περιθώριο λάθους στον σχεδιασμό και στη διαχείριση των σχετικών υποδομών και εγκαταστάσεων που θα την υποστηρίξουν. Μπορούμε να έχουμε εμπιστοσύνη ασφάλειας, όταν δύο τρένα συγκρούστηκαν επειδή κινούνταν για πάνω από 10 λεπτά στην ίδια γραμμή, με τραγικό αποτέλεσμα 67 νεκρούς; Όταν ένα εργοστάσιο, ενώ έπρεπε να ελέγχεται, ανατινάχθηκε και θρηνήσαμε 5 εργάτριες; Όταν συνέβη το πρωτοφανές μπλακ άουτ στο FIR της Χώρας;
Και δεν είναι μόνο τα ζητήματα ασφάλειας που προκύπτουν. Η πυρηνική ενέργεια δεν είναι η «φθηνή λύση» που επιχειρείται να παρουσιαστεί. Αντίθετα, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από πυρηνικούς αντιδραστήρες -είτε μεγάλους είτε μικρούς- συγκαταλέγεται στις πιο ακριβές μορφές ενέργειας παγκοσμίως. Δεν υπάρχει καμία σοβαρή μελέτη που να αποδεικνύει ότι η πυρηνική ενέργεια μπορεί να προσφέρει φθηνότερο ρεύμα στους πολίτες, ιδιαίτερα αν ληφθούν υπόψη τα τεράστια κόστη κατασκευής και ασφάλειας, όπως επίσης το αντιπεριβαλλοντικό της αποτύπωμα με τα παραγόμενα απόβλητα και τη δυσκολία στη διαχείρισή τους.
Το βέβαιο είναι ότι εάν εισαχθεί η πυρηνική ενέργεια στο ενεργειακό σύστημα της Χώρας, κάποιοι θα αποκομίσουν τεράστια κέρδη. Όμως, οι Ελληνίδες και οι Έλληνες δεν θα δουν φθηνότερη ενέργεια. Αντίθετα, θα επιβαρυνθούν με ένα ακριβό και ενδεχομένως επικίνδυνο ενεργειακό μοντέλο.
Η πραγματικά οικονομική ενέργεια βρίσκεται μπροστά μας. Είναι οι ΑΠΕ: ηλιακή και αιολική ενέργεια, τα υδροηλεκτρικά, η γεωθερμία, μπορούν να προσφέρουν ασφαλή, βιώσιμη και φθηνή ηλεκτρική ενέργεια. Μπορούν να συνεισφέρουν αποφασιστικά στην εξασφάλιση της πρόσβασης σε καθαρή ενέργεια, στη μείωση της ενεργειακής φτώχειας, στην ενεργειακή ασφάλεια αλλά και στην επιτάχυνση της πορείας προς την κλιματική ουδετερότητα. Μπορούμε να πετύχουμε την ομαλή απεξάρτηση της Χώρας από όλα τα ορυκτά καύσιμα -και από το φυσικό αέριο- δίνοντας έμφαση στην αποθήκευση ενέργειας. Με τον καθορισμό περιοχών προτεραιότητας ανάπτυξης των ΑΠΕ, με κριτήριο και το κόστος ανάπτυξης δικτύων και υποδομών αποθήκευσης, προτεραιοποιώντας έργα αυτοπαραγωγής και παραγωγής από τους ΟΤΑ με Ενεργειακές Κοινότητες.
Όλα αυτά θα μπορούσαν να έχουν δρομολογηθεί. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι η σημερινή κυβέρνηση δεν έκανε όσα όφειλε να κάνει τα τελευταία επτά χρόνια για να οργανώσει σοβαρά αυτή τη μετάβαση. Η Ελλάδα εξακολουθεί να μην διαθέτει επαρκές ρυθμιστικό πλαίσιο για την αποθήκευση ενέργειας, ούτε τα απαραίτητα δίκτυα. Το αποτέλεσμα είναι απογοητευτικό: ηλεκτρική ενέργεια που αντιστοιχεί στην ετήσια κατανάλωση περίπου 800.000 νοικοκυριών θα χαθεί επειδή η Πολιτεία δεν έχει δημιουργήσει τις απαραίτητες υποδομές αποθήκευσης.
Η Χώρα πρέπει να αποφασίσει ποιον ενεργειακό δρόμο θέλει να ακολουθήσει. Εμείς πιστεύουμε στην πράσινη μετάβαση, στην πραγματική ενεργειακή ανεξαρτησία, στη φθηνή ενέργεια για τους πολίτες και στην προστασία του περιβάλλοντος. Μόνο έτσι θα οικοδομήσουμε ένα ασφαλές και βιώσιμο ενεργειακό μέλλον, χωρίς αποκλεισμούς.