Η κοινή πρωτοβουλία 22 κρατών-μελών της ΕΕ, με αιχμή τη διαχείριση της κρίσης στη Θέουτα και τις επιλογές της κυβέρνησης Σάντσεθ στην προσφυγική και μεταναστευτική πολιτική, δεν αφορά μόνο την Ισπανία. Αφορά την προσπάθεια να μετατραπεί η ατζέντα της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς σε υποχρεωτική ευρωπαϊκή πολιτική.
Δεν είναι τυχαίο ότι ανάμεσα στους πρωταγωνιστές βρίσκεται και ο Έλληνας πρωθυπουργός. Με άρθρο του στο Politico εισηγείται μηχανισμούς υποχρεωτικής εφαρμογής έκτακτων μέτρων, κατά το πρότυπο των μνημονιακών «αυτοματισμών». Την ώρα που η ελληνική κυβέρνηση έχει βρεθεί επανειλημμένα στο στόχαστρο διεθνών οργανισμών και οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων για τους χειρισμούς της στο προσφυγικό και το μεταναστευτικό, επιλέγει να μετατοπίζει ακόμη περισσότερο το κέντρο βάρους της ευρωπαϊκής πολιτικής προς την ατζέντα της Ακροδεξιάς, επιδιώκοντας πρόσκαιρα εσωκομματικά και εκλογικά οφέλη και δίνοντας διαπιστευτήρια πρόθυμου συμμάχου.
Η εμπειρία της προηγούμενης δεκαετίας μάς δίδαξε πόσο εύκολα η επίκληση της «ευρωπαϊκής αναγκαιότητας» μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να περιορίσει τη δημοκρατική βούληση των λαών και να επιβάλει πολιτικές χωρίς ουσιαστικό δημοκρατικό διάλογο. Δεν πρέπει να επιτρέψουμε να επαναληφθεί το ίδιο έργο στις πολιτικές ασύλου και μετανάστευσης, στις πολιτικές συνοχής ή ακόμη και στις αναγκαίες ευρωπαϊκές απαντήσεις στο δημογραφικό.
Το διακύβευμα, επομένως, υπερβαίνει την Ισπανία. Αφορά το δικαίωμα των δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων να εφαρμόζουν τις πολιτικές για τις οποίες έλαβαν δημοκρατική εντολή, χωρίς να μετατρέπονται σε ευρωπαϊκό μονόδρομο επιλογές που αντιβαίνουν στις καταστατικές αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Είναι ευθύνη των αριστερών, των προοδευτικών κομμάτων και συνολικά των δημοκρατικών δυνάμεων στην Ελλάδα και την Ευρώπη να αντισταθούν στην κανονικοποίηση της ακροδεξιάς ατζέντας ως ευρωπαϊκής πολιτικής.