Στη συζήτηση για τα μέτρα της κυβέρνησης απέναντι στην ακρίβεια, τέθηκε ένα απλό ερώτημα προς τον Υπουργό Ανάπτυξης: Γιατί δεν μειώνει τον ΦΠΑ και τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης ώστε να πέσουν οι τιμές;
Ο κ. Θεοδωρικάκος δεν απάντησε σε αυτό. Αντί να μιλήσει για το πώς θα μειωθούν οι τιμές, μίλησε για το πώς το κράτος αξιοποιεί τα φορολογικά έσοδα, μετατοπίζοντας την συζήτηση από την ακρίβεια στη γενική οικονομική πολιτική.
Η απάντηση αυτή είναι ενδεικτική της βασικής επιλογής που έχει κάνει εδώ και χρόνια η κυβέρνηση. Δεν παρεμβαίνει ουσιαστικά για να μειωθούν οι τιμές στην αγορά. Περιορίζεται στη διαχείριση των συνεπειών της ακρίβειας, με μικρές αυξήσεις εισοδήματος ώστε τα νοικοκυριά να μπορούν απλώς να πληρώνουν τα ακριβά τρόφιμα, τα καύσιμα και την ενέργεια.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η κυβέρνηση επαναφέρει το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους στα τρόφιμα, ένα μέτρο που καταργήθηκε τον περασμένο Ιούλιο και που, στα τέσσερα χρόνια εφαρμογής του, δεν απέτρεψε σημαντικές αυξήσεις τιμών. Την ίδια περίοδο οι τιμές των τροφίμων αυξήθηκαν περίπου κατά 34%, ενώ ο τζίρος των μεγάλων αλυσίδων σούπερ μάρκετ αυξήθηκε από περίπου 9 δις ευρώ το 2021 σε 13 δις το 2024.
Αντίστοιχα, ανακοινώνεται πλαφόν στο περιθώριο κέρδους στα καύσιμα, όταν σχεδόν το 60% της τελικής τιμής διαμορφώνεται από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης, τον ΦΠΑ και άλλα τέλη.
Απουσιάζουν ουσιαστικές παρεμβάσεις για τους παρόχους ενέργειας και άλλους κρίσιμους τομείς, όπως τα λιπάσματα και οι ζωοτροφές, παρότι πρόκειται για αγορές όπου έχουν καταγραφεί επανειλημμένα φαινόμενα στρεβλώσεων. Λείπουν επίσης ειδικά μέτρα για τις νησιωτικές περιοχές, όπου το κόστος μεταφοράς επηρεάζει σημαντικά τις τελικές τιμές.
Βλέπουμε ανακοινώσεις αλλά περιορισμένη πραγματική παρέμβαση στη λειτουργία της αγοράς. Και όσο αυτό δεν αλλάζει, το βάρος της ακρίβειας θα συνεχίσουν να το σηκώνουν κυρίως τα νοικοκυριά.
Αν στόχος είναι πραγματικά η αντιμετώπιση της ακρίβειας, απαιτούνται πιο ουσιαστικά μέτρα: