Αναδεικνύοντας το γεγονός ότι το νέο Δικαστικό Μέγαρο Ηρακλείου παραμένει χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα κατασκευής, καθώς και τα 7 χαμένα χρόνια της διακυβέρνησης ΝΔ, συζητήθηκε η Επίκαιρη Ερώτηση του Τομεάρχη Οικονομικών & Ανάπτυξης Κ.Ο. ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Βουλευτή Ηρακλείου Χάρη Μαμουλάκη, προς τον Υπουργό Υποδομών & Μεταφορών.
Ο Χάρης Μαμουλάκης αναφέρθηκε στο ιστορικό, τον σχεδιασμό και τις αποφάσεις του 2019, τις καθυστερήσεις 4 ετών μέχρι το 2023 που ξεκίνησε ο Διεθνής Διαγωνισμός, ο οποίος δυο χρόνια μετά οδήγησε στην Β’ φάση, τον Νοέμβριο του 2024, αλλά ακόμη μέχρι και σήμερα δεν έχει ολοκληρωθεί.
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Χάρης Μαμουλάκης, όλη αυτή η κωλυσιεργία «Συνιστά εμπαιγμό για την τοπική κοινωνία» και ζήτησε απαντήσεις σχετικά με το αν υπάρχει επικαιροποιημένο χρονοδιάγραμμα για την πορεία του εν εξελίξει διαγωνισμού και την ολοκλήρωση της κατασκευής του νέου Δικαστικού Μεγάρου Ηρακλείου, καθώς και αν πρόκειται να τροποποιηθεί το συνολικό κόστος του έργου. Επίσης, αν η προκρινόμενη μίσθωση ακινήτου του ΟΤΕ για τη μεταφορά δικαστικών υπηρεσιών και οι ανακοινωθείσες εργασίες συντήρησης του υφιστάμενου Μεγάρου, συνιστούν προσωρινό σχέδιο διαχείρισης μιας οριακής πλέον εξελιχθείσας κατάστασης, ποιο θα είναι το συνολικό κόστος των παρεμβάσεων αυτών και για πόσο χρονικό διάστημα εκτιμά το Υπουργείο ότι θα απαιτηθεί η εφαρμογή αυτών των προσωρινών λύσεων.
Ο Χάρης Μαμουλάκης αναφέρθηκε και στο ζήτημα του ΒΟΑΚ, δράττοντας την ευκαιρία από προηγούμενη απάντηση του Υφυπουργού Νίκου Ταχιάου, να επισημάνει ότι η κυβέρνηση αποτελεί την επιτομή της αναξιοπιστίας, δεδομένου ότι προχώρησε σε συμβάσεις χωρίς εξασφαλισμένες απαλλοτριώσεις, με αποτέλεσμα το Ελληνικό Δημόσιο – οι φορολογούμενοι δηλαδή – να καταβάλλουν δεκάδες εκατομμύρια ευρώ ως αποζημιώσεις στον εργολάβο, τόσο του τμήματος Νεάπολη – Άγιος Νικόλαος, όσο και του τμήματος Χερσόνησος – Νεάπολη. Αντίστοιχη τακτική προχειρότητας και ανευθυνότητας ακολουθεί η κυβέρνηση της ΝΔ και στο έργο του αεροδρομίου Καστελίου, όπως τόνισε ο Χάρης Μαμουλάκης, όπου και εκεί οι πρόσθετες συμβάσεις και οι αποζημιώσεις εκτιμώνται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ.