Τον Μάιο, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε σε επίπεδο 56% υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ενώ η χώρα κατέγραψε τις τρίτες μεγαλύτερες αυξήσεις τιμών, μετά τη Βουλγαρία και τη Λιθουανία.
Στον τομέα της ενέργειας, ο δείκτης τιμών σημείωσε άνοδο 20,2%, καταγράφοντας την τρίτη υψηλότερη επίδοση στην Ευρωζώνη. Στα τρόφιμα η αύξηση έφτασε το 7,9%, που ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη, ενώ στις υπόλοιπες κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών διαμορφώθηκε στο 3,2%, αποτελώντας την τρίτη υψηλότερη αύξηση.
Οι πληθωριστικές επιδράσεις που σχετίζονται με τον πόλεμο είναι ουσιαστικά παρόμοιες σε όλες τις χώρες. Ωστόσο, στην Ελλάδα η κερδοσκοπία ευνοείται από τη συγκέντρωση της αγοράς και την ύπαρξη καρτελοποιημένων πρακτικών. Ο πληθωρισμός δεν αποτελεί ούτε φυσικό ούτε ουδέτερο φαινόμενο. Από τη μία πλευρά, συμβάλλει στη δημιουργία δημοσιονομικών υπερπλεονασμάτων, μέσω των αυξημένων εσόδων από τους υψηλούς συντελεστές ΦΠΑ και από τη μη αναπροσαρμογή της φορολογικής κλίμακας με βάση τον πληθωρισμό, δίνοντας παράλληλα τη δυνατότητα στην κυβέρνηση να προχωρά σε ορισμένες, εκλογικά στοχευμένες, παροχές. Από την άλλη, λειτουργεί ως βασικός μηχανισμός μεταφοράς εισοδήματος από τη μισθωτή εργασία προς τις μεγάλες επιχειρήσεις.
Σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να αναζητηθεί η απάντηση στο ερώτημα γιατί η κυβέρνηση δεν προχωρά σε ουσιαστικές παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση της ακρίβειας: Επειδή η υφιστάμενη κατάσταση εξυπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα.