Ερώτηση προς τους Υπουργούς Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης κατέθεσαν, με πρωτοβουλία του βουλευτή Λάρισας του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία Βασίλη Κόκκαλη, 15 βουλευτές, αναδεικνύοντας τη ραγδαία αύξηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών, την άρνηση της κυβέρνησης να επαναφέρει τη ρύθμιση των 120 δόσεων και τον αποκλεισμό χιλιάδων ασφαλισμένων από τη συνταξιοδότηση λόγω χρεών προς τον e-ΕΦΚΑ.
Στην ερώτησή τους επισημαίνουν ότι επαγγελματίες, έμποροι και βιοτέχνες, μέσω των συλλογικών τους φορέων, επαναφέρουν με επιμονή το αίτημα για ρύθμιση οφειλών έως και σε 120 μηνιαίες δόσεις, χαρακτηρίζοντάς το ως μέτρο οικονομικού ρεαλισμού και αναγκαία ανάσα για την πραγματική οικονομία. Όπως τονίζουν,, ο παραγωγικός κόσμος εξακολουθεί να λειτουργεί υπό καθεστώς έντονης πίεσης, χωρίς ουσιαστική στήριξη από την κυβερνητική πολιτική.
Παρά το γεγονός ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τη Φορολογική Διοίκηση και τα Ασφαλιστικά Ταμεία υπερβαίνουν τα 162 δισ. ευρώ, το οικονομικό επιτελείο εμφανίζεται, σύμφωνα με τους βουλευτές, κατηγορηματικά αντίθετο στην επαναφορά ενός δοκιμασμένου εργαλείου που στο παρελθόν συνέβαλε στην αύξηση των δημοσίων εσόδων και στη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης.
Οι βουλευτές ασκούν κριτική και στη μονομερή προώθηση του Εξωδικαστικού Μηχανισμού Ρύθμισης Οφειλών ως μοναδικής λύσης, επισημαίνοντας ότι αφορά οφειλές άνω των 10.000 ευρώ και αφήνει εκτός τη συντριπτική πλειονότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των ελεύθερων επαγγελματιών. Όπως υπογραμμίζουν, η κυβέρνηση προτείνει ένα πλαίσιο που ευνοεί κυρίως όσους διαθέτουν μεγαλύτερη οικονομική δυνατότητα, αφήνοντας ακάλυπτους τους πιο ευάλωτους.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στο εκτιμώμενο δημοσιονομικό κόστος της ρύθμισης των 120 δόσεων, ύψους περίπου 3 δισ. ευρώ, το οποίο, σύμφωνα με τους βουλευτές, προβάλλεται ως απαγορευτικό, ενώ την ίδια στιγμή αγνοείται το κόστος που προκαλεί η σημερινή κατάσταση, όπως τα λουκέτα, η απώλεια θέσεων εργασίας, η μείωση της οικονομικής δραστηριότητας και, τελικά, η απώλεια δημοσίων εσόδων.
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η αδυναμία ένταξης σε βιώσιμες ρυθμίσεις οδηγεί δεκάδες χιλιάδες επαγγελματίες στην απώλεια ασφαλιστικής ικανότητας, με σοβαρές κοινωνικές συνέπειες και επιβάρυνση του δημόσιου συστήματος υγείας και κοινωνικής προστασίας. Στο ίδιο πλαίσιο, οι συνυπογράφοντες βουλευτές υπενθυμίζουν τις προτάσεις των επαγγελματικών φορέων για μείωση της προκαταβολής φόρου, αρχικά στο 40% και σταδιακά στο μηδέν, ως μέτρο ενίσχυσης της ρευστότητας.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στο ζήτημα της συνταξιοδότησης. Παρότι αυξήθηκε πρόσφατα το ανώτατο όριο οφειλών προς τον e-ΕΦΚΑ για την απονομή σύνταξης, οι βουλευτές τονίζουν ότι τα νέα όρια εξακολουθούν να αποκλείουν σημαντικό αριθμό ασφαλισμένων, οι οποίοι, παρά τη συμπλήρωση των απαιτούμενων ετών και ηλικίας, παραμένουν εγκλωβισμένοι λόγω συσσωρευμένων χρεών από την περίοδο της κρίσης, της πανδημίας και της ακρίβειας.
Σύμφωνα με την ερώτηση, χιλιάδες αυτοαπασχολούμενοι και μικρομεσαίοι επαγγελματίες βρίσκονται σε καθεστώς εργασιακής και οικονομικής επισφάλειας, χωρίς επαρκές εισόδημα, χωρίς σύνταξη και χωρίς ρεαλιστική δυνατότητα αποπληρωμής των οφειλών τους, γεγονός που, όπως σημειώνεται, θίγει τον κοινωνικό χαρακτήρα της ασφάλισης και το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στην κοινωνική προστασία.
Με βάση τα παραπάνω, οι βουλευτές ζητούν από τους αρμόδιους υπουργούς να εξηγήσουν γιατί απορρίπτεται η επαναφορά των 120 δόσεων, ποια μέτρα προτίθενται να λάβουν για τη στήριξη της ρευστότητας και τη διατήρηση της ασφαλιστικής ικανότητας των επαγγελματιών, αν εξετάζεται περαιτέρω αύξηση του ορίου οφειλών για τη συνταξιοδότηση και αν προωθούνται ευνοϊκότεροι συμψηφισμοί ή ειδικές ρυθμίσεις για ευάλωτες ομάδες.
Όπως τονίζουν η σύνταξη δεν αποτελεί προνόμιο αλλά θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα, ενώ η επαναφορά των 120 δόσεων συνιστά πάγιο και τεκμηριωμένο αίτημα των παραγωγικών φορέων.
Ακολουθεί η Ερώτηση.
Αθήνα, 10 Φεβρουαρίου 2026
ΕΡΩΤΗΣΗ
Προς τους κ.κ. Υπουργούς
Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών
Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης
Θέμα: «Ραγδαία αύξηση ληξιπρόθεσμων οφειλών, άρνηση επαναφοράς των 120 δόσεων και αποκλεισμός ασφαλισμένων από τη σύνταξη λόγω ανεπαρκούς ορίου οφειλών προς τον e-ΕΦΚΑ»
Επαγγελματίες, έμποροι και βιοτέχνες, μέσω των συλλογικών τους φορέων και επιμελητηρίων, επαναφέρουν μετ’ επιτάσεως το αίτημα για την επαναφορά ρύθμισης οφειλών σε έως 120 μηνιαίες δόσεις, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για μέτρο οικονομικού ρεαλισμού και όχι πολιτικής ευκολίας. Πρόκειται για αίτημα που διατυπώνεται με σαφήνεια και επιμονή από τον παραγωγικό κόσμο της χώρας, ο οποίος εξακολουθεί να λειτουργεί υπό καθεστώς έντονης οικονομικής πίεσης. Παρά ταύτα, το οικονομικό επιτελείο της Κυβέρνησης εμφανίζεται κατηγορηματικά αντίθετο, τη στιγμή που οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τη Φορολογική Διοίκηση και τα Ασφαλιστικά Ταμεία υπερβαίνουν τα 162 δισ. ευρώ. Το ύψος αυτό, ωστόσο, φαίνεται ότι δεν αρκεί για να οδηγήσει στην αναζήτηση ρεαλιστικών και δοκιμασμένων εργαλείων είσπραξης και στήριξης της πραγματικής οικονομίας.
Θα ανέμενε κανείς ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, η κυβερνητική πολιτική θα επικεντρωνόταν στη διαμόρφωση λύσεων που ενισχύουν τη συμμόρφωση και όχι στη διατήρηση ενός πλαισίου που, όπως αποδεικνύεται καθημερινά, οδηγεί στη διόγκωση των οφειλών, ιδίως όταν η αντίστοιχη ρύθμιση του παρελθόντος απέδειξε στην πράξη ότι μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο ενίσχυσης των δημόσιων εσόδων, γεγονός που σήμερα φαίνεται να παραγνωρίζεται ή να αποσιωπάται.
Την ίδια στιγμή, ως μοναδική εναλλακτική λύση προβάλλεται ο Εξωδικαστικός Μηχανισμός Ρύθμισης Οφειλών. Ένα εργαλείο το οποίο αφορά οφειλές άνω των 10.000 ευρώ και αφήνει εκτός τη συντριπτική πλειονότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των ελεύθερων επαγγελματιών. Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση προτείνει ως λύση ένα πλαίσιο που δεν αφορά εκείνους που πλήττονται περισσότερο αλλά εκείνους που ήδη διαθέτουν μεγαλύτερη οικονομική δυνατότητα.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί και το γεγονός ότι το εκτιμώμενο δημοσιονομικό κόστος μιας νέας ρύθμισης έως 120 δόσεων, ύψους περίπου 3 δισ. ευρώ, παρουσιάζεται ως απαγορευτικό. Την ίδια ώρα, η διατήρηση της σημερινής κατάστασης οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε λουκέτα, απώλεια θέσεων εργασίας, συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας και, τελικά, σε απώλεια δημοσίων εσόδων — εξέλιξη που προφανώς δεν θεωρείται εξίσου προβληματική από το Υπουργείο σας. Παράλληλα, η αδυναμία ένταξης σε βιώσιμες ρυθμίσεις οδηγεί δεκάδες χιλιάδες επαγγελματίες στην απώλεια ασφαλιστικής ικανότητας. Η συνέπεια αυτή αντιμετωπίζεται σχεδόν ως παράπλευρη απώλεια, παρότι συνεπάγεται κοινωνικό αποκλεισμό και επιβάρυνση του δημόσιου συστήματος υγείας και κοινωνικής προστασίας.
Στο ίδιο πλαίσιο, επαγγελματικοί φορείς έχουν επανειλημμένως θέσει και το ζήτημα της προκαταβολής φόρου, τονίζοντας ότι θα μπορούσε να μειωθεί αρχικά στο 40% και σε βάθος χρόνου να μηδενιστεί, ως μέτρο στοιχειώδους ενίσχυσης της ρευστότητας. Ωστόσο, η συνολική εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας κυβερνητικής πολιτικής που, ενώ διαπιστώνει τη διόγκωση των οφειλών, αρνείται να αξιοποιήσει εργαλεία που μπορούν να αποδώσουν έσοδα και να στηρίξουν την πραγματική οικονομία, μεταθέτοντας διαρκώς το πρόβλημα στο μέλλον.
Επιπροσθέτως, παρότι με πρόσφατες νομοθετικές πρωτοβουλίες αυξήθηκε το ανώτατο όριο οφειλών προς τον e-ΕΦΚΑ που επιτρέπεται να έχει ένας ασφαλισμένος προκειμένου να λάβει σύνταξη, στην πράξη αποδεικνύεται ότι τα νέα όρια εξακολουθούν να αποκλείουν σημαντικό αριθμό πολιτών που, αν και έχουν συμπληρώσει τα απαιτούμενα έτη ασφάλισης και ηλικίας, αδυνατούν να συνταξιοδοτηθούν λόγω συσσωρευμένων οφειλών, οι οποίες δημιουργήθηκαν σε συνθήκες παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, πανδημίας και αυξημένου κόστους ζωής.
Το αποτέλεσμα είναι χιλιάδες ασφαλισμένοι, κυρίως αυτοαπασχολούμενοι και μικρομεσαίοι επαγγελματίες, να παραμένουν εγκλωβισμένοι σε ένα καθεστώς εργασιακής και οικονομικής επισφάλειας, χωρίς επαρκές εισόδημα και σύνταξη και χωρίς ουσιαστική δυνατότητα αποπληρωμής των χρεών τους. Η κατάσταση αυτή θίγει ευθέως τον κοινωνικό χαρακτήρα της ασφάλισης και το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στην κοινωνική προστασία.
Επειδή η επαναφορά ρύθμισης έως 120 δόσεων αποτελεί πάγιο, τεκμηριωμένο και καθολικό αίτημα των παραγωγικών φορέων της χώρας,
Επειδή η διόγκωση των ληξιπρόθεσμων οφειλών αποδεικνύει την αποτυχία του ισχύοντος πλαισίου,
Επειδή η απώλεια ασφαλιστικής ικανότητας και η συρρίκνωση της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας υπονομεύουν τόσο την κοινωνική συνοχή όσο και τα δημόσια έσοδα,
Επειδή η σύνταξη δεν αποτελεί προνόμιο αλλά θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα, για την προστασία του οποίου το κράτος οφείλει να λαμβάνει όλα τα απαιτούμενα μέτρα,
Επειδή οι υφιστάμενες ρυθμίσεις δεν επαρκούν για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα στο σύνολό του.
Οι ερωτώντες Βουλευτές
Κόκκαλης Βασίλειος
Ακρίτα Έλενα
Βέττα Καλλιόπη
Γαβρήλος Γεώργιος
Γιαννούλης Χρήστος
Δούρου Ειρήνη (Ρένα)
Ζαμπάρας Μιλτιάδης
Κεδίκογλου Συμεών
Μεϊκόπουλος Αλέξανδρος
Μπάρκας Κωνσταντίνος
Νοτοπούλου Αικατερίνη
Ξανθόπουλος Θεόφιλος
Παναγιωτόπουλος Ανδρέας
Τσαπανίδου Παρθένα (Πόπη)
Ψυχογιός Γεώργιος