Σημεία από την τοποθέτηση του Τομεάρχη Παιδείας και εισηγητή του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Διονύση Καλαματιανού, στο σ/ν για τον κατώτατο μισθό.
Για το γεγονός ότι η κυβέρνηση δεν εφαρμόζει όπως πρέπει την Ευρωπαϊκή Οδηγία για τον κατώτατο μισθό, τόνισε:
«Από την αρχή της διακυβέρνησής σας το καλοκαίρι του 2019 έως και σήμερα, συνεχίζετε να λειτουργείτε υπονομευτικά προς την λειτουργία των Συλλογικών Διαπραγματεύσεων. Ισχυρίζεστε ότι είστε υπέρ των ελεύθερων διαπραγματεύσεων και φέρνετε στις διατάξεις αυτές μια πρόταση για τον καθορισμό νομοθετικά του κατώτατου μισθού. Μα, αν ήσασταν υπέρ των ελεύθερων διαπραγματεύσεων θα φέρνατε ενόψει και της Οδηγίας -γιατί αυτό είναι το πνεύμα της Οδηγίας- διατάξεις που θα ενίσχυαν τις Συλλογικές Διαπραγματεύσεις και τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας. Επομένως, έχουμε μεγάλες αμφιβολίες για το αν πραγματικά είστε υπέρ των ελεύθερων διαπραγματεύσεων. Επιπλέον, ισχυρίζεστε πως με την πρότασή σας απαγορεύεται οποιαδήποτε μείωση στον κατώτατο μισθό. Γνωρίζετε, όμως, ότι νομοθετικά ο κατώτατος μισθός μπορεί να μειωθεί.»
Αναλύοντας το νομοσχέδιο, ανέφερε:
«Στην πραγματικότητα δεν εισάγεται καμία ουσιαστική προστασία του κατώτατου μισθού, δεν εκφράζεται και δεν ενσωματώνεται το φιλεργατικό πνεύμα της Κοινοτικής Οδηγίας. Έχουμε τονίσει ότι η ενσωμάτωση της Οδηγίας θα έπρεπε να ενισχύει τον ρόλο και την αυτονομία των κοινωνικών εταίρων. Θα έπρεπε να ενισχύει το δικαίωμά τους να διαπραγματεύονται και να συνάπτουν Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας. Δυστυχώς, τίποτα τέτοιο δεν ισχύει με την παρούσα νομοθέτηση που προτείνετε. Για να καλύψετε το εύρος της εφαρμογής και τη βούληση του ευρωπαίου νομοθέτη, θα έπρεπε το νομοσχέδιο να διευκολύνει και να ενισχύει το δικαίωμα στις Συλλογικές Διαπραγματεύσεις μεταξύ ενός ή περισσοτέρων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Τίποτα, τέτοιο, όμως δεν προκύπτει με το νομοσχέδιό σας.
Είναι σαφές ότι η κυβέρνηση κινείται συστηματικά σε κατεύθυνση υπονόμευσης, υποβάθμισης και απαξίωσης των Συλλογικών Διαπραγματεύσεων και των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας. Χαρακτηριστικό είναι ότι υπάρχουν αρκετές κλαδικές συμβάσεις εργασίας που μένουν στα συρτάρια του υπουργείου και δεν κηρύσσονται υποχρεωτικές. Δεν δίνετε, λοιπόν, πραγματική πρωτοβουλία στους κοινωνικούς εταίρους, εξακολουθώντας η κυβέρνηση να έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο στη διαδικασία καθορισμού των μισθών. Γεγονός που είναι αντίθετο με το πνεύμα της Οδηγίας.
Η νομοθέτησή σας δεν περιέχει καμία δυνατότητα να επανέλθει ο τρόπος καθορισμού του κατώτατου μισθού όπως γινόταν πριν το 2012. Να αποκατασταθεί, δηλαδή, το πλαίσιο αυτό. Αντίθετα, δημιουργεί έναν μηχανισμό σύμφωνα με τον οποίο η ίδια η κυβέρνηση νομοθετικά -και όχι οι κοινωνικοί εταίροι- θα διαμορφώνει, τελικά, αν και πόσο θα αυξηθεί ο κατώτατος μισθός.
Τα κράτη μέλη, με την υπό ενσωμάτωση Οδηγία, θα έπρεπε να διασφαλίσουν ότι ο καθορισμός και η επικαιροποίηση των κατώτατων μισθών, γίνονται βάσει κριτηρίων που έχουν τεθεί για να συμβάλουν στο να είναι αξιοπρεπείς και επαρκείς. Στόχος είναι η επίτευξη ενός αξιοπρεπούς βιοτικού επιπέδου και η προώθηση, βεβαίως, της κοινωνικής συνοχής και της ανοδικής κοινωνικής σύγκλισης. Στον καθορισμό του κατώτατου μισθού πρέπει να λαμβάνονται υπόψη το κόστος ζωής και η αγοραστική δύναμη. Με το νομοσχέδιο, τι προβλέπεται; Ότι η διαμόρφωση του κατώτατου μισθού θα γίνεται αυτόματα μέσω ενός μαθηματικού τύπου. Όμως, ο προτεινόμενος Αυτόματος Μηχανισμός δεν ανταποκρίνεται συνολικά στους όρους, τα κριτήρια και τους στόχους που θέτει η ίδια η Οδηγία. Παράλληλα, δεν λαμβάνει μέριμνα και δεν προστατεύει τους εργαζόμενους από τη διατήρηση των ανισοτήτων που δημιουργεί η ανισόρροπη και ετεροβαρής σχέση μεταξύ της κερδοφορίας των επιχειρήσεων και του ύψους των μισθών. Με τον νέο τρόπο υπολογισμού και με την απουσία πρόβλεψης για την αποκατάσταση λειτουργίας των Συλλογικών Διαπραγματεύσεων και των Συλλογικών Συμβάσεων, επί της ουσίας, αυτό που κάνετε, είναι να αποκλείετε παντελώς από τη συζήτηση τους κοινωνικούς εταίρους και τελικά, να απομένει μόνο ο νομοθετικά καθορισμένος κατώτερος μισθός.»
Ειδικότερα για τη διάταξη του νομοσχεδίου που αφορά το δημόσιο, επισήμανε:
«Η προτεινόμενη ρύθμισή σας δεν πληροί τους όρους, τις προϋποθέσεις, τα κριτήρια και τους στόχους που θέτει η Οδηγία. Γιατί ουσιαστικά η Οδηγία, επιδιώκει την εξομοίωση των αποδοχών ιδιωτικού και δημοσίου τομέα ως προς τον κατώτατο μισθό. Αν θέλετε λοιπόν, να εξομοιωθούν οι αποδοχές ιδιωτικού και δημοσίου τομέα, χορηγήστε ξανά 13ο και 14ο μισθό στον δημόσιο τομέα. Τότε θα μπορούμε να μιλάμε για εξίσωση των αποδοχών ιδιωτικού και δημοσίου τομέα. Αυτό πρέπει να γίνει. Επίσης, θα πρέπει να καταργήσετε την Ειδική Εισφορά Αλληλεγγύης που συνεχίζει να παρακρατείται στον δημόσιο τομέα, σε αντίθεση με τον ιδιωτικό που έχει καταργηθεί. Γιατί η Οδηγία μιλάει για εξίσωση και στις ασφαλιστικές εισφορές και επιβαρύνσεις.»
Για την ανάγκη να αποσυρθεί το νομοσχέδιο, σημείωσε:
«Με το νομοθέτημα που φέρνετε, όχι μόνο δεν συμβάλλετε στο να επανέλθει, να διορθωθεί και να βελτιωθεί, η αρνητική κατάσταση που εσείς δημιουργήσατε στις Συλλογικές Διαπραγματεύσεις, αλλά, ουσιαστικά την κάνετε ακόμα χειρότερη. Αυτό θα συμβεί καθώς, πλέον, θα καθορίζεται ο κατώτατος μισθός με τον αλγόριθμο, με τη νομοθετική σας παρέμβαση και οι κοινωνικοί εταίροι -ειδικά οι οργανώσεις των εργαζομένων- δεν θα έχουν καμία δυνατότητα διαχείρισης και διαπραγμάτευσης, με την πλευρά των εργοδοτών. Άρα, λοιπόν, με τη δική σας νομοθέτηση, ουσιαστικά οι Συλλογικές Διαπραγματεύσεις και ειδικά η κατάρτιση Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας παραπέμπεται στις καλένδες. Γι’ αυτό σας καλούμε, για μια φορά ακόμα να ξαναδείτε το πνεύμα και το γράμμα της Οδηγίας, ώστε να νομοθετηθεί πραγματικά η βελτίωση των μισθών του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα.»