Ν. Παππάς

«Ο ΕΦΚΑ είναι ο εθνικός επενδυτής που θα μπει μπροστά για ένα νέο παραγωγικό μοντέλο»

Τοποθέτηση του Νίκου Παππά, Γραμματέα της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία και τομεάρχη Οικονομικών της Κ.Ο. του κόμματος, στην Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου, στη συζήτηση του νομοσχεδίου του υπουργείου Ανάπτυξης

Την ανάγκη η Ελλάδα να αποκτήσει έναν «εθνικό επενδυτή», με τον ΕΦΚΑ να αξιοποιεί την κοινή αποταμίευση για τις μεγάλες υποδομές, τις νέες τεχνολογίες και την κοινωνική στέγη, ανέδειξε ο Νίκος Παππάς κατά την τοποθέτησή του στην Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου για το νομοσχέδιο του υπουργείου Ανάπτυξης.

«Η Ελλάδα χρειάζεται έναν εθνικό επενδυτή, έναν επενδυτή ο οποίος θα κοιτάει και θα φροντίζει το όλον και όχι το μερικό συμφέρον», τόνισε ο Γραμματέας της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, προσθέτοντας ότι «ο εθνικός αυτός επενδυτής δεν μπορεί να είναι άλλος από την κοινή μας αποταμίευση και εννοώ τον ΕΦΚΑ».

Εξήγησε ότι ο ΕΦΚΑ μπορεί να αποκτήσει ενεργό επενδυτικό ρόλο, με στόχο σύγχρονα και καλά συντηρημένα δίκτυα, την είσοδο της ελληνικής οικονομίας στις νέες τεχνολογίες και τη χρηματοδότηση μεγάλων υποδομών. Συνέδεσε, επίσης, την πρόταση με μία λύση για το ιδιωτικό χρέος και τη δημιουργία κοινωνικής στέγης, ενώ επικαλέστηκε τα διεθνή παραδείγματα του καναδικού ασφαλιστικού ταμείου, που έχει την πλειοψηφία των μετοχών στο «Ελευθέριος Βενιζέλος», και αυστραλιανού ασφαλιστικού ταμείου που έχει επενδύσει στον ΔΕΔΔΗΕ.

Ο Νίκος Παππάς σημείωσε παράλληλα ότι «η κυβέρνηση έχει πέσει θύμα του ψεύδους της» για το υποτιθέμενο ανυπέρβλητο δημοσιονομικό όριο των 2,2 δισ. ευρώ, ενώ για τον ΕΦΚ τόνισε ότι δεν απαιτείται ειδική άδεια για τη μείωσή του και ότι έντεκα χώρες έχουν ήδη προχωρήσει σε αντίστοιχες μειώσεις.

Ασκώντας κριτική στο νομοσχέδιο, έθεσε στο επίκεντρο την ποιότητα των επενδύσεων. Από τα 11 δισ. ευρώ Άμεσων Ξένων Επενδύσεων που καταγράφονται, περίπου τα μισά, όπως είπε, αφορούν τη METLEN και τη μεταφορά της έδρας της στο Λονδίνο και όχι νέα παραγωγική επένδυση στην Ελλάδα. «Είναι απλώς μια λογιστική αποτύπωση και όχι παραγωγική επένδυση», σημείωσε.

Έθεσε, επίσης, ζήτημα για το τι ορίζεται ως μη εγχώριο επενδυτικό κεφάλαιο και πώς αποκλείεται ελληνικά κεφάλαια να μεταφέρονται στο εξωτερικό και να επιστρέφουν ως «ξένα» για να λάβουν κίνητρα.

Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν και για τη διαφάνεια και τον έλεγχο. Κατά τον ίδιο, η Επιτροπή Αξιολόγησης συγκροτείται με υπουργική απόφαση που δεν δημοσιεύεται σε ΦΕΚ, δεν δημοσιεύονται τα πρακτικά της και δεν προβλέπεται σαφές πλαίσιο για συγκρούσεις συμφερόντων, παρότι πρόκειται για ενισχύσεις που μπορεί να φτάσουν τα 20 εκατ. ευρώ. «Ποιοι αποφασίζουν; Με ποια διαδικασία; Με ποια λογοδοσία;», διερωτήθηκε.

Παράλληλα, επισήμανε ότι ο ίδιος ο επενδυτής επιλέγει και πληρώνει τον ελεγκτή που θα πιστοποιήσει την επένδυσή του -«ο ελεγχόμενος δηλαδή επιλέγει αυτόν που θα τον ελέγξει»-, ενώ μπορεί να λάβει ολόκληρη την ενίσχυση έχοντας καλύψει μόλις το 50% των προβλεπόμενων θέσεων εργασίας: «Όλα τα λεφτά, οι μισές θέσεις εργασίας». Οι υποχρεώσεις, δε, διαρκούν έξι χρόνια, όταν το φορολογικό όφελος μπορεί να φτάσει τα δεκαπέντε.

«Γενναιόδωρα κίνητρα και ελαστικές υποχρεώσεις», με κυρώσεις «που είναι πάρα πολύ αδύναμες», ήταν η συνολική του αποτίμηση για την αρχιτεκτονική του νομοσχεδίου.

Scroll