Η Ολοκλήρωση της Ιδιωτικοποίησης του ΟΤΕ και η Στρατηγική της Κοινωνικοποίησης
ΑΝΕΣΤΗΣ ΤΑΡΠΑΓΚΟΣ, Θεσσαλονίκη – Μάιος 2008
Προς την ολοκλήρωση της αποκρατικοποίησης ;
Η πρόσφατη συμφωνία για την αποκρατικοποίηση και του τελευταίου σημαντικού μέρους του μετοχικού κεφαλαίου του ΟΤΕ μεταξύ του ελληνικού κράτους και της Γερμανικής Τηλεφωνίας (μετά την κερδοσκοπική διαμεσολάβηση της MIG), και μάλιστα στην προοπτική της μελλοντικής απόκτησης του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών από την γερμανική τηλεπικοινωνιακή επιχείρηση, ταυτόχρονα με την ουσιαστική εκχώρηση και του μάνατζμεντ του ελληνικού τηλεπικοινωνιακού οργανισμού, αντιπροσωπεύει μια από τις τελευταίες πράξεις του υπερδεκαετούς συνολικού εγχειρήματος ιδιωτικοποίησης των κοινωφελών δημόσιων επιχειρήσεων (ΔΕΚΟ). Άλλωστε στο βαθμό που η ίδια η κεφαλαιακή ιδιοκτησία του ΟΤΕ περιέρχεται στο ιδιωτικό κεφάλαιο (και ανεξάρτητα από την εθνικότητα του τελευταίου) επόμενο είναι και η ίδια η διαχείριση, ο καθορισμός της επιχειρηματικής πολιτικής, οι αποφάσεις για την τιμολογιακή του τακτική και για τους όρους απασχόλησης του τεχνικού του δυναμικού να περιέρχονται στην ιδιωτική καπιταλιστική ιδιοκτησία (και πάλι ανεξάρτητα αν αυτή αντιπροσωπεύει μια ευρωπαϊκή ή ελληνική κρατική καπιταλιστική εργοδοσία).
Το εγχείρημα ιδιωτικοποίησης του ΟΤΕ (όπως και της ΔΕΗ, των κρατικών τραπεζών, του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, των Οργανισμών Λιμένων, τμημάτων του ΟΣΕ κλπ.) έχει την αφετηρία του στα μέσα της 10ετίας του 1990 στα πλαίσια της πολιτικής του «εκσυγχρονισμού και της αναδιάρθρωσης» του νεοφιλελεύθερα μεταλλαγμένου ΠΑΣΟΚ, που εκποίησε στη διάρκεια της τελευταίας 8ετούς του διακυβέρνησης (1996 – 2004) τα δύο-τρίτα του μετοχικού κεφαλαίου του. Κι’ αυτό σε πλήρη σύμπλευση με τις κατευθύνσεις της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την πλήρη απελευθέρωση των αγορών ενέργειας, τηλεπικοινωνιών, μεταφορών κ.ά. που μέχρι τότε παρέμεναν στην δικαιοδοσία των εθνικών κρατικών οικονομικών δραστηριοτήτων. Βεβαίως αυτό γινόταν με την προφανή μορφή του «μονοπωλιακού κρατικού καπιταλισμού», ωστόσο υπάγονταν στο έλεγχο μιας κοινοβουλευτικά εκλεγμένης (και άρα λαϊκά ελεγχόμενης) διακυβέρνησης, ενώ ταυτόχρονα διασφαλίζονταν ένα ορισμένο καθεστώς «προστατευμένης» απασχόλησης του εργατοτεχνικού δυναμικού («προνοιακό» εργασιακό καθεστώς) που αποτελούσε και «σημείο αναφοράς» για την εργατική τάξη του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας.
Η αφλογιστία του «αντιπολιτευτικού μαρσαρίσματος» του ΠΑΣΟΚ
Η μακρόχρονη προαγωγή αυτής της νεοφιλελεύθερης πολιτικής από το ΠΑΣΟΚ στάθηκε αυτή (ως πολιτική του κυρίαρχου δικομματικού αστικού συνασπισμού εξουσίας στα πλαίσια της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής ολοκλήρωσης) που διαμόρφωσε το σημερινό «ασφαλές έδαφος» για την νεοσυντηρητική κυβέρνηση της ΝΔ (κινούμενη στις ίδιες πολιτικές συντεταγμένες) : Αφ’ ενός να προχωρήσει στην ίδια την ιδιωτικοποίηση του εργασιακού καθεστώτος των εργαζομένων που προσλαμβάνονται πλέον στις ΔΕΚΟ (με δεδομένη μάλιστα την απομείωση του απασχολούμενου προσωπικού με την ουσιαστική τεχνολογική αναδιάρθρωση των τηλεπικοινωνιών), πράγμα που έκανε στην πρώτη τριετή κυβερνητική της θητεία (κι’ αυτό με την συνέργεια της συναινετικής πλειοψηφίας του συνδικαλιστικού κινήματος στην κοινή ωφέλεια, με μόνη εξαίρεση την εναντίωση των αριστερών ταξικών δυνάμεων). – Αφ’ ετέρου να ξεκινήσει από τον πρώτο χρόνο της δεύτερης κυβερνητικής της θητείας την ολοκλήρωση της μεταβίβασης του μετοχικού κεφαλαίου των ΔΕΚΟ που παρέμενε στον έλεγχο του ελληνικού δημοσίου στο ιδιωτικό κεφάλαιο. Σ’ αυτή την κατεύθυνση δευτερογενή σημασία έχει η «εθνικότητα» αυτών των ιδιωτικών κεφαλαίων στα πλαίσια της σύγχρονης ισχυρότατης καπιταλιστικής διεθνοποίησης (παγκοσμιοποίησης) και των ηπειρωτικών πλέον οικονομικών ολοκληρώσεων (γι’ αυτό και ηχεί παράταιρα η επιχειρηματολογία περί των «γερμανοτσολιάδων» που «ξαναφέρνουν» τους γερμανούς, θαρρείς και η τοποθέτηση στη θέση τους της Ιντακόμ ή της MIG κλπ. θα είχε διαφορετικά αποτελέσματα). Άλλωστε δεν ήταν μέχρι σήμερα αυτός ο ίδιος ο ΟΤΕ και η COSMOTE που πραγματοποίησαν μια διόλου ευκαταφρόνητη ιμπεριαλιστική οικονομική διείσδυση στις γειτονικές βαλκανικές οικονομίες, εξαγοράζοντας αντίστοιχους «εθνικούς» τηλεπικοινωνιακούς οργανισμούς και επεκτείνοντας τα αντίστοιχα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας;
Κατά συνέπεια, το εγχείρημα του σημερινού σοσιαλφιλελεύθερου ΠΑΣΟΚ να εμφανιστεί ως «αντιπολιτευόμενη» δύναμη στην συμφωνία αποκρατικοποίησης ελληνικού κράτους και Γερμανικής Τηλεφωνίας, στη λογική να διατηρηθεί ο «δημόσιος έλεγχος» του ΟΤΕ, προβάλλει ως τουλάχιστον κακόγουστο αστείο. Δεν ήταν παρά το ΠΑΣΟΚ που εκχώρησε την πλειοψηφία του μετοχικού του κεφαλαίου στις ιδιωτικές επιχειρήσεις, και δεν ήταν παρά οι συνδικαλιστικές του δυνάμεις που συνήψαν την συμφωνία ιδιωτικοποίησης του εργασιακού του καθεστώτος (έναντι των «ανταλλαγμάτων» των μαζικών εθελουσίων εξόδων). Έτσι, όσο κι’ αν προσπαθεί η τωρινή πολιτική του ηγεσία να «φουλάρει» τις «αντιπολιτευτικές της μηχανές», ο κινητήρας δεν πρόκειται να πάρει μπροστά, γιατί το ίδιο τον αποδιάρθρωσε (του στέρησε τα καύσιμα, έκοψε τα καλώδια, αφαίρεσε τα μπουζί, έκαψε τα λάδια της όποιας λαϊκής αντιπολιτευτικής δυναμικής).
Αν έτσι έχουν τα πράγματα από την πολιτική παρέμβασης (διάλυσης) του δημόσιου κοινωφελούς τομέα της οικονομίας, με την πλήρη ώθηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (η οποία μάλιστα κανοναρχεί και την απελευθέρωση των υπηρεσιών σε τομείς όπως η δημόσια υγεία και εκπαίδευση) από τους δύο πυλώνες του αστικού δικομματισμού, πώς τοποθετούνται τα καίρια αυτά ζητήματα του κινήματος στη σημερινή συγκυρία από την άποψη της τακτικής αλλά και της στρατηγικής ; Στα σίγουρα αντιπροσωπεύει κοινό τόπο για ολόκληρο το ελληνικό αριστερό κίνημα, και κατά μείζονα λόγο για την Ριζοσπαστική Αριστερά, η εργατική και κοινωνική αντιπαλότητα στην ολοκλήρωση των αποκρατικοποιήσεων των ΔΕΚΟ και στην μετάλλαξη του εργασιακού τους καθεστώτος, ανεξάρτητα αν διανύεται η τελευταία φάση αυτής της βαθειάς νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης. Η ενδεχόμενη επιτυχής (από την άποψη των εργατικών κοινωνικών συμφερόντων) έκβαση αυτής της αντιπαράθεσης με την απόκρουση και ματαίωση των αποκρατικοποιήσεων που επιχειρούνται στη σημερινή περίοδο θα συμβάλει στην συνολική επανατοποθέτηση του ζητήματος της κοινωφελούς λειτουργίας του δημόσιου οικονομικού τομέα. Τόσο όμως οι ανάγκες διεξαγωγής αυτής της αριστερής διαπάλης στη σύγχρονη συγκυρία , όσο και στην περίπτωση του ενδεχομένου επικράτησης της ολοκλήρωσης των αποκρατικοποιήσεων των ΔΕΚΟ από τη νεοσυντηρητική διακυβέρνηση της ΝΔ, εγκαλούν την ελληνική Αριστερά και το ταξικό εργατικό κίνημα, και ιδιαίτερα τις ριζοσπαστικές της εκφράσεις (ΣΥΡΙΖΑ) στην συνολική στρατηγική προοπτική αντιμετώπισης του καίριου αυτού οικονομικού και κοινωνικού προβλήματος, ανεξάρτητα από τους όποιους δυσμενείς συσχετισμούς σε ελληνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η ριζοσπαστική εναλλακτική προοπτική κοινωνικοποίησης
Αν εξίσου κοινός τόπος της αριστερής πολιτικής είναι η «προάσπιση του δημόσιου χώρου», η δημόσια ιδιοκτησία και διαχείριση των νευραλγικής σημασίας στρατηγικών επιχειρήσεων για την κοινωνικού χαρακτήρα οικονομική ανάπτυξη, τότε το ζήτημα προσλαμβάνει προγραμματική στρατηγική σημασία. Και προφανώς δεν πρόκειται μόνον για τον ΟΤΕ, τη ΔΕΗ ή την Ολυμπιακή κ.ά. που βρίσκονται στο μάτι του κυκλώνα, αλλά με βάση και τις διεθνείς εμπειρίες της Αριστεράς, για τις νευραλγικές («μονοπωλιακές») επιχειρήσεις στρατηγικής σημασίας στους μεγάλους τομείς της κοινωνικής παραγωγής (τράπεζες, βιομηχανία, εμπόριο κλπ.). Κατά συνέπεια η εναλλακτική προοπτική του ελληνικού αριστερού κινήματος απέναντι (τουλάχιστον) στις ΔΕΚΟ δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει από μια γενική άποψη την «εθνικοποίησή» τους (απαλλοτρίωση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας του μετοχικού τους κεφαλαίου που έχει ιδιωτικοποιηθεί), όπως τουλάχιστον αντίστοιχα διαμορφώθηκε η αριστερή στρατηγική τόσο στο Κοινό Πρόγραμμα των γάλλων κομμουνιστών, σοσιαλιστών και ριζοσπαστών (άσχετα αν αυτό οδηγήθηκε στη διάσπαση), όσο και στο δημοκρατικό σοσιαλιστικό εγχείρημα της χιλιανής Λαϊκής Ενότητας (ανεξαρτήτως της κατάπνιξής της στο αίμα της δικτατορικής επιβολής) στη διάρκεια της 10ετίας του 1970.
Είτε πρόκειται για την σημερινή συγκυρία της άμυνας απέναντι στην αποκρατικοποίηση, είτε πρόκειται για την εναλλακτική προγραμματική προοπτική, στο επίκεντρο της ριζοσπαστικής στρατηγικής δεν μπορεί παρά να τοποθετείται η «εθνικοποίηση» (απαλλοτρίωση) της ιδιωτικοποιημένης καπιταλιστικής ιδιοκτησίας των στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων (και πρώτα από όλα των ΔΕΚΟ που ήταν ήδη δημόσιες επιχειρήσεις κοινωφελούς χαρακτήρα). Και εφόσον η Αριστερά δεν διεκδικεί προφανώς ακόμη και σ΄ αυτή την περίπτωση την ανασύσταση του «κρατικού μονοπωλιακού καπιταλισμού» στους τομείς της ενέργειας – επικοινωνιών – μεταφορών κ.ά. όπως ιστορικά λειτούργησε στα πλαίσια του αστικού οικονομικού καθεστώτος, τότε ως δεύτερη θεμελιακή παράμετρος αυτής της στρατηγικής αναδεικνύεται ο εργατικός και κοινωνικός έλεγχος των «εθνικοποιημένων» αυτών νευραλγικών επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας. Μ’ άλλες λέξεις η άσκηση ευρέων εξουσιών των εργαζομένων , των χρηστών και των αιρετών δημοσίων εκπροσώπων σ’ όλες τις πλευρές λειτουργίας τους (προγραμματισμός, επενδύσεις, οικονομικά αποτελέσματα, οργάνωση της παραγωγής, καταμερισμός της εργασίας, κριτήρια λειτουργίας κλπ.). Και αυτή η δεύτερη διάσταση αντιμετώπισης του ζητήματος δεν είναι έξω από την οπτική (τουλάχιστον σε διακηρυκτικό επίπεδο) καμιάς πολιτικής και κοινωνικής δύναμης της ελληνικής Αριστεράς (ακόμη και το ΚΚΕ κάνει λόγο για εργατικό και κοινωνικό έλεγχο στις αναφορές του για την προοπτική της λαϊκής εξουσίας και οικονομίας στα «μονοπώλια» που κρίνει αναγκαία την εθνικοποίησή τους).
Τέλος, τρίτη βασική παράμετρος μιας τέτοιας αριστερής εναλλακτικής προοπτικής είναι η θέση της λειτουργίας αυτών των «εθνικοποιημένων» δημόσιων επιχειρήσεων με «εργατικό κοινωνικό έλεγχο» σε οργανική συνάρτηση με τις γενικές και βασικές λαϊκές ανάγκες, με τις κατευθύνσεις μιας κοινωνικού χαρακτήρα οικονομικής ανάπτυξης. Μ’ άλλες λέξεις απεξάρτησης της λειτουργίας τους από την παροχή υπηρεσιών ή προϊόντων στον καπιταλιστικό επιχειρηματικό περίγυρο σε χαμηλές τιμές προκειμένου να επιτυγχάνουν συμπιεσμένο παραγωγικό κόστος. Μ’ αυτή την έννοια η ίδια η επέκταση αυτών των «μονοπωλιακών» κρατικών επιχειρήσεων στις βαλκανικές οικονομίες, με εξαγορές εθνικών επιχειρήσεων και οργανισμών και «κατάκτηση» αυτών των αγορών, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συναρμόζεται οργανικά με τις αρχές της κοινωνικής οικονομικής τους ανάπτυξης.
Το σύνολο αυτών των τριών θεμελιωδών κριτηρίων αντιμετώπισης του προβλήματος αντιπροσωπεύει την δημοκρατική σοσιαλιστική κοινωνικοποίηση που τοποθετείται στον πυρήνα της εναλλακτικής αριστερής στρατηγικής, της οποίας η προγραμματική αναγκαιότητα δεν μπορεί να μετατοπίζεται στο «ιστορικό υπερπέραν», αλλά αντιπροσωπεύει ανάγκη προσανατολισμού, έμπνευσης και επιχειρηματολογίας στην ίδια την τακτική αντιπαράθεση του ιστορικού παρόντος. Να λοιπόν ένα μείζον πολιτικό και κοινωνικό πεδίο για την κατάρριψη της νεοφιλελεύθερης μυθολογίας και ταυτόχρονα για την ανάδειξη των όρων της αριστερής ριζοσπαστικής ενότητας που πιεστικά θέτει η ίδια η νεοσυντηρητική κυβερνητική πολιτική της ΝΔ, με την «αντιπολιτευτική» συμπαιγνία του ΠΑΣΟΚ, στο οποίο δοκιμαζόμαστε όλες οι αριστερές δυνάμεις και εκφράσεις του εργατικού ταξικού κινήματος. Από την ίδια την απάντηση που δίνουμε εξαρτάται ο βαθμός ανταπόκρισής μας στις μείζονες προκλήσεις της σύγχρονης συγκυρίας.







