ΣΥΡΙΖΑ Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς


Επικοινωνία / Contact RSS Twitter Facebook YouTube flickr

01/08/2017

Ομιλία του Αν. Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων Κ. Φωτάκη στη συνεδρίαση της Ολομέλειας της Βουλής



Η συζήτηση που προηγήθηκε στις συνεδριάσεις της Επιτροπής, αλλά και η ευρύτερη αντιπαράθεση για θέματα Παιδείας έχει αναδείξει με τρόπο γλαφυρό και σαφή δύο αντιδιαμετρικές πολιτικές απόψεις:
Η πρώτη άποψη θεωρεί και διαχειρίζεται την Παιδεία κυρίως ως αγαθό που μπορεί να αποφέρει πόρους, ως αγαθό εμπορεύσιμο. Ως εμπόρευμα μεγάλης αξίας, το οποίο  η Πολιτεία μπορεί να το πωλεί ή να το διαχειρίζεται ως μεταπράτης.
Για παράδειγμα, οι κανόνες της ζήτησης και της προσφοράς, ρυθμίζουν κατά κύριο λόγο τα μεταπτυχιακά μαθήματα που δίνονται όπως και τις αμοιβές των διδασκόντων σε αυτά. Η προσπάθεια της προσέλκυσης πόρων από ξένους φοιτητές καθορίζει τον τρόπο και το επίπεδο διδασκαλίας. Η Πολιτεία περιορίζεται στο ρόλο του μεταπράτη, του μεταπράτη Παιδείας.
Μάλιστα προτάσσονται παραδείγματα χωρών που παρέχουν μεταπτυχιακά πτυχία ακόμη και δια αλληλογραφίας και ζητείται από την Πολιτεία, η άρση ελέγχων πιστοποίησης για να μειωθεί η γραφειοκρατία και να διευκολύνεται η εγγραφή των φοιτητών-πελατών!
Οποία η ειρωνεία! Αυτοί που κόπτονται υπέρ της υψηλής ποιότητας και αξιοκρατίας είναι οι πρώτοι που τις καταρρακώνουν.
Κι ακόμη περισσότερο, μέσα από το πρόσχημα ενός κίβδηλου εκσυγχρονισμού, αναπτύσσεται το ιδεολόγημα ότι αυτού του τύπου η Παιδεία μπορεί να αποτελέσει αναπτυξιακό εργαλείο, να βγάλει τη χώρα από την κρίση. Η ιδέα του «Επιχειρηματικού Πανεπιστημίου» βρίσκεται στον πυρήνα αυτού του τρόπου σκέψης. Μία ιδέα που έχει ήδη χρεοκοπήσει στις ΗΠΑ, εκεί που γεννήθηκε και φθίνει γοργά και στην Ευρώπη.
Οι ίδιοι οι εμπνευστές της ιδέας αυτής πριν από είκοσι χρόνια, σήμερα την θέτουν σε αμφισβήτηση μπροστά στα αδιέξοδα που δημιούργησε η υλοποίησή της. Κι ερχόμαστε στη χώρα μας, με διαφορά φάσης 20 ετών και προβάλλουμε ως «εκσυγχρονιστικά» παρωχημένα κι αποτυχημένα μοντέλα. Ασφαλώς δεν πρόκειται για εκσυγχρονισμό αλλά για οπισθοδρόμηση. Πρόσφατα δημοσιεύματα και αναφορές και στην Ε.Ε. αναδεικνύουν με έμφαση την ανάγκη επιστροφής στην «ακαδημαϊκότητα».
Η δεύτερη προσέγγιση βλέπει την Παιδεία κατ’ αρχήν ως μέσο στήριξης της Κοινωνίας, με τη μόρφωση, την πνευματική καλλιέργεια και τη δημιουργία ευκαιριών σταδιοδρομίας που παρέχει. Προτάσσει την ακαδημαϊκότητα, την επιστημονική ποιότητα και τις πνευματικές αξίες, προβάλλει τη Γνώση ως αυταξία που διευρύνει τους πνευματικούς ορίζοντες, δίνει έμπνευση και προοπτική.
Στο πλαίσιο αυτής της άποψης, η Παιδεία και η Έρευνα αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία τα οποία έχουν ως κοινό τόπο τη Γνώση που παράγουν και διαχέουν. Τη Γνώση που αποτελεί το απαραίτητο συστατικό για τη διαμόρφωση ενός νέου παραγωγικού προτύπου για τη χώρα που θα έχει ως βάση την Οικονομία της Γνώσης.
Την Οικονομία της Γνώσης που οδηγεί στην παραγωγή πλούτου που επιστρέφει στην Κοινωνία και συνεισφέρει στην Ανάπτυξη δημιουργώντας προϋποθέσεις για καλύτερη Υγεία, καλύτερη Παιδεία και άμβλυνση των ανισοτήτων.
Σύμφωνα με αυτή τη δεύτερη πολιτική άποψη, η όσμωση μεταξύ Παιδείας και Έρευνας αποτελεί μονόδρομο και η διαμόρφωση του ενιαίου χώρου Έρευνας - Παιδείας είναι αναγκαιότητα.
Αυτή την προσέγγιση έρχεται να υπηρετήσει το προς ψήφιση νομοσχέδιο για την Παιδεία. Έρχεται να ρυθμίσει όπου επιβλήθηκε απορρύθμιση, έρχεται να άρει διαχρονικές στρεβλώσεις, έρχεται να διανοίξει προοπτικές.
Στο επίκεντρο της προσπάθειας βρίσκεται το  εξαίρετο ανθρώπινο δυναμικό που διαθέτει η χώρα και κυρίως οι νέοι επιστήμονες και ερευνητές. Είναι το ανθρώπινο δυναμικό που αποτελεί τη σημαντικότερη παρακαταθήκη για το μέλλον, το οποίο σήμερα εξ αιτίας της υποτίμησης της εργασίας και κυρίως της έλλειψης προοπτικών σταδιοδρομίας έχει οδηγηθεί στη μεγάλη μονόπλευρη φυγή στο εξωτερικό, το brain drain ή την υποαπασχόληση, το brain waste.
Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat κατά τα χρόνια της κρίσης η μονόπλευρη μετανάστευση επιστημόνων έχει δεκαπλασιαστεί και συνεχώς εντείνεται. Κύριος στόχος μας είναι η ανάσχεση του brain drain και η υποκατάστασή του από μια ισορροπημένη αμφίδρομη κινητικότητα επιστημόνων, στοιχείο απαραίτητο για την προαγωγή της επιστήμης.
Όπως έχει δειχθεί σε μία σειρά μελετών, πρωταρχική αιτία για την επιστημονική μετανάστευση, δεν είναι μόνο το ύψος των μισθών όπως συχνά αναφέρεται αλλά η έλλειψη προοπτικών σταδιοδρομίας και εξέλιξης. Στο σημείο αυτό εστιάζουμε κι εμείς.
Δημιουργούμε ελκυστικές ευκαιρίες για ποιοτικές θέσεις εργασίας, για σταδιοδρομία και στο Δημόσιο και στον Ιδιωτικό τομέα. Στο Δημόσιο, στα ΑΕΙ και ΕΚ όπου για πρώτη φορά άνοιξαν θέσεις εργασίας μετά από 7 χρόνια ξηρασίας. 1000 νέες θέσεις καθηγητών στα Πανεπιστήμια και 100 νέες θέσεις Ερευνητών στα Ερευνητικά Κέντρα για τη διετία 2017-2018. Στον Ιδιωτικό τομέα με προγράμματα επιδότησης θέσεων εξειδικευμένων επιστημόνων για τη στελέχωση τμημάτων Έρευνας και Ανάπτυξης (Ε&Α) καινοτόμων επιχειρήσεων και με την αξιοποίηση ερευνητικών αποτελεσμάτων από το νεοϊδρυθέν Ταμείο Επιχειρηματικών Συμμετοχών. Αυτό όμως δεν αρκεί. Οι θέσεις εργασίας είναι αναγκαία συνθήκη αλλά όχι ικανή.
Κι αυτό γιατί οι θέσεις εργασίας θα πρέπει να συνδυάζονται με επιστημονικά και επιχειρηματικά περιβάλλοντα τα οποία λειτουργούν ως πόλοι έλξης για νέους αλλά και καταξιωμένους επιστήμονες. Περιβάλλοντα τα οποία εμπνέουν και δημιουργούν προϋποθέσεις για την ανάδειξη της δημιουργικότητας νέων επιστημόνων είτε στο ακαδημαϊκό, είτε στο επιχειρηματικό πεδίο, για παράδειγμα με τη δημιουργία εταιρειών start up.
Το προς ψήφιση νομοσχέδιο περιλαμβάνει σειρά ρυθμίσεων προς την κατεύθυνση αυτή. Οι ρυθμίσεις αυτές αποτυπώνονται σε σειρά άρθρων του Νομοσχεδίου που αφορούν την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, τα Μεταπτυχιακά Προγράμματα Σπουδών, τη λειτουργία των ΕΛΚΕ και το άρθρο 69 για την Έρευνα.
Θα αναφερθώ εν ολίγοις στο θεσμικό πλαίσιο που διέπει την οικονομική διαχείριση των ερευνητικών προγραμμάτων. Ποθούμενο είναι η ύπαρξη ευελιξίας που έχει ανάγκη η επιστημονική Έρευνα σε συνδυασμό με την προστασία του δημοσίου συμφέροντος. Μεγάλη η πρόκληση σε ένα σύστημα που είχε από τη μία κληρονομήσει ορισμένες κακές πρακτικές από το παρελθόν και από την άλλη αντιμετωπίζεται με καχυποψία και έλλειψη αντίληψης της δυναμικής που απαιτεί η  υλοποίηση ερευνητικών έργων.
Αυτή την κατάσταση έρχεται να εξορθολογήσει το νομοσχέδιο. Οι τελικές διατάξεις για τους ΕΛΚΕ (Άρθρα 50-68) διαμορφώθηκαν σε συνεργασία με τα ΑΕΙ και ΕΚ και κρίνονται ικανοποιητικές όπως παραδέχθηκαν και οι εκπρόσωποι της Συνόδου των Πρυτάνεων. Σε αυτά τα άρθρα αποτυπώνονται βασικές αρχές ορθολογικής διαχείρισης. Για παράδειγμα, πλέον καθορίζεται ποιος αποφασίζει τη σκοπιμότητα μιας δαπάνης, ποιος  ελέγχει τη νομιμότητα και ποιος εκτελεί τη δαπάνη.
Θα κλείσω με ορισμένες αναφορές στο άρθρο 69. Είναι το άρθρο που επικεντρώνεται σε ορισμένες βελτιώσεις στη λειτουργία του Ελληνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ), του νέου θεσμού που υπήρξε πρωτοβουλία αυτής της Κυβέρνησης και λειτουργεί ως ένα είδος ανεξάρτητης αρχής για τη διαμόρφωση του ερευνητικού τοπίου στην χώρα. Με τις ρυθμίσεις του άρθρου 69, ενισχύεται η διασύνδεση μεταξύ των μελών του ΕΣ του ΕΛΙΔΕΚ και των μελών του Εθνικού Συμβουλίου Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΣΕΚ) και των Τομεακών Επιστημονικών Συμβουλίων (ΤΕΣ), μέσω της Συμβουλευτικής Επιτροπής του ΕΛΙΔΕΚ. Με άλλα λόγια, εναρμονίζονται και αξιοποιούνται επιστημονικά όργανα  τα οποία αποτελούνται από επιστήμονες υψηλού κύρους ώστε να επιτευχθεί το βέλτιστο αποτέλεσμα στη διαμόρφωση και υλοποίηση της Εθνικής Στρατηγικής για την Έρευνα.
Κι εδώ θα ήθελα να αναφέρω τα πρώτα αποτελέσματα δράσεων του ΕΛΙΔΕΚ που καταγράφουν με τρόπο απτό την απαρχή της αναστροφής του brain drain:
Στις δύο πρώτες προκηρύξεις:
Υπήρξαν 2114 αιτήσεις για Υποψήφιους Διδάκτορες. Μετά από αξιολόγηση δόθηκαν 539 υποτροφίες, αριθμός ρεκόρ!

Υπεβλήθησαν 1669 αιτήσεις για ερευνητικά έργα Μεταδιδακτόρων Ερευνητών που βρίσκονται σε αξιολόγηση. 160 από αυτές τις αιτήσεις έχουν υποβληθεί από Έλληνες επιστήμονες που εργάζονται στο εξωτερικό και επιθυμούν να επιστρέψουν.

Το σύνολο των διαθέσιμων πόρων του ΕΛΙΔΕΚ για την τριετία 2017-2019 είναι 240 εκ. ευρώ. Από αυτά, μόνο το 2017, 106,5 εκ. ευρώ θα διατεθούν με τρόπο εμπροσθοβαρή στα ΑΕΙ και ΕΚ της χώρας για τη στήριξη της Έρευνας. Επισημαίνεται ότι αυτοί οι εθνικοί πόροι είναι πρόσθετοι εκείνων που παρέχονται από το ΕΣΠΑ και τον Τακτικό Προϋπολογισμό. Ποτέ άλλοτε στο παρελθόν δεν είχε συμβεί τέτοιας κλίμακας στήριξη της Επιστημονικής Έρευνας ακόμη και την εποχή της οικονομικής ευμάρειας.
Η διάταξη του άρθρου 69 για τη δημιουργία προσωποπαγών θέσεων Ερευνητών για νέους επιστήμονες που κερδίζουν επιχορηγήσεις από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Έρευνας, το ERC, αναμένεται να συνεισφέρει επίσης σε αυτή τη στόχευση και να εμπλουτίσει το δυναμικό των ελληνικών ΕΚ.
Θα πρέπει τέλος να επισημάνω ότι όπως δείχνουν οι δείκτες του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης (ΕΚΤ) (http://metrics.ekt.gr/el/node/339), το 2015, ένα έτος ιδιαίτερα δύσκολο για την Οικονομία, οι συνολικές δαπάνες Ε&Α αυξήθηκαν κατά 215 εκ. ευρώ σε σχέση με το 2014 φθάνοντας στο 0,97% του ΑΕΠ της χώρας, ποσοστό που ποτέ δεν είχε επιτευχθεί στο παρελθόν. Αντίστοιχα, οι θέσεις εργασίας Ε&Α σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης (ΙΠΑ) αυξήθηκαν κατά 4,9% στον ιδιωτικό τομέα, κατά 22,5% στα ΕΚ και 14,5% στα ΑΕΙ. Νομίζω ότι τα στοιχεία αυτά μιλούν από μόνα τους και τα υποβάλλω στη Βουλή.
Κυρίες και Κύριοι Βουλευτές,
Η Γνώση που προκύπτει από την Παιδεία και την Έρευνα διαπερνά οριζόντια πυλώνες της Ελληνικής Οικονομίας, όπως τον Πρωτογενή τομέα, τη Μεταποίηση, τον Τουρισμό, τις Μεταφορές και ταυτόχρονα αυτή η ίδια δημιουργεί ένα πρόσθετο πυλώνα οικονομικής δραστηριότητας με την ανάδειξη νεοφυών επιχειρήσεων.
Η ποιότητα της Παιδείας που παρέχεται, ο εξορθολογισμός της, η ενίσχυση της ακαδημαϊκότητας και της μόρφωσης που παρέχει είναι προϋποθέσεις επιτυχίας και το παρόν νομοσχέδιο σαφώς τις προωθεί.