Επικοινωνία / Contact Συνδέσεις RSS Twitter Facebook YouTube flickr

05/07/2017

Αποσπάσματα από την Εισήγηση του Ν. Παρασκευόπουλου στη συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής επί του πορίσματός της


Αποσπάσματα από την Εισήγηση του Ν. Παρασκευόπουλου, Βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ Α Θεσσαλονίκης, Προέδρου της Ειδικής Επιτροπής για τη διερεύνηση ευθυνών του πρ. Υπουργού Γ. Παπαντωνίου στη συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής επί του πορίσματός της

Η Κ.Ο. του ΣΥ.ΡΙΖ.Α ζητώντας τη σύσταση Ειδικής Επιτροπής για τη διερεύνηση ευθυνών του πρ. Υπουργού Γ. Π. εκπλήρωνε την υπόσχεση της Κυβέρνησης και του Πρωθυπουργού Αλ. Τσίπρα, για την ταυτόχρονη εξυγίανση οικονομίας και πολιτικής με την καταπολέμηση της διαφθοράς. Η θεμελιακή μας θέση ήταν και είναι ότι τα προβλήματα της πολιτικής λύνονται  μόνο με δικαιότερη πολιτική και περισσότερη Δημοκρατία. Για να εκπληρώσουμε τους παραπάνω στόχους, χρειαζόταν να ξεπεράσουμε  Συμπληγάδες.

Α) Από τη μια προβάλλεται το δίκαιο αίτημα να τιμωρηθούν όσοι διέπραξαν οικονομικά εγκλήματα και έσπρωξαν προς την κρίση. Αυτό το αίτημα, αρκετές φορές, δυστυχώς, κακοφορμίζει και καταλήγει στο ακροδεξιό (το αναφέρω έτσι επειδή χαρακτηριστικό της ακροδεξιάς είναι η πίστη ότι τα πάντα λύνονται με τη βία και την αυτόματη καταστολή), σύνθημα «Καταδίκη με συνοπτικές διαδικασίες ει δυνατόν σε ισόβια οποιουδήποτε εμπλέκεται σε οικονομικά σκάνδαλα».

Β) Από την άλλη πλευρά  των Συμπληγάδων, ηχούσαν και ηχούν οι  κραυγές «φιάσκο» και «άνθρακες ο θησαυρός».

Η Κυβέρνηση και η Βουλή δεν έπρεπε να αποφύγουν  τις Συμπληγάδες, έπρεπε να περάσουν μέσα από αυτές.  Γιατί αν κάτι δοκιμάζει την πολιτική και την κοινωνική συνοχή, είναι η αίσθηση του κόσμου ότι οι ισχυροί μένουν στο απυρόβλητο και μόνο οι μικροπαραβάτες κυνηγιούνται και τιμωρούνται. Ο Γ. Παπαντωνίου ήταν ισχυρός γιατί άσκησε εξουσία, όπως ασκήσαμε ή ασκούμε και πολλοί μέσα στην αίθουσα αυτή.

Πώς εργάστηκε η Κοινοβουλευτική Επιτροπή;

Ως «θησαυρό» θεώρησε όχι το εντυπωσιοθηρικό Πόρισμα, αλλά τη δίκαια διαδικασία. Όπως γίνεται φανερό από το Πόρισμα, απέβλεψε στο συγκεκριμένο κοινοβουλευτικό έργο θεωρώντας το ως κατεξοχήν νομικό. Ήταν και είναι σαφές ότι σε αντίθεση με την Εξεταστική Επιτροπή, η σύσταση της οποίας απηχεί κατεξοχήν μια πολιτική απόφαση, η Ειδική Επιτροπή για τη διερεύνηση ποινικών ευθυνών αποτελεί νομική υποχρέωση και καθήκον, από τη στιγμή που αντίστοιχες διώξεις παραπέμπονται από τον Εισαγγελέα στη Βουλή.

Σε όσα ηχηρά λοιπόν ακούστηκαν ότι η σύσταση της Επιτροπής αυτής έγινε για εντυπωσιασμό ή αποπροσανατολισμό, επισημαίνω ότι αντιθέτως η μη σύστασή της θα αποτελούσε παράβαση καθηκόντων.

Η λειτουργία μάλιστα αυτής της Επιτροπής ήταν  αναγκαία ακόμη και αν η εξέλιξη και το πόρισμά της ήταν ως ένα βαθμό νομικά προβλέψιμα, αφού έπρεπε να συγκεκριμενοποιηθούν (αν τελέστηκαν κατά την άσκηση των υπουργικών καθηκόντων ή μη)  οι αναφερόμενες πράξεις.

Στο κύριο θέμα μας λοιπόν:

Στη Βουλή έφθασαν με παραπομπή από αρμόδιους εισαγγελείς και άμεση διαβίβαση από τους Υπουργούς Δικαιοσύνης έξι (6) δικογραφίες που αφορούσαν  προμήθειες όπλων, οπλικών συστημάτων και αντισταθμιστικά ωφελήματα. Στις δικογραφίες γίνεται εμπεριστατωμένα η αναφορά, όχι μόνο του συνολικού ύψους των προμηθειών και των συμβάσεων, αλλά και της ζημίας που φέρεται να προέκυψε από το περιεχόμενο και την εφαρμογή τους σε βάρος της περιουσίας του δημοσίου. Η ζημία φέρεται να ανέρχεται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ. Αν οι περιγραφόμενες στις δικογραφίες πράξεις περάσουν τη βάσανο των αποδείξεων,  θα έχει αποδειχθεί μια τεράστια βλάβη της δημόσιας περιουσίας και του δημόσιου συμφέροντος.

Και μόνη, λοιπόν, η καταγραφή της βλάβης της περιουσίας του δημοσίου δείχνει το έγκλημα της απιστίας σχετικής με την υπηρεσία (256 του Ποινικού Κώδικα). Το αξιόποινο της απιστίας αυτής όμως σήμερα φαίνεται να έχει εξαλειφθεί οριστικά. Θυμίζω ότι κατά το άρθρο 86 παρ. 3 του Συντάγματος «η Βουλή μπορεί να ασκήσει την κατά την παράγραφο 1 αρμοδιότητά της μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος». Στη συγκεκριμένη περίπτωση τα εγκλήματα της απιστίας φέρεται να έχουν τελεστεί κατά το 2001 με 2004, ενώ η δεύτερη τακτική σύνοδος της ΙΑ΄ βουλευτικής περιόδου (07.03. 2004-18.08.2007) περατώθηκε την 28.09.2006 (Σύνοδος Β΄: 03.10.2005-28.09.2006). Η προθεσμία παρήλθε άπρακτη.

 

Απομένει επομένως η διερεύνηση πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες συμπεριφορές που προβλέπονται από τον νόμο 2331/1995, όπως ισχύει ιδίως μετά τη μεταρρύθμισή του με τον νόμο 3691/2008.

Για τη δυνατότητα της προκαταρκτικής ποινικής διερεύνησής τους από τη Βουλή σημαντική είναι και εδώ η απάντηση σε ένα ερώτημα: Αν η ερευνώμενη πράξη έχει τελεστεί κατά την άσκηση καθηκόντων του Υπουργού (προϋπόθεση αρμοδιότητας κατ’ άρθρο 86 παρ. 1 Συντάγματος). Αν όντως η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι αρνητική, η Βουλή θα πρέπει να παραπέμψει την υπόθεση και πάλι στις αρμόδιες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές, προκειμένου να διερευνήσουν τις ποινικές ευθύνες. Ανάλογη πορεία είχαμε όπως είναι γνωστό και στην περίπτωση του πρ. Υπουργού Ά. Τσοχατζόπουλου. Επί αναρμοδιότητας της Βουλής, ο πρ. Υπουργός κρίνεται από τα δικαστήρια, όπως κάθε πολίτης. Από τα κοινά δικαστήρια και με την κοινή διαδικασία.

 

Πράξεις νομιμοποίησης παράνομων εσόδων προς διερεύνηση όντως προκύπτουν από σχετικά έγγραφα της δικογραφίας. Αναφέρονται συγκεκριμένα πράξεις που ταυτίζονται με στερεότυπους τρόπους τέλεσης  «ξεπλύματος», από την ισχύουσα νομοθεσία.

Ανάμεσα σε αυτές συναντούμε:

1. Αγοραπωλησίες χρηματοοικονομικών προϊόντων  με σχηματισμό χαρτοφυλακίων ( έτη 2001 – 2009).

2. Αγορά ακινήτων με συγκριτικά χαμηλό τίμημα.

3. Καταθέσεις μεγάλου ύψους σε ελβετικές τράπεζες, από τον ίδιο τον πρ. Υπουργό και τη σύζυγό του.

4. Αποκρύψεις περιουσιακών στοιχείων του ιδίου ή της συζύγου του, κατά την υποβολή δηλώσεων «πόθεν έσχες».

5. Διασπορά καταθέσεων σε ελληνικές τράπεζες (ο Υπουργός και η σύζυγός του διατηρούσαν συνολικά 46 λογαριασμούς σε καταστήματα ελληνικών τραπεζών)

6. Συνεχής κατ’ έτος λήψη δανείων από τον πρ. Υπουργό και τη σύζυγό του, αν και φαίνονταν να έχουν περιουσιακή άνεση.


Τα παραπάνω, που παρατίθενται αναλυτικότερα στο Πόρισμα, συνιστούν ενδείξεις τέλεσης πράξεων νομιμοποίησης παράνομων εσόδων και μάλιστα με ποικίλους τρόπους και τεχνάσματα, που αντιστοιχούν σε τυποποιημένες στον Ν. 3691/2008 μορφές του σχετικού εγκλήματος. Οι συγκεκριμένες πράξεις μάλιστα φαίνονται να εμπίπτουν σε όλες τις χαρακτηριστικές φάσεις τέλεσης της αξιόποινης συμπεριφοράς. Αφορούν κατ’ αρχάς τοποθετήσεις σε χρηματοοικονομικούς ή άλλους οργανισμούς, στη συνέχεια διάφορες διακινήσεις και συναλλαγές και εντέλει εμφάνιση των σχετικών κεφαλαίων σε νόμιμες οικονομικές δραστηριότητες.

Επομένως, ορθά προτείνεται στην Ολομέλεια της Βουλής να παραπεμφθούν οι πράξεις νομιμοποίησης παράνομων εσόδων στις εισαγγελικές και δικαστικές αρχές για άσκηση δίωξης.

Η παραπομπή αυτή, λόγω αναρμοδιότητας, μπορεί όντως να δημιουργήσει την εντύπωση σε κάποιους καλόπιστους-αδαείς ότι δημιουργείται μια διελκυστίνδα ή ότι υπάρχει παρέλκυση της διαδικασίας. Χρειάζεται γι’ αυτό να θυμίσω ότι, στη χώρα μας αλλά και διεθνώς μέχρι σήμερα, η ματαίωση του ποινικού ελέγχου των πράξεων των πολιτικών προσώπων και γενικά των ισχυρών μεθοδεύεται με δύο τρόπους: είτε με καθυστερήσεις που οδηγούν σε αποσβεστικές προθεσμίες και παραγραφές είτε με την παρείσφρηση στις δικογραφίες και την άφεσή τους, κατά την εξέλιξη της προδικασίας για τη δίκη κάποιων τυπικών ελαττωμάτων που τελικά οδηγούν σε απαλλαγές (αναρμοδιότητα που διαπιστώνεται οψίμως, πραγματογνωμοσύνες άκυρες λόγω έλλειψης τυπικών στοιχείων, ελλείψεις μεταφράσεων).

 

Ο δρόμος τον οποίο ακολούθησε η Ειδική Επιτροπή και προτείνει σήμερα προς την Ολομέλεια απέφυγε και τα δύο εμπόδια.

Πρώτο, προχώρησε η ίδια ζητώντας και εξετάζοντας μόνο  έγγραφα τα οποία μπορούσαν να αποσταλούν με ταχύτητα. Οφείλω στο σημείο αυτό να ευχαριστήσω τις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές για την τάχιστη ανταπόκρισή τους στα αιτήματα της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής. Η προδικασία με την παραπομπή θα μπορέσει να προχωρήσει, χωρίς τη χρονοτριβή που θα προκαλούσε η άσκηση δίωξης από την αναρμόδια, κατά το Σύνταγμα, Βουλή (θα έπρεπε να συγκροτηθεί το προβλεπόμενο από το Σύνταγμα Ειδικό Δικαστήριο, να προχωρήσει σε μακρόχρονη αποδεικτική διαδικασία με κλητεύσεις μαρτύρων κτλ., για να ανακαλύψει εντέλει την αναρμοδιότητα).

Δεύτερο, με την πιστή τήρηση των κανόνων για την αναρμοδιότητα διασφάλισε ότι η διερεύνηση και η εκδίκαση της υπόθεσης δεν θα προσκρούσουν στο τυπικό κώλυμα.

Το Πόρισμα της Επιτροπής, και ιδίως η σημερινή απόφαση της Ολομέλειας, μπορούν να εισφέρουν επιπρόσθετα μηνύματα στον ελληνικό λαό. Ένας πολιτικός θα κριθεί, κατά το Σύνταγμα, όπως κάθε πολίτης.  Αυτό το δείγμα ισότητας είναι ιδίως σήμερα, εν μέσω κρίσης που μαστίζει βαριά τους φτωχούς και τα μεσαία στρώματα, σημαντικό.

Θυμάμαι μάλιστα μόλις προχθές, κατά την προ ημερησίας διάταξης για την οικονομία συζήτηση στην Ολομέλεια, να αναδύονται δυστυχώς αντιλήψεις που δείχνουν εξοικείωση και ίσως εθισμό στις ανισότητες.

1) Τη μία επισήμανε ο Ε. Τσακαλώτος: Θύμισε στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης ότι, παρά τα λεγόμενα του τελευταίου, θύμα της ακροδεξιάς βίας στην εποχή μας δεν ήταν μόνο ο ηρωικός Παύλος Φύσσας, αλλά και κάποιοι πρόσφυγες, την ύπαρξη των οποίων προφανώς λησμόνησε. Οι πρόσφυγες ήταν λιγότερο ίσοι και γι’ αυτό ξεχάστηκαν.

2) Την ανισότητα επίσης ζωγράφισε και η σύγκριση κάποιων αντιδράσεων: εξαιρετικά έντονη αντίδραση για την τηλεφωνική επικοινωνία ενός Υπουργού με έναν ισοβίτη. Από την άλλη, ελάχιστη συζήτηση ή σιωπή, για την εισαγωγή στη χώρα δύο και πλέον τόνων ηρωίνης, ποσότητας δηλαδή ικανής να οδηγήσει στο θάνατο ή στην αρρώστια εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους και επιπλέον να τροφοδοτήσει την παρανομία, να πιέσει τη νόμιμη αγορά, να «γεννήσει» μηχανισμούς και επιχειρήσεις για ξέπλυμα μαύρου χρήματος και να δημιουργήσει στρατούς μπράβων.

 

Πολλοί εξάλλου πιστεύουν ότι η Βουλή είναι ένα πεδίο άγονων κομματικών αντιπαραθέσεων. Το Πόρισμα ωστόσο έδειξε ότι οι βουλευτές δεν αγνοούν τον γόνιμο διάλογο και γι’ αυτό οφείλω να ευχαριστήσω τα μέλη της.