Επικοινωνία / Contact Συνδέσεις RSS Twitter Facebook YouTube flickr

09/04/2017

Αλ. Τσίπρας στην Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ: Ορατό το τέλος της επιτροπείας - Ανοίγει ο δρόμος για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος


Συντρόφισσες και Σύντροφοι,
Η σημερινή συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής έρχεται σε μια κρίσιμη καμπή.
Λίγο πριν από μια πολύ σημαντική στροφή της μάχης που έχουμε ξεκινήσει, από τη μέρα που ο ελληνικός λαός μας εμπιστεύτηκε με την ευθύνη της διακυβέρνησης του τόπου.
Και πολύ κοντά στο σημείο εκείνο που θα μας επιτρέψει να συζητάμε, να σχεδιάζουμε, να οργανώνουμε την επόμενη μέρα, μαζί με την κοινωνία που σήκωσε βαρύ φορτίο, όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης.
Διότι, αυτή τη βαριά ευθύνη δεν την αναλάβαμε για να γίνουμε διαχειριστές της καταστροφής που προκάλεσαν οι προηγούμενοι για δεκαετίες.
Αλλά την αναλάβαμε με ένα και μόνο στόχο, να ξαναστήσουμε τη χώρα στα πόδια της, με τις δικές της δυνάμεις.
Για να τη βγάλουμε από τα προγράμματα,  τα διαρκή και επαναλαμβανόμενα προγράμματα της Επιτροπείας. Αυτή ήταν άλλωστε και η εντολή που μας έχει δώσει ο ελληνικός λαός.
Και για αυτό παλεύουμε, με νίκες αλλά και με συμβιβασμούς, όταν αυτό είναι αναγκαίο.
Αλλά παλεύουμε έχοντας στρατηγική, σχέδιο,  όραμα,  πάνω απ’ όλα έχοντας πίστη στις δυνάμεις και τις δικές μας αλλά και αυτού του τόπου.
Έχοντας πίστη στις δυνατότητες που έχει  η χώρα και  ο λαός μας.
Δυνατότητες που είναι έτοιμες να ξεδιπλωθούν, όσο φτάνουμε στην ώρα που θα κλείσει οριστικά η περίοδος της επιτροπείας.
Και σε αυτό τον ορίζοντα έχουμε διαρκώς στραμμένο το βλέμμα μας.
Γιατί δεν θέλουμε το σημείο εξόδου από την κρίση, να σημάνει την αρχή μιας άλλης κρίσης.
Και σε αυτό είμαστε κάθετοι.
Γι’ αυτό το λόγο, κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης, επιλέξαμε να κρατήσουμε μια στάση που δεν θα επιτρέπει τη ναρκοθέτηση της ασφαλούς εξόδου από το πρόγραμμα.
Το αποτέλεσμα του τελευταίου σταθμού της διαπραγμάτευσης στην Μάλτα πιστεύω ότι σε μεγάλο βαθμό δικαίωσε την επιμονή μας σε αυτή την αρχή και νομίζω ότι αυτό είναι το σημαντικότερο όλων.
Τα όσα αποφασίστηκαν εκεί, σχετικά με την Ελλάδα,  δεν δημιουργούν μονάχα τις αντικειμενικές προϋποθέσεις να κλείσει ένας σημαντικός – και χρονοβόρος - κύκλος διαπραγμάτευσης.
Ίσως το κυριότερο, είναι ότι καθίσταται πλέον ορατός ο ορίζοντας εξόδου από το πρόγραμμα. Ο ορίζοντας εξόδου της χώρας από την οικονομική επιτροπεία που άρχισε από το 2010.
Και κατά συνέπεια καθίσταται ορατός και ο διαρκής και αμετάβλητος ο στόχος μας.
Που αποτέλεσε ταυτόχρονα και εντολή του ελληνικού λαού στις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015.
 Να δοθεί δηλαδή ένα σαφές τέλος στην περιπέτεια.

Στο κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης, είναι αλήθεια, ότι αντιμετωπίσαμε πολύ σοβαρές δυσκολίες.
Δυσκολίες που ξεπερνούσαν τις διαφορές ανάμεσα στην ελληνική πλευρά και τους δανειστές και έπαιρναν την μορφή έντονων διαφωνιών ανάμεσα στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Διαφωνίες που δεν είχαν να κάνουν τόσο με το περιεχόμενο αυτό καθαυτό της αξιολόγησης, αλλά με την πορεία της χώρας μετά το τέλος του προγράμματος και κυρίως με τη δυνατότητα, μετά το τέλος του προγράμματος,  η χώρα να έχει ασφαλή πρόσβαση στις αγορές χρήματος και να μπορεί να σταθεί στα πόδια της.
Συνεπώς, η διαπραγμάτευση που διεξάγεται τους τελευταίους μήνες δεν έχει να κάνει μονάχα με τα όσα είχαν συμφωνηθεί τον Ιούλη και αφορούσαν την πορεία του τρέχοντος προγράμματος, αλλά με μια συνολική λύση. Που περιλαμβάνει βεβαίως και την ατζέντα της δεύτερης αξιολόγησης αλλά και κυρίως τα μέτρα για το χρέος, την προοπτική δηλαδή να αποκατασταθεί η δυνατότητα πρόσβασης στις αγορές  με τα μέτρα αυτά.
Μια συνολική λοιπόν λύση.
Οι διαφωνίες ανάμεσα στους εταίρους μας, ανάμεσα στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και το Νομισματικό Ταμείο γι’ αυτό το περιεχόμενο της συνολικής συμφωνίας, της συνολικής λύσης, είτε κατέληγαν να παίρνουν τη μορφή εξωφρενικών απαιτήσεων και εκβιασμών προς τη δική μας πλευρά, είτε μεταφράζονταν, στην πράξη, σε αδικαιολόγητες κωλυσιεργίες και καθυστερήσεις.
Και αυτή η τακτική δεν είχε να κάνει μόνο, επαναλαμβάνω, με την ατζέντα της αξιολόγησης, αλλά με την προοπτική τέλους ενός χρονοβόρου κύκλου, μεγάλου κύκλου, που διαρκεί εδώ και επτά χρόνια, της παρουσίας της Ελλάδας σε προγράμματα.
Και αυτή η προοπτική του τέλους ομολογώ πως ήταν και είναι κάτι που, απ’ ότι φαίνεται, κάποιους δυσαρεστεί ιδιαίτερα. Και έξω και, φυσικά, μέσα στη χώρα.

Ας δούμε όμως πώς έχει διαμορφωθεί σήμερα η κατάσταση μετά τον τελευταίο αυτό σταθμό στη Μάλτα.
Πρώτον, υπάρχει πολιτική συμφωνία, η οποία διαμορφώνει το πλαίσιο της συμφωνίας και στο επίπεδο τεχνικών κλιμακίων.
Αγωνιστήκαμε για να είναι η υλοποίηση αυτής της συμφωνίας κοινωνικά βιώσιμη.
Δεν θέλουμε να κρύψουμε το γεγονός ότι  στην πολιτική αυτή συμφωνία υπάρχουν μέτρα για την περίοδο μετά τη λήξη του προγράμματος 2019 – 2020, που ούτε αναγκαία είναι, με βάση τους δημοσιονομικούς στόχους που πετυχαίνουμε, ούτε και θα επιλέγαμε ποτέ εμείς να λάβουμε.
Ωστόσο, ο συμβιβασμός που πετύχαμε είναι η δυνατότητα για προσδιορισμένα αντίρροπα και ισοδύναμα θετικά μέτρα, που θα δημιουργούν μηδενικό δημοσιονομικό ισοζύγιο κατά τα έτη αυτά και που θα νομοθετηθούν ταυτόχρονα και θα εφαρμοστούν ταυτόχρονα.
Τα θετικά μέτρα θα αφορούν ως επί το πλείστον την οικοδόμηση δομών κοινωνικής προστασίας και κοινωνικού κράτους, που δυστυχώς δεν οικοδομήθηκε στη χώρα, όχι τώρα τα χρόνια της κρίσης, αλλά τα χρόνια της μεγάλης ανάπτυξης, όταν υπήρχε η δυνατότητα να οικοδομηθεί. Τα χρόνια των «μεγάλων ιδεών», της Ολυμπιάδας, αλλά ταυτόχρονα τα χρόνια και της μεγάλης διασπάθισης δημόσιου χρήματος, τα χρόνια του χρηματιστηρίου, των μεγάλων εξοπλιστικών προγραμμάτων, που δεν άφηναν χώρο για την οικοδόμηση δομών κοινωνικής προστασίας.
 Μέτρα για την αντιμετώπιση της φτώχειας και της ανεργίας, μέτρα για τη στήριξη των νέων ανθρώπων και της δυνατότητας να μείνουν στον τόπο, να σταματήσει δηλαδή αυτή η μεγάλη διαρροή νέων, και κυρίως επιστημόνων, στο εξωτερικό, μέτρα για την ενίσχυση της αναπτυξιακής αλλά και της κοινωνικής  πολιτικής.  
Επιπλέον όμως, καταφέραμε και κάτι που αποτέλεσε –γνωρίζετε- εδώ και πολύ καιρό βασική μας προτεραιότητα και πυρηνικό στοιχείο της συνολικής στρατηγικής μας στη διαπραγμάτευση.
Πετύχαμε να διασφαλίσουμε την επαναφορά της χώρας στην εργασιακή κανονικότητα,. Πρώτα και κύρια με την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Και να έχουν ξανά ισχύ, τα δύο κρισιμότερα στοιχεία που διέπουν τις συλλογικές συμβάσεις: η  αρχή της επεκτασιμότητας και η αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης.
Ενώ παράλληλα, αποκρούστηκαν οι σφοδρές πιέσεις – που είχαν για στήριγμα και τις εργοδοτικές ενώσεις στο εσωτερικό –για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους- και αφορούσαν  την θεσμοθέτηση της εργοδοτικής ανταπεργίας – το λεγόμενο lock out – αλλά  και  την αύξηση του ορίου των ομαδικών απολύσεων. Και νομίζω ότι το γεγονός αυτό, ότι απετράπησαν αυτές οι πιέσεις κι αυτές οι εκδοχές, είναι ένα θετικό γεγονός που σε μεγάλο βαθμό οφείλεται και στις πολιτικές διεργασίες που συνέβησαν στο ευρωπαϊκό πεδίο, παράλληλα με τη διαπραγμάτευση στο τεχνικό επίπεδο. Γιατί, ας μην το ξεχνάμε, από το 2015 και μετά η διαπραγμάτευση δεν διεξάγεται μονάχα σε κλειστές αίθουσες, εκεί όπου το γήπεδο πολλές φορές γέρνει προς την πλευρά αυτού που έχει ανάγκη κάποια χρήματα για να πληρώσει την επόμενη δόση. Γιατί αυτή είναι η πραγματικότητα που αντιμετωπίζουμε στη χώρα, που την άφησαν χρεοκοπημένη οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Αλλά η διαπραγμάτευση, για πρώτη φορά, διεξάγεται και στο πολιτικό επίπεδο –κι αυτό μας έδωσε σημαντικές δυνατότητες.

Δεύτερον, μετά τη Μάλτα, πέραν της πολιτικής συμφωνίας έτσι όπως σας την περιέγραψα, μετά την Μάλτα ανοίγει, επιτέλους, ο δρόμος, πέραν της συμφωνίας και των μέτρων για το 2019 και το 2020, ανοίγει ο δρόμος επιτέλους και για τον προσδιορισμό των  μεσοπρόθεσμων μέτρων για το χρέος.
Αυτό, όπως αντιλαμβάνεστε θα στείλει σε κάθε περίπτωση ένα ξεκάθαρο μήνυμα στη διεθνή επενδυτική κοινότητα, στις αγορές, ένα μήνυμα ότι η αβεβαιότητα τελείωσε, ότι η κρίση είναι πια πίσω μας. Τα σενάρια που διακινούνταν και οι επιθυμίες κάποιων, τα καταστροφικά σενάρια και οι επιθυμίες κάποιων αποτελούν παρελθόν. Και άρα η ελληνική οικονομία έχει κάθε εχέγγυο πια να προχωρήσει, να αναπτυχθεί με βάση τις πολύ μεγάλες δυνατότητες που διαθέτει.

Και το τρίτο στοιχείο, μετά τη Μάλτα,  είναι ότι μπαίνουμε στην τελική φάση της συζήτησης, όπου θα αποφασιστεί το δημοσιονομικό μονοπάτι που θα ακολουθήσει η χώρα μετά το τέλος του προγράμματος.
Και το κρίσιμο πια, είναι να διασφαλίσουμε ότι το χρονικό διάστημα το οποίο θα συμφωνηθεί, θα είναι τέτοιο ώστε να μη διαιωνίζει την λιτότητα και να μην υπονομεύει την αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας.
Και αυτή είναι ίσως η επόμενη και μάλλον τελευταία μεγάλη διαπραγματευτική μάχη που είναι ακόμη μπροστά μας.
Διότι, ως γνωστόν, η απαίτηση για μακροχρόνια επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, και μάλιστα όπως ορισμένοι εκ των εταίρων μας ζητούν για μια δεκαετία, είναι το λιγότερο, άτοπη.
Καθώς το βασικό αιτούμενο για την ελληνική οικονομία πλέον είναι η ενίσχυση της αναπτυξιακής της προοπτικής και της παραγωγής νέου πλούτου και όχι η διαιώνιση μιας περιοριστικής πολιτικής που ζήσαμε τα τελευταία επτά χρόνια.

Τη συνολική εικόνα, θα συμπληρώνει η εν αναμονή δημοσίευση της ανάλυσης βιωσιμότητας του χρέους, η οποία εκτιμούμε ότι θα πιστοποιήσει τη θετική εικόνα για τη χώρα και θα οδηγήσει και στην ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ.
Σημείο, από το οποίο ξεκινάει η αποκατάσταση της διεθνούς εμπιστοσύνης προς τη χώρα και η δυνατότητα επιστροφής της ελληνικής οικονομίας στις αγορές χρήματος.
Και βεβαίως να επισημάνω ότι αυτό το τελευταίο αποτελεί και την απαραίτητη προϋπόθεση. Χωρίς αυτό δεν υπάρχει εφαρμογή μέτρων. Αυτό το τελευταίο, δηλαδή μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος, ικανά να μας εντάξουν στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, ένα μονοπάτι το οποίο δημοσιονομικά δεν θα είναι απροσπέλαστο, η δυνατότητα δηλαδή της χώρας να κλείσει οριστικά τον κύκλο της κρίσης, η δυνατότητα να τελειώσει το τρίτο πρόγραμμα, να εφαρμοστούν τα μέτρα για το χρέος από το 2018 είναι η προϋπόθεση για να εφαρμοστούν και τα μέτρα, έτσι όπως τα αποφασίσαμε, με ουδέτερο δημοσιονομικό ισοζύγιο, το 2019 και το 2020.

Συντρόφισσες και σύντροφοι,
Φτάσαμε στο σημείο αυτό, μετά από μια δύσκολη διαπραγμάτευση. Μια διαπραγμάτευση η οποία είχε σκαμπανεβάσματα. Τα ζήσατε, τα γνωρίζετε. Δεν κρύψατε ποτέ κάτι. Δεν διαπραγματευτήκαμε με κλειστές πόρτες. Δεν κρύψαμε ποτέ κάτι κάτω από το χαλί. Ήταν φανερές και οι κινήσεις αιφνιδιασμού και οι εκβιασμοί, όλα ήταν φανερά.
Το πλαίσιο που σας περιγράφω τώρα είναι το πλαίσιο το οποίο μάθαμε όλοι στις 20 του Φλεβάρη.
Κάποιοι, όλο το διάστημα αυτό προσπάθησαν αυτό το πλαίσιο της 20ης του Φλεβάρη να το ξηλώσουν. Βεβαίως δεν θέλω να πω ότι το γεγονός ότι ξαναγυρίσαμε σ’  αυτό είναι μια τρομακτική επιτυχία ή νίκη. Θέλω όμως με ειλικρίνεια να πω ότι το γεγονός ότι αποτρέψαμε τις κινήσεις αυτών που επιχείρησαν να το ξηλώσουν αυτό το πλαίσιο, αποτρέψαμε οι κινήσεις αυτές να πάρουν οριστική μορφή, κατά την άποψή μου, είναι ένα γεγονός επιτυχίας. Για όσους γνωρίζουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο διεξάγεται η διαπραγμάτευση.

Και θέλω στο σημείο αυτό να αποδώσω τα εύσημα στους συντρόφους στα κρίσιμα υπουργεία που έδωσαν μια σκληρή και κουραστική μάχη για να φύγουν από το τραπέζι παράλογες και παντελώς ατεκμηρίωτες απαιτήσεις, που ως συνήθως έρχονταν την τελευταία στιγμή. Που δεν έχασαν ποτέ την ψυχραιμία και το κουράγια τους.
Και να πω ταυτόχρονα ότι αυτή η μάχη που ήταν σε εξέλιξη, την ώρα που κάποιοι στο εσωτερικό και στο εξωτερικό  είχαν έναν σαφή στόχο, να μην κλείσει η αξιολόγηση. Να μην κλείσει η αξιολόγηση είτε γιατί κάποιοι επέμεναν σε καταδικασμένα από την ίδια την ιστορία και αποτυχημένα σενάρια από το 2015 για έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη, είτε γιατί κάποιοι στο εσωτερικό δεν ήθελαν και δεν θέλουν με τίποτα να πετύχουμε τον στόχο εμείς. Να είμαστε εμείς αυτοί που θα βγάλουμε τη χώρα από την κρίση. Και προτιμούν και προτιμούσαν να μην βγει ποτέ, να διαιωνιστεί ο φαύλος κύκλος των μνημονίων, των προγραμμάτων επιτροπείας, της αποτυχίας, παρά να είμαστε εμείς αυτοί οι οποίοι θα βγάλουμε τη χώρα από την κρίση και θα έχουμε τη δυνατότητα στη διάρκεια της θητείας μας να ανοίξουμε άλλα μεγάλα και σημαντικά μέτωπα, που θα αλλάξουν και το πλαίσιο της συζήτησης και θα επαναφέρουν, αν θέλετε, και τη διαχωριστική γραμμή πρόοδος-συντήρηση, αριστερά-δεξιά.
Στο εσωτερικό ξέρουμε ποιοί είναι.
Δεν δίστασαν ποτέ να ταχθούν στο πλευρό των πλέον ακραίων εκ των δανειστών:
Είναι αυτοί, που, όταν διέκριναν την όποια εμπλοκή, μας φώναζαν «καθυστερείτε με τις ιδεοληψίες σας και ζημιώνετε την χώρα».
Ενώ, αντίστοιχα, όταν έβλεπαν πρόοδο στις διαπραγματεύσεις  τότε φώναζαν «φορτώνετε με βάρη τον ελληνικό λαό».
Έναν λαό που οι ίδιοι λεηλάτησαν από το 2010 έως και την αρχή του 2015 και ο οποίος τους τιμώρησε σε συναπτές εκλογικές αναμετρήσεις, αλλά αυτοί ακόμα νομίζουν ότι μπορούν να μιλούν εξ ονόματος του.   
Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που έτρεξαν εν μέσω διαπραγμάτευσης, στην πιο κρίσιμη στιγμή, στη Γερμανία, για να συναντήσουν τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών, να πάρουν την ευλογία του και να υπονομεύσουν την ελληνική κυβέρνηση.  
Είναι αυτοί που δια των εκπροσώπων τους στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μόλις την προηγούμενη εβδομάδα,  δεν δίστασαν να επιτεθούν στην Κομισιόν, επειδή έλεγαν κρατάει διαλλακτική στάση απέναντι στην ελληνική κυβέρνηση.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, τη στιγμή που οι περισσότεροι ομιλητές, πέραν της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, από όλες τις πτέρυγες, τις περισσότερες τέλος πάντων πτέρυγες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κυρίως από τους Πράσινους και τους Σοσιαλδημοκράτες, ασκούσαν σφοδρή κριτική προς τις απαιτήσεις του ΔΝΤ και τους θιασώτες της διαρκούς λιτότητας, απέναντι στην Ελλάδα, συνέβη το απίστευτο μπροστά στα έκπληκτα μάτια πολλών ξένων ευρωβουλευτών:
Έλληνες ευρωβουλευτές να κατηγορούν ως αποκλειστικό υπεύθυνο για τις καθυστερήσεις, την ελληνική κυβέρνηση.

Είναι επίσης αυτοί, που δια των ανώτατων στελεχών τους δεσμεύονται δημόσια, στα τηλεοπτικά παράθυρα, ότι, εάν ήταν στην κυβέρνηση, θα ψήφιζαν ό, τι ζητήσει το ΔΝΤ και άλλα τόσα προκειμένου να κλείσει η αξιολόγηση.
Αποδεικνύοντας έτσι τον όρο «βασιλικότεροι του βασιλέως» ο οποίος είναι τουλάχιστον μετριοπαθής για να περιγράψει τη σημερινή ΝΔ του κ. Μητσοτάκη.
Άλλωστε δεν μπορούμε να ξεχάσουμε –συνέβη μόλις πριν από λίγους μήνες, τον Δεκέμβρη που μας πέρασε- πώς βγήκαν στα κεραμίδια, όταν δώσαμε την 13η σύνταξη σε ένα εκατομμύριο 600 χιλιάδες συμπολίτες μας και μας καλούσαν να το πάρουμε πίσω, διότι εκνευρίζουμε τους δανειστές και κάνουμε μονομερείς κινήσεις.

Αλλά κατά τα άλλα ισχυρίζονται ότι φοράνε τη γαλανόλευκη φανέλα της Εθνικής Ελλάδος.
Εμείς που αυτό δεν το βλέπουμε, μάλλον θα έχουμε αχρωματοψία και δεν ξεχωρίζουμε το γαλάζιο. Αλλά ξεχωρίζουμε συνήθως τη χορηγία στη φανέλα. Πότε είναι Siemens, πότε είναι τα κέντρα της διαπλοκής, πότε είναι οι ακραίοι δανειστές, το μιντιακό κατεστημένο της χώρας, οι φίλοι τους στις λίστες της φοροδιαφυγής.


Συντρόφισσες και σύντροφοι,
Είναι απολύτως προφανές, ότι αν η Νέα Δημοκρατία ήταν σήμερα στη κυβέρνηση, θα υπέγραφε όποια απαίτηση έφερναν  οι δανειστές.
 Δεν νομίζω ότι υπάρχει Έλληνας πολίτης που να μην είναι πεισμένος για αυτό.
Άλλωστε υπάρχουν πεπραγμένα.
Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τον τρόπο που έκλειναν οι αξιολογήσεις επί των ημερών τους.
Πώς έβαζαν την υπογραφή τους σε λευκό χαρτί, χωρίς καμία διαπραγμάτευση, χωρίς στοιχειώδες ενδιαφέρον για την κοινωνία και όσα θα της προκαλούσαν οι επιλογές τους.
Με αυτό τον τρόπο μέσα σε τέσσερα μόλις χρόνια χάθηκε το 25% του εθνικού μας πλούτου.  Έφτασε η ανεργία στο 28% επισήμως, έτσι την παραλάβαμε το 2015  και πάνω από 50, κοντά στο 60% για τους νέους ανθρώπους.  Έτσι κουρεύτηκαν τα αποθεματικά των Ταμείων σε μια νύχτα με το PSI του κ. Βενιζέλου και του κ. Σαμαρά. Έτσι ξήλωσαν το κεκτημένο των συλλογικών διαπραγματεύσεων στις εργασιακές σχέσεις. ‘Έτσι έφεραν φόρους ,περικοπές, στοχεύοντας πάντα τους πιο αδύναμους συμπολίτες μας και βεβαίως το κοινωνικό κράτος.
Η ΝΔ άλλωστε, το λέει και ο αρχηγός της,  δεν έχει «αριστερές ιδεοληψίες». Γι αυτό και θα είχε αποδεχτεί χωρίς δισταγμό την αρχική απαίτηση την αρχική του ΔΝΤ, η οποία ήταν γνωστή, όχι τώρα, ήταν γνωστή πριν κλείσει η πρώτη αξιολόγηση, από τον Οκτώβρη του 2015, αμέσως μετά τις εκλογές, για  επιπλέον μέτρα 4.5 δις.
Και βεβαίως δεν θα είχε διανοηθεί να διεκδικήσει ισοδύναμα μέτρα θετικού χαρακτήρα.
Δεν θα έμπαινε καν σε συζήτηση για το χρέος, το οποίο άλλωστε –να θυμηθούμε- με επίμονο τρόπο θεωρούσε  βιώσιμο. Και φυσικά όχι απλά δεν θα πάλευε να επανέλθουν οι εργασιακές σχέσεις και οι συλλογικές διαπραγματεύσεις, αλλά θα έκανε το αντίθετο.

Θα πάλευε με νύχια και με δόντια απέναντι στους εργαζόμενους, απέναντι στα σωματεία,   ακόμα και απέναντι στα ευρωπαϊκά συνδικάτα που μαζί μας απαιτούσαν και απαιτούν να σταματήσει αυτή η απαράδεκτη κατάσταση εξαίρεσης που αφορά την Ελλάδα από την ευρωπαϊκή κανονικότητα στις εργασιακές σχέσεις.
Η ΝΔ αντί για διαπραγμάτευση, που δεν έκανε ποτέ άλλωστε, θα έκανε πλειοδοσία νεοφιλελεύθερου μένους, με τους πλέον ακραίους εκ των δανειστών, τόσο για τη διαιώνιση της κατάργησης των συλλογικών διαπραγματεύσεων όσο όμως και για την αύξηση του ορίου των ομαδικών απολύσεων, το οποίο ειρήσθω εν παρόδω δεν θα μπορούσε να καταλάβει κανείς λογικός άνθρωπος, ακόμη και ο εργοδότης γιατί να χρειάζεται στην Ελλάδα, εκτός από ορισμένους ίσως εργοδότες πολύ συγκεκριμένους.
 Και βεβαίως θα πάλευε για τη θέσπιση της ανταπεργίας και του lock out.
Σ’ αυτό για να είμαι ειλικρινής δεν ήταν λίγοι και συγκεκριμένοι οι εργοδότες που το ήθελαν, αλλά αρκετοί.
Και αυτό διότι, ας μην τους αδικούμε, είναι η ιδεολογία τους. Το πολιτικό πρόγραμμα της ΝΔ είναι ο ακραίος νεοφιλελευθερισμός, είναι η ευθεία επίθεση στους εργαζόμενους, η συντριβή της εργασίας και των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτή, διότι έτσι πιστεύουν ότι μπορεί να γίνει η οικονομία ανταγωνιστική. Πράγμα όμως που δεν έχει αποδειχθεί πουθενά στον κόσμο.
Και αυτό το πολιτικό πρόγραμμα, που στον πυρήνα του έχει την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και την άρση κάθε προστατευτικής δικλείδας για τους εργαζόμενους, θα έλεγα ότι είναι μια γνωστή και παλιά συνταγή. Δεν την μάθαμε μονάχα στα χρόνια της κρίσης σε παγκόσμιο επίπεδο.
Είναι μια συνταγή όμως που δεν έχει καμία σχέση με την Ευρώπη. Δεν έχει καμία σχέση με  τις αξίες με τις οποίες δομήθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ευρώπη, στη βάση και των αγώνων, στη βάση  και των κατακτήσεων των ευρωπαϊκών λαών μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
 Είναι μια συνταγή που εφαρμόστηκε σε χώρες χωρίς δημοκρατία και ελευθερία, σε χώρες όπου οι τεχνοκράτες του νεοφιλελευθερισμού σε συνεργασία με τριτοκοσμικούς δικτάτορες πολλές φορές μιας άλλης εποχής, έθεσαν σε εφαρμογή τα πιο ακραία τους σχέδια.
 Οδηγώντας ολόκληρες κοινωνίες στη φτώχεια και την εξαθλίωση.
Κι αυτές τις συνταγές θέλησαν κάποιοι να τις φέρουν στην Ευρώπη μέσω της Ελλάδας.

Αυτό εμείς  το αποτρέψαμε. Δεν το επιτρέψαμε να συμβεί. Κι όσο είμαστε εδώ  δεν θα το επιτρέψουμε ποτέ να γίνει στην Ελλάδα.
Και πιστεύω ότι δεν θα το επιτρέψουν και ευρύτερες δυνάμεις στην Ευρώπη, όχι μόνο της Αριστεράς. Γιατί, επαναλαμβάνω, η μάχη αυτή δεν       αφορούσε μόνο την Ελλάδα.  Ιδίως η μάχη για τα εργασιακά. Προσπαθούμε δυο χρόνια τώρα να επαναφέρουμε κάτι στην Ελλάδα, τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, το οποίο κάποιοι άλλοι προσπαθούν με μεγάλη αγωνία, με νύχια και με δόντια, να διώξουν από την Ευρώπη. Να ακυρώσουν στην υπόλοιπη Ευρώπη. Γι αυτό και η μάχη αυτή δεν ήταν μια μάχη της Ελλάδας με το ΔΝΤ. Ήταν μια μάχη των προοδευτικών δυνάμεων της Ευρώπης, των δυνάμεων που πιστεύουν στο κοινωνικό κράτος και στην κοινωνική προστασία στην Ευρώπη, απέναντι στους νεοφιλελεύθερους και στους ακραίους σε όλη την Ευρώπη και στο ΔΝΤ.


Θέλω όμως να αναφερθώ, συντρόφισσες και σύντροφοι, πέρα αυτών στο εξωτερικό και της μάχης που διεξήχθη σε επίπεδο Ευρώπη, να αναφερθώ και σε αυτούς στο εσωτερικό, που έδωσαν μάχη για να αποτύχει η προσπάθεια.
Αυτοί που επένδυσαν στο αδιέξοδο και στην κατάρρευση των διαπραγματεύσεων.
Είναι αυτοί που εξακολουθούν να επιμένουν και σήμερα.
‘Όμως αυτό που καταλήγουμε σήμερα είναι κάτι το οποίο τους χαλάει τα σχέδια.
Αυτοί στο εξωτερικό βλέπουν να μην τους περνάει το σχέδιο επιστροφής σε σενάρια 2015.
Έχουμε μια συμφωνία βεβαίως με συμβιβασμούς, αλλά μια συμφωνία που μας φέρνει πιο κοντά  από κάθε άλλη φορά στην περίοδο  λήξης του προγράμματος και στην οριστική έξοδο από την επιτροπεία.
Κι αυτοί στο εσωτερικό φαίνεται πια να βρίσκονται σε στρατηγικό αδιέξοδο.

Γιατί όμως το καταφέραμε αυτό;
Οφείλεται μονάχα στις εξαιρετικές δυνατότητες της διαπραγματευτικής μας ομάδας, στην επιμονή της  Ή στο γεγονός ότι είχαμε την πολιτική βούληση;
Όχι δεν είναι μόνο αυτό.
Οι λόγοι για τους οποίους ήρθε αυτό το αποτέλεσμα είναι:
Πρώτον: γιατί εξαντλήσαμε κάθε περιθώριο στην πολιτική συμμαχιών στο εξωτερικό.
Αξιοποιώντας κάθε ρωγμή που μπορούσε να ενισχύσει τη θέση μας.
Αναζητώντας συμμαχίες στο επίπεδο των χωρών του Νότου.  Ας μην ξεχνάμε ότι η  Σύνοδος των χωρών του Νότου –για την οποία θα αναγκαστώ να φύγω σήμερα, σε λίγες ώρες, για να πετάξω στη Μαδρίτη- ήταν μια δική μας πρωτοβουλία και δική μας έμπνευση.
Αναζητώντας συγκλίσεις σε επίπεδο Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εμπλέκοντας ενεργά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Αναζητώντας συμμαχίες επίσης στα ευρωπαϊκά συνδικάτα.
Κινητοποιώντας όμως όχι μόνο δυνάμεις του Νότου, αλλά δυνάμεις και κρίσιμων χωρών του Βορρά. Και θέλω να πω ότι η συμβολή προφανώς της αριστεράς στη Γερμανία αλλά και της σοσιαλδημοκρατίας στη Γερμανία ήταν κρίσιμη και θετική γι αυτό το αποτέλεσμα.

Δεύτερον. Πιστεύω εδώ ό,τι καταφέραμε, το καταφέραμε γιατί η πολιτική μας στο εσωτερικό της χώρας έχει αρχίσει ήδη να αποδίδει καρπούς και άρα είχαμε πολύ ισχυρά επιχειρήματα στη διαπραγμάτευση.
Και αναφέρομαι κυρίως στο γεγονός ότι η οικονομία ανακάμπτει.
Παραλάβαμε το 2015 μια χώρα σε απόλυτη δημοσιονομική ασφυξία – στη λογική της αριστερής παρένθεσης.
Και σήμερα έχουμε επιστροφή στην ανάπτυξη και πλεονάσματα που καλύπτουν από σήμερα κιόλας, από το 2016, από χθες κιόλας δηλαδή, τον στόχο του 2018.
Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; Έχετε σκεφτεί; Γιατί οι αριθμοί αποτυπώνουν αυτή την θετική εικόνα; Και άρα το 2017 δεν είναι 2015.
Την απάντηση νομίζω ότι μπορεί να την αντιληφθεί όποιος ζει σε αυτή τη χώρα.
Τα δυο τελευταία χρόνια η χώρα σταμάτησε  να έχει μια κυβέρνηση, όπως είχε για πολλά χρόνια πριν, όπου η διακυβέρνηση αποτελούσε ταυτόχρονα και όχημα πλουτισμού. Και ιδιοτέλειας. Και συμφερόντων.
 Εμείς δυο χρόνια τώρα, συντρόφισσες και σύντροφοι, δεν πήραμε δωράκια από κανέναν, δεν λεηλατήσαμε τα κρατικά ταμεία, δεν διασπαθίσαμε το δημόσιο χρήμα, δεν κάναμε συμφωνίες κάτω από το τραπέζι.
Αντιθέτως χτυπήσαμε και συνεχίζουμε να χτυπάμε με όλους τους τρόπους τη φοροδιαφυγή.  Δεν βάλαμε τις λίστες από τα συρτάρια. Τις βγάλαμε από τα συρτάρια.
Σε αντίθεση με όλους τους άλλους τα προηγούμενα χρόνια.
Γιατί εμείς, η κατά τον κ. Μητσοτάκη η πιο ανίκανη κυβέρνηση που έχει δει ο τόπος, παρά το γεγονός ότι αναλάβαμε σε συνθήκες δημοσιονομικής ασφυξίας πρωτοφανούς για ελληνική κυβέρνηση από τη μεταπολίτευση και μετά, καταφέραμε και ξεκολλήσαμε τα μεγάλα έργα, που για τέσσερα χρόνια ήταν κολλημένα και επανεκκινήσαμε τα έργα αυτά.
Σε αντίθεση με τους προηγούμενους που έστηναν τις συμβάσεις, με τρόπο που οδηγούσε στην εγκατάλειψη των έργων, ώστε τελικά να αποζημιώνονται κιόλας με υπέρογκα ποσά από τα δημόσια ταμεία, οι ημέτεροι τους εργολάβοι.

Αυτό γίνονταν στην Ελλάδα όλα τα προηγούμενα χρόνια. Και είπαμε ότι αυτό το πάρτι πρέπει να τελειώσει. Είτε αυτό το πάρτι αφορά τις προμήθειες στα δημόσια έργα, είτε αφορά τον χώρο της Υγείας με το ΚΕΕΛΠΝΟ, τη Novartis, είτε αφορά το χώρο των εξοπλιστικών. Γενικά τη διαχείριση του δημόσιου χρήματος. Και βεβαίως γιατί καταφέραμε. Και σκεφτείτε άραγε τι είναι αυτό; Είναι κάτι το οποίο, είναι ένα θαύμα, συνέβη ξαφνικά;
Καταφέραμε να είμαστε η πρώτη ελληνική κυβέρνηση που σε συνθήκες κρίσης έχει 98% απορροφητικότητα στα ΕΣΠΑ,  στα ευρωπαϊκά κονδύλια. Όταν οι άλλοι δεν περνούσαν και το 50%. Γιατί συνέβη αυτό;
Συνέβη γιατί οι προηγούμενοι απορροφούσαν μόνο όσα κονδύλια χρειάζονταν για να στηρίξουν τους κολλητούς τους. Και από εκεί και πέρα, δούλευε η τεχνολογία της μίζας. Τα κονδύλια δίνονταν με καθυστερήσεις, όσο δηλαδή χρειαζόταν για να γίνουν οι αναγκαίες σε κάθε περίπτωση διευθετήσεις κάτω από το τραπέζι.
Κι αυτά συνέβαιναν  επί χρόνια στη χώρα. Και τα γνωρίζανε και τα γνωρίζουν πάρα πολύ καλά οι έξω. Και είναι και ένας από τους λόγους της αναξιοπιστίας της χώρας. Μόνο που δυστυχώς τις αποφάσεις τις σκληρές τις πληρώνουμε τώρα εμείς.
Αυτά λοιπόν τελείωσαν αυτά τα δύο χρόνια. Δεν υπάρχουν μίζες, δεν υπάρχει διασπάθιση δημόσιου χρήματος, ξεμπλοκάρουν τα έργα με όφελος στο δημόσιο ταμείο, απορροφούνται τα ευρωπαϊκά κονδύλια. Είναι από τους βασικούς λόγους, μαζί με την πάταξη της φοροδιαφυγής, που έχουμε πολύ θετικά δημοσιονομικά αποτελέσματα. Τα μέτρα ήταν ίδια. Πολύ χειρότερα ήταν πριν.


Γι’ αυτό, συντρόφισσες και σύντροφοι, θεωρώ ότι σ’  αυτό το σημείο καμπής που είμαστε, πρέπει να βγούμε στον ελληνικό λαό και να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Να βγούμε στον ελληνικό λαό και να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Η πρεμούρα να μην κλείσει η δεύτερη αξιολόγηση από το παλιό διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και στον φόβο που αισθάνονται ότι ο χρόνος μπροστά μας θα μας δώσει τη δυνατότητα να διαλευκάνουμε υποθέσεις του παρελθόντος που κρύβονται στα ντουλάπια.

Ξαφνικά μετά από πάνω από δέκα χρόνια σιωπής εμφανίστηκε στο δημόσιο βίο ο πρώην πρωθυπουργός, ο κ. Σημίτης. Ο οποίος δείχνει να μην έχει καταλάβει τι ακριβώς έγινε επί πρωθυπουργίας του και ποιο σύστημα εξέθρεψε ο ίδιος και το κόμμα του εκείνα τα χρόνια.
Με δύο υπουργούς Εθνικής Άμυνας μπλεγμένους σε ξέπλυμα μαύρου χρήματος από εξοπλιστικά προγράμματα εκατομμυρίων ευρώ. Με στενούς τους συνεργάτες να παραδέχονται ότι κουβάλαγαν σε μαύρες σακούλες μίζες στα κομματικά ταμεία.


Με θεσμοθετημένο κανονικά το σύστημα διαπλοκής ανάμεσα σε τράπεζες, βαρόνους των media και στα δύο κόμματα εξουσίας που εναλλάσσονταν, πριν σφιχταγκαλιαστούν σε μια κοινή πολιτική λεηλασίας του ελληνικού λαού. Με σκανδαλώδη πελατειακή διασπάθιση των ευρωπαϊκών κονδυλίων. Με όργιο μίζας στα δημόσια έργα. Με τα αποθεματικά των Ταμείων βορά στο χρηματιστήριο. Με κυβερνητικά και υπηρεσιακά στελέχη να έχουν κάνει τεράστιες περιουσίες.

Και πριν λίγες μέρες, αυτός ο άνθρωπος που απλά έβλεπε τις μίζες να περνούν, εμφανίστηκε σε μια τηλεοπτική συνέντευξη. Και κάπου ανάμεσα στους επαίνους για τη θητεία του και τα θερμά λόγια στήριξης προς τον κ. Μητσοτάκη, που θα ‘ρθει να μας σώσει, μας χάρισε και μια σοφιστεία. Μας είπε ότι η διαφθορά στην Ελλάδα είναι κοινωνικό φαινόμενο. Και ως κοινωνικό φαινόμενο πρέπει να συνηθίσουμε να ζούμε μ’  αυτήν.

Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς γιατί δικαίως ξεσηκώθηκαν και οι πέτρες, με αυτή τη φράση. Η κυνική αυτή αποστροφή είναι ενδεικτική της αντίληψης αλλά και της πρακτικής ενός ολόκληρου συστήματος. Και φυσικά αυτό δεν αφορά μονάχα, για να μην αδικώ τον κ. Σημίτη και το ΠΑΣΟΚ.
Αυτή η υπόθεση αφορά επίσης και τη Νέα Δημοκρατία και τη σημερινή της ηγεσία. Όλοι γνωρίζουμε ποιοι άφησαν τους Χριστοφοράκους να φύγουν με διπλωματικά διαβατήρια από τη χώρα, ώστε να μην διαλευκανθεί η υπόθεση της Siemens.
Όλοι γνωρίζουν ποιοι και πως συνέχισαν το πάρτι στην Υγεία, με το ΚΕΕΛΠΝΟ, τον Ερυθρό Σταυρό, δημόσια νοσοκομεία που μέσα σε μια νύχτα άλλαζαν χέρια και γίνονταν ιδιωτικά. Και φυσικά με την υπόθεση της Novartis που και αυτή όπως και η Siemens ήρθε μέσα από έξω, ως μεγάλο και διεθνές σκάνδαλο.
Κι όλοι είδαν πως τα δύο κόμματα που κυβέρνησαν σαράντα χρόνια τον τόπο και βρέθηκαν με μισό δις θαλασσοδάνεια τα οποία θέλησαν μάλιστα να τα χαρίσουν στους εαυτούς τους,  με μια σχετική τροπολογία, νυχτερινή, στη Βουλή. Και τα χάρισαν. Και έδωσαν ασυλία σε αυτούς που τους τα εξέδωσαν.

Αυτά τα πράγματα συμβαίνουν πουθενά αλλού στην Ευρώπη; Αυτά που συνέβησαν στην Ελλάδα και αποτέλεσαν μια από τις βασικές αιτίες της κρίσης. Γιατί, εντάξει, προφανώς όλοι μας έχουμε οργή για τον τρόπο που οι έξω διαχειρίστηκαν την Ελλάδα, ιδίως μετά το 2009. Αλλά αυτά που συνέβαιναν στην Ελλάδα μέχρι τότε, συνέβαιναν πουθενά αλλού έξω;
Θα μπορούσε να συμβαίνουν σε τέτοιο βαθμό;

Και εδώ, αυτοί που χρεοκόπησαν την χώρα, μας κάνουν τώρα τους ευρωπαϊστές. Πρωτοστατούν στο κίνημα «Μένουμε Ευρώπη» και μας κουνάνε το δάχτυλο, λέγοντας ότι, εσείς θέλετε να βγάλετε την Ελλάδα από την Ευρώπη.

Και είναι το παλιό πολιτικό σύστημα το ίδιο που σήμερα παίζει τα ρέστα του για μια ακόμη φορά. Θα το πω ευθέως:
Το σύστημα αυτό προσπάθησε να δημιουργήσει συνθήκες αποτροπής των δημοκρατικών εξελίξεων στη χώρα το 2015, φτιάχνοντας και σκηνοθετώντας το πλαίσιο της παρένθεσης  με ένα πρόγραμμα που έληγε ενάμιση μήνα μετά την ανάληψη των καθηκόντων μας και με άδεια ταμεία.
Αυτό το σύστημα προσπάθησε στη συνέχεια να ανατρέψει την μόλις λίγους μήνες πριν δημοκρατικά για δεύτερη φορά εκλεγμένη κυβέρνηση, τον Σεπτέμβρη του 2015, με την πρώτη αξιολόγηση.Το ίδιο τώρα σύστημα έπαιξε τα ρέστα του και στη δεύτερη αξιολόγηση.

Όποιος έχει μάτια, είδε. Δεν τους βγήκε όμως. Ούτε το 2015. Ούτε στην πρώτη αξιολόγηση, ούτε στη δεύτερη αξιολόγηση. Και τώρα είναι αυτοί που βρίσκονται σε πλήρες στρατηγικό αδιέξοδο. Και φάνηκε αυτό από τις πρώτες αντιδράσεις τους.

Δεν θα αναφερθώ παραπέρα στην πορεία που έχει χαράξει η αξιωματική αντιπολίτευση.
Θα πω μονάχα ότι θα ήταν προτιμότερο για τη χώρα, όχι για μας, η κυβέρνηση να έχει απέναντί της έναν πολιτικό αντίπαλο με ιδεολογικές διαφορές, σεβαστές, αλλά έναν αντίπαλο όπου να αισθανόμαστε ότι έχει αγωνία για το μέλλον του τόπου.
Και όχι έναν εσμό εκδικητικών ακροδεξιών από τη μια πλευρά και πορφυρογέννητων από την άλλη, που πάσχουν από σύνδρομο στέρησης της εξουσίας.

Ας είναι όμως. Τώρα ο καθένας επιστρέφει στην δουλειά του. Εμείς στην προσπάθεια, που δεν τελειώνει προφανώς εδώ, θέλει σκληρή δουλειά να στήσουμε τον τόπο στα πόδια του. Και η αντιπολίτευση βεβαίως στις εσωτερικές της διαμάχες για το αν είναι τζάμπα μαγκιά ή όχι να λέει ότι δεν θα ψηφίσει τα μέτρα, αλλά θα τα εφαρμόσει μετά.
Μέχρι  όλα αυτά να ξεδιαλύνουν και να φτάσουμε στο σημείο, συντρόφισσες και σύντροφοι, όπου θα βγούμε από το πρόγραμμα το 2018, κι όπου ο ελληνικός λαός θα έχει τη δυνατότητα να κρίνει και να συγκρίνει  το 2019 την περίοδο της καταστροφής 2010-2014 και την περίοδο κατά την οποία μέσα από σκληρούς καθημερινούς αγώνες και μάχες, για τις οποίες πολλές φορές ματώσαμε, καταφέραμε να βγάλουμε τη χώρα από το πρόγραμμα, θα έχουμε καταφέρει να βγάλουμε τη χώρα από το πρόγραμμα, θα έχουμε καταφέρει να καταστήσουμε βιώσιμο το χρέος και θα συγκρίνουμε την ανεργία που παραλάβαμε με την ανεργία που θα παραδώσουμε. Το κοινωνικό κράτος που παραλάβαμε, με το κοινωνικό κράτος που θα παραδώσουμε. Την ανάπτυξη και τους ρυθμούς που παραλάβαμε, με την ανάπτυξη και τους ρυθμούς που θα παραδώσουμε. Αυτό θα κριθεί το 2019. Και ο ελληνικός λαός είμαι βέβαιος ότι θα κρίνει έχοντας στο μυαλό του ποιοι είναι αυτοί που έδωσαν την έντιμη μάχη και ποιοι είναι αυτοί που οδήγησαν τη χώρα στη χρεοκοπία και τη λεηλάτησαν κιόλας από πάνω.

Η δική μας ευθύνη από εδώ και εμπρός είναι να δουλέψουμε με σχέδιο και σε συγκεκριμένους άξονες.
Πρώτος άξονας  μετά τη δεύτερη αξιολόγηση είναι η παραγωγική ανασυγκρότηση. Η δίκαιη και βιώσιμη ανάπτυξη που θα έχει συστατικά της την παραγωγή νέου πλούτου, τη δραστική μείωση της ανεργίας, την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος αλλά και τον σεβασμό στα εργασιακά δικαιώματα.  
Είναι άλλωστε γεγονός ότι από όσα προβλέπει η συμφωνία για τα εργασιακά, η προοπτική της ανάπτυξης θα ενισχύει τη διαπραγματευτική δύναμη των εργαζομένων μέσα από τις συλλογικές διαπραγματεύσεις για καλύτερους μισθούς. Και καθιστά τους εργαζόμενους λιγότερο ευάλωτους σε καταστάσεις ομηρείας και βέβαια απέναντι στη διαρκή δαμόκλειο σπάθη της απόλυσης.
Θέλω όμως εδώ να επισημάνω και κάτι ακόμα: Η προηγούμενη κυβέρνηση του κ. Σαμαρά παρέλαβε το 2012 τη μερική απασχόληση στο 38% επί του συνολικού μεριδίου στην αγορά εργασίας. Και όταν μας παρέδωσε εμάς τον Γενάρη του 2015, από το 38% είχε φτάσει στο 59%. Η δική μας πολιτική έφερε τον Μάρτη του 2017, τον περασμένο μήνα, ισοζύγιο εργασίας θετικό κατά 38.000 θέσεις εργασίας. Και, το κυριότερο, για πρώτη φορά, στις θέσεις που δημιουργήθηκαν, η αναλογία πλήρους και μερικής απασχόλησης από το 60-40 υπέρ της μερικής, έχει πάει στο 50% - 50%.
Ενώ παράλληλα για πρώτη φορά στην πρόσφατη ιστορία της χώρας γίνεται πραγματική προσπάθεια για  καταπολέμηση της μαύρης και αδήλωτης εργασίας και των εργοδοτικών αυθαιρεσιών, κάνοντας το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας πραγματικό Σώμα Επιθεώρησης και όχι γιαλαντζί. Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν προβλήματα υποστελέχωσης.

Είναι προφανές ότι έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας. Τα αποτελέσματα αυτά όμως νομίζω ότι δείχνουν την κατεύθυνση στην οποία πρέπει να βαδίσουμε. Και είμαστε αποφασισμένοι να στηρίξουμε την πλήρη και αξιοπρεπή απασχόληση, στο πλαίσιο του γενικότερου σχεδίου μας για τη δίκαιη ανάπτυξη. Μια ανάπτυξη που θα αξιοποιεί όλες τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας.
Που θα στοχεύει στην προσέλκυση πραγματικά παραγωγικών επενδύσεων. Η οποία θα έχει ξεκάθαρο κοινωνικό και περιβαλλοντικό πρόσημο. Που θα μας δώσει τη δυνατότητα να αποκαταστήσουμε τις πληγές στο κοινωνικό κράτος και να διαμορφώσουμε την αγορά εργασίας στα επίπεδα μιας κανονικής ευρωπαϊκής χώρας.

Ο δεύτερος άξονας των πρωτοβουλιών μας, αμέσως μετά το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης, είναι αυτό που ονομάζουμε θεσμική ανασυγκρότηση. Με αιχμή, κυρίως τη Συνταγματική αναθεώρηση. Όπου, για πρώτη φορά στην χώρα έχει ξεκινήσει ήδη ένας ανοιχτός κοινωνικός διάλογος, στον οποίο όλοι οι πολίτες, όλες οι συλλογικότητες, όλοι οι φορείς έχουν την δυνατότητα να καταθέσουν τις απόψεις τους. Για να ακολουθήσει, μετά το τέλος της διαβούλευσης αυτής, η κοινοβουλευτική διαδικασία, όπως προβλέπεται και καθορίζεται από το Σύνταγμα.

Ο τρίτος άξονας είναι οι μεταρρυθμίσεις. Μεταρρυθμίσεις που για την Αριστερά οφείλουν να έχουν ένα ξεκάθαρο κοινωνικό και δημοκρατικό πρόσημο. Διότι με τη χρήση αυτού του όρου τα τελευταία χρόνια, ο ελληνικός λαός ακούει μεταρρυθμίσεις και τρέχει. Εμείς αναφερόμαστε σε πραγματικά προοδευτικές και θετικές μεταρρυθμίσεις, όπως η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας.
Όπως η αλλαγή του συστήματος εισαγωγής στα Πανεπιστήμια. Όπως ο εκδημοκρατισμός και η θωράκιση της διαφάνειας αλλά και η αλλαγή γενικότερα του θεσμικού πλαισίου στην αυτοδιοικητική δομή της χώρας. Μια μεγάλη μεταρρύθμιση που επίσης έχει ανάγκη ο τόπος.

Τέλος, ο τέταρτος άξονας είναι η εξυγίανση της πολιτικής ζωής του τόπου.

Συντρόφισσες και σύντροφοι, θα θέλαμε στις τομές αυτές να επιδιώξουμε ευρύτερες συναινέσεις  ή, τουλάχιστον, ουσιαστικό δημοκρατικό διάλογο. Ξέρουμε ότι δεν είναι εύκολο κάτι τέτοιο. Γιατί το παλιό πολιτικό σύστημα δυσκολεύεται να μπει σε μια τέτοια διαδικασία. Γιατί θα είναι σαν να αναγνωρίζει την πολιτική ήττα που έχει υποστεί δύο φορές το 2015 αλλά και το γεγονός ότι ο τόπος γυρίζει σελίδα.
Προφανώς και δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι για αυτό. Όσο πιο γρήγορα όμως αποδεχτούν τη νέα πολιτική πραγματικότητα, πιστεύω ότι τόσο το καλύτερο θα είναι και για τους ίδιους.  

Γνωρίζουμε όλοι τις δυσκολίες που έχει το εγχείρημα να βγάλουμε τη χώρα από την κρίση και να συμβάλλουμε στο να ζήσει ο λαός μας καλύτερες μέρες.
Η ελληνική κοινωνία έχει σηκώσει δυσανάλογα βάρη σε αυτή την περιπέτεια που έβαλε τη χώρα το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο των προηγούμενων δεκαετιών.
Και είναι στις δικές μας πλάτες αυτή η ευθύνη. Είναι στις δικές μας πλάτες η ευθύνη να ξελασπώσουμε όχι μόνο το χθες και το σήμερα αλλά και το αύριο.
Και είμαι βέβαιος ότι οι αποφάσεις που πήραμε, οι δύσκολες και τον Ιούλη του 2015 αλλά και σήμερα, είναι αποφάσεις που σε λίγα χρόνια, όταν θα σκεφτόμαστε τις δυσκολίες που περάσαμε και τα κρίσιμα διλήμματα που είχαμε, θα είμαστε βέβαιοι ότι πράξαμε το σωστό.
Το κόμμα μας, τα μέλη, τα στελέχη, οι βουλευτές μας έχουν επανειλημμένα δείξει ότι δεν φοβούνται ούτε την ευθύνη, ούτε τη μάχη.
Αυτό είναι άλλωστε και κάτι το οποίο, αν θέλετε, ιστορικά η Αριστερά είναι καταδικασμένη. Να βρίσκεται μπροστά στα δύσκολα, στις δύσκολες στιγμές.
Έτσι και σήμερα, σε συνέχεια αυτής της διετούς  πορείας από το 2015 τον Γενάρη μέχρι σήμερα, της πορείας  διακυβέρνησης της χώρας, έχουμε καθήκον να συνεχίζουμε κοιτάζοντας μπροστά, πιο δυνατοί από τις εμπειρίες μας αλλά και πιο συμπαγείς και πιο αποφασισμένοι. Και πιο αποφασιστικοί στη διακυβέρνηση για τομές, για συγκρούσεις, για ρήξεις με το παλιό.
Δεν υπάρχει πια δικαιολογία. Δεν ξέραμε; Μάθαμε τώρα. Έχουμε γνώση. Και δεν μπορεί να αφήνουμε το παλιό να κατατρώει σαν το σαράκι την προοπτική του καινούργιου και του ξαναστησίματος της χώρας σε στέρεες υγιείς βάσεις

Χρειάζεται λοιπόν να δουλέψουμε σκληρά, μαζί με την κοινωνία, για να βρούμε τα υλικά και να χτίσουμε την Ελλάδα της επόμενης μέρας.
Να ξαναφτιάξουμε τη χώρα μας έτσι όπως της αξίζει, σε γερά θεμέλια και να αφήσουμε πίσω τα δύσκολα χρόνια της κρίσης, να πορευτούμε στο μέλλον με ασφάλεια και προοπτική.
Το ξέρετε πολύ καλά και το ξέρω κι εγώ. Σε αυτή την πορεία, όπως δυο χρόνια τώρα τίποτα δεν μας χαρίστηκε, έτσι και τώρα τίποτα δεν θα μας χαριστεί.
Όλα θα είναι αποτέλεσμα μαχών, αγώνων και συγκρούσεων, συγκρούσεων με όσους θέλουν να μας γυρίσουν πίσω ώστε να ανακυκλώσουν για δεκαετίες ακόμα αυτό το σύστημα που τους εξέθρεψε και μαζί με αυτό πολλές ακόμα κρίσεις και πολλά ακόμα, περισσότερα δεινά για τον τόπο και το λαό μας.
Δεν υπάρχει όμως καμία περίπτωση αυτή η Κεντρική Επιτροπή, αυτή η κοινοβουλευτική ομάδα και, κυρίως, αυτός ο λαός που μας πιστεύει και μας στηρίζει, να τους αφήσουνε να το πράξουν.




Επικαιρότητα